Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Καλήν ημέραν άρχοντες…


Ήταν ένα περίεργο σούρουπο. Δεκέμβρης. Χαμηλά στον ορίζοντα ένα χρυσοπόρφυρο μήλο έβαφε τα ήρεμα νερά του Μεσσηνιακού. Ο ήλιος που ολημερίς ήταν κρυμμένος πίσω από βαριά σύννεφα, είχε βρει ένα άνοιγμα και καληνύχτιζε τους υπηκόους του. Ήταν η ώρα που μπορούσες να τον αντικρίσεις κατάματα. Να νιώσεις τη δύναμή του, χωρίς να σε τρομάζει η λάμψη του. Να ρουφήξεις τη ζωντάνια και τη θέρμη του, χωρίς να τσουρουφλιστείς. Να μαγευτείς από την ισχύ του. Να νιώσεις αδύναμος και μόνο στη σκέψη πως μπορεί αυτή να είναι η τελευταία φορά που δύει. Στη σκέψη πως αποχωρίζεται για πάντα αυτόν τον πλανήτη που είναι δικό του δημιούργημα, πως αποφάσισε να φτιάξει έναν καινούργιο, απαλλαγμένο από το εγωιστικό ανθρώπινο γονίδιο. 
Ήταν η ώρα που όλα τα ζωντανά πλάσματα σιωπούν και λουφάζουν τρομαγμένα. Συγκεντρώνουν τη σκέψη τους σε μια προσευχή προς το ζωοδότη πατέρα τους να τα σπλαχνιστεί και να επιστρέψει το επόμενο πρωί, λαμπερός και ξεκούραστος, ώστε να συνεχίσουν κι αυτά να υπάρχουν.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

«Εν Αβία» - Η παρουσίαση του βιβλίου

 
[φωτ.: Ηλίας Γεωργουλέας]


Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016
Βιβλιοπωλείο Ad Libitum, Νικομηδείας 18, Ν. ΣΜΥΡΝΗ

Αγαπητοί συμπατριώτες και συγγενείς από την πατρίδα μας, την Αβία της Μάνης
Αγαπητοί συντοπίτες από τη Νέα Σμύρνη
Παλιοί και καλοί μου συνάδελφοι
Φίλες και φίλοι που με τιμάτε απόψε με την παρουσία σας
Καλησπέρα σας
Η παρουσία σας εδώ με συγκινεί ιδιαίτερα. Σας ευχαριστώ όλους, έναν-έναν προσωπικά, που διαθέσατε λίγο από το χρόνο σας για να βρεθείτε εδώ και εύχομαι να συναντιόμαστε συχνά σε τέτοιες δημιουργικές διαδρομές.
Με το βιβλίο αυτό ξεπληρώνω ένα χρέος προς τον τόπο της καταγωγής μου. Ήταν όμορφο και δημιουργικό το ταξίδι που κατέληξε σε αυτή την έκδοση. Στο ταξίδι αυτό δεν ήμουν μόνος. Με συντρόφευσαν και άλλοι άνθρωποι, συμπατριώτες μου οι περισσότεροι αλλά και κάποιοι που δεν είναι από τα μέρη μας, τους οποίους ευχαριστώ για την τιμή που μου έκαναν. Θα αναφερθώ σε αυτούς αργότερα. Προηγουμένως όμως θα ζητήσω από την καλή συνάδελφο, τη φιλόλογο κ. Μαρία Πέττα, να σας μιλήσει για το βιβλίο.
Θ. Μπελίτσος

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Μπορεί ο κόρακας ν’ ασπρίσει…


Μπορεί ο κόρακας ν’ ασπρίσει!
Μπορεί ο σπανός γένια ν’ αφήσει!
Μα δεν μπορεί ο Γκλύξμπουργκ
στην Ελλάδα να γυρίσει.

- Μα τι λέει πάλι; Πάει, το ’χασε για τα καλά. Ε, Σταύρο σύνελθε, πού ταξιδεύεις; Τι στιχάκια είναι αυτά;
- Δεν θυμάσαι, Αργυρώ; Δεν θυμάσαι που το έλεγα στο σχολειό, στο δημοψήφισμα για το Βασιλέα Γεώργιο;
- Μα πώς να το θυμάμαι, εγώ δεν είμαι από το χωριό σου. Δεν πήγαμε μαζί σχολείο. Και δεν με λένε Αργυρώ!!! Η Ματίνα είμαι, του φώναξε.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Το πεθαμένο σπίτι


Μεγάλη στεναχώρια ένοιωσα σήμερα. Πέρασα έξω από ένα σπίτι πεθαμένο.
«Μα, πεθαίνουν τα σπίτια;», θα μου πεις.
Ναι, πεθαίνουν. Άμα τα έχεις γνωρίσει τον καιρό που είχαν ζωή, που μπαινόβγαιναν άνθρωποι, που ακούγονταν γέλια, φωνές, καυγάδες, κλάματα, θρήνοι, και περνάς μετά από χρόνια και τα αντικρίζεις βουβά, έρημα, με χορταριασμένες τις αυλές τους, τότε συνειδητοποιείς πως πεθαίνουν και τα σπίτια.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Έκθετο βιβλίο αναζητά κηδεμόνα



Αποβραδίς άφηνε τα βιβλία του και το επόμενο πρωί περνούσε ξανά να δει τι απέγιναν. Σαν τη μάνα που αφήνει το εξώγαμο μωρό της έξω από μια πόρτα και ξαναγυρίζει να δει αν το περιμάζεψαν. Τα περισσότερα έλειπαν.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Η βραχνάδα στη φωνή της


Είχε αυτή τη βραχνάδα στη φωνή που τρέλαινε τους άντρες. Οι πιο μεγάλοι την παρομοίαζαν με την Τζάνις Τζόπλιν και τη Μαριάν Φέιθφουλ. Οι μικρότεροι λέγανε πως είχε τη φωνή της Μπόνι Τάιλερ. Πολλοί νόμιζαν ότι κάπνιζε αλλά η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν είχε βάλει τσιγάρο στο στόμα της. Τη βραχνάδα την είχε από φυσικού της. Την είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της, τη Μελανίτσα χανούμ με τ’ όνομα, την ανατολίτισσα, που ξετρέλαινε τους μάγκες στα ρεμπέτικα κουτούκια. Θηλυκό Βαμβακάρη τη λέγανε.
Αυτά σκεπτόταν η Μέλανι μέσα στο ταξί που ανηφόριζε από τη Σμύρνη προς το βουναλάκι του Κουρού-τεπέ με προορισμό το Μπουνάρμπασι. Η μελαχρινή Νεοϋορκέζα αναζητούσε μια ρίζα να πιαστεί. Ψάχνοντας σε παλιά περιοδικά, σε βιβλιοθήκες και σε ξεχασμένους συγγενείς είχε φτάσει ως τα τουρκικά παράλια.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Ένας γανωματής στην Προύσα




Ένας απλός γανωματής στην Προύσα
Πριν ξεκινήσει το καλάισμα
Έκοβε στα δυο το τενεκεδένιο δοχείο
Γιατί το κόβεις;
Τον ρώτησε έκπληκτος ένας δάσκαλος


Ο άσημος γανωματής στην Προύσα
Χαμογέλασε
Είναι εύκολο να το γανώσεις απ' έξω
Θα δείχνει καινούργιο
Μα η εσωτερική σκουριά θα μείνει


Ένας αγράμματος γανωματής στην Προύσα
Με μια φράση
Έδειξε στο σοφό δάσκαλο
Την απαξία του Φαίνεσθαι
Όταν δεν συνοδεύεται από καλλιεργημένο Είναι


Ο άγνωστος γανωματής στην Προύσα
Κατείχε την αρχαία σοφία των απλών ανθρώπων
Γνώριζε
Πως το μονοπάτι προς την αλήθεια
Περνά από το «Γνθι σατόν»


Θοδωρής Μπελίτσος
Ν. Σμύρνη, 26 Μαΐου 2016

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Ο Τετρακοσάρης

Ένα πετυχημένο κόμικς για την Ελλάδα της κρίσης
(Νίκος Δ. Νικολαΐδης – Κώστας Φραγκιαδάκης)


Ένα πετυχημένο κόμικς για την Ελλάδα της κρίσης κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό με τίτλο «Ο Τετρακοσάρης». Είναι προϊόν συνεργασίας δυο διακεκριμένων δημιουργών, του Νίκου Νικολαΐδη (σενάριο) και του Κώστα Φραγκιαδάκη (σκίτσο). Ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας, ο Άγης Λάμψας ο «Τετρακοσάρης», δεν είναι άλλος από έναν σαραντάρη εργαζόμενο των 400 ευρώ, στη σημερινή Αθήνα, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει έχοντας ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τα διλήμματα που όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε. Προσπαθεί να διατηρήσει την ηθική του ακεραιότητα ενώ όλα γύρω του καταρρέουν. Στην προσπάθειά του αυτή θα βρεθεί χωρίς δουλειά, χωρίς σύντροφο, θα κινδυνέψει η ζωή του, θα κάνει συμβιβασμούς, θα πέσει και θα σηκωθεί.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Το στεφάνι του Εσταυρωμένου




Λίγο πριν σχολάσει, την ειδοποίησαν να περάσει από το γραφείο του διευθυντή της εταιρίας. Πήρε την τσάντα της, έβαλε σε μια σακούλα προσεκτικά το στεφάνι που είχε αγοράσει για τον Εσταυρωμένο -δέκα ευρώ είχε δώσει γι’ αυτό- και πήρε το ασανσέρ για τον τρίτο όροφο. Μεγάλη Πέμπτη, αντί να φάει ένα κουλούρι και να πιει έναν καφέ στο διάλειμμά της, πετάχτηκε στον ανθοπώλη απέναντι από την εταιρία και πήρε ένα όμορφο στεφάνι με άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα. Μόλις σχόλαγε θα πεταγόταν στην εκκλησία, στην άλλη γωνία, κοντά στη στάση του λεωφορείου, να προσκυνήσει και να το αποθέσει στα πόδια του σταυρωμένου Χριστού. Το ένιωθε σαν ανάγκη, σαν υποχρέωση, γιατί αυτός ο χειμώνας είχε πάει καλά. Ήταν ο πρώτος ζεστός χειμώνας μετά από τρία χρόνια. Ζεστός στην κυριολεξία, αφού επιτέλους είχαν χρήματα να πληρώσουν το αναγκαίο πετρέλαιο.
Μεγάλη Πέμπτη ήταν. Όφειλε ένα στεφάνι στον Εσταυρωμένο. Γιατί είχαν ξαναγίνει άνθρωποι.
Τα προηγούμενα χρόνια είχαν περάσει δύσκολα. Ο άντρας της, ο Πάβελ, έκανε λίγα μεροκάματα, πέντε-έξι το μήνα. Σοβατζής ήταν. Από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά σπάνια δούλευε, όχι σοβατίσματα, συνήθως βαψίματα και μερεμέτια σε παλιά σπίτια. Άλλοι δεν έκαναν ούτε ένα μεροκάματο την εβδομάδα, αλλά ο δικός της ήταν φιλότιμος και τον καλούσαν πιο συχνά. Έβγαζε ογδόντα ως εκατό ευρώ το μήνα, ίσα-ίσα για το φαγητό τους. Πού και πού αγόραζε και μερικά ένσημα, γιατί τα χρόνια περνούσαν. Τελευταία δούλευε σε ένα βενζινάδικο, στο πλυντήριο των αυτοκινήτων και είχε σταθερό μεροκάματο και ασφάλιση. Μικρό μεροκάματο αλλά σταθερό. Στα ρεπό του σκάρωνε κουκλάκια από πηλό: γατάκια, σκυλάκια, αρκουδίτσες, τα ζωγράφιζε, τα στόλιζε με σμάλτο και τα πουλούσε στο βενζινάδικο σε πελάτες.
Μεγάλη Πέμπτη ήταν, του 2016. Ημέρα του Εσταυρωμένου. Ήταν ασυνήθιστα καλόκεφος σήμερα ο Πάβελ. Έφτασε σιγοσφυρίζοντας στο βενζινάδικο και μπήκε στο γραφείο να αλλάξει, να βάλει τη φόρμα της δουλειάς. Στο μυαλό του στριφογύριζαν οι εκπλήξεις που είχε ετοιμάσει για τους αγαπημένους του ανθρώπους. Το χαμόγελο που άνθιζε στο πρόσωπό του, δεν τον άφηνε να δει τη σκοτεινιά που υπήρχε γύρω του.

Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Στο ίδιο μπαλκόνι



Φθινόπωρο του ’46.

Στην ταβέρνα του Τσαφατίνου, στην πλατεία Μαυρομιχάλη της Καλαμάτας, μια μικρή παρέα λαφροπίνει ρετσινάτο κρασί και τσιμπολογά τους πρόχειρους μεζέδες του ταβερνιάρη: ξαρμυρισμένο μπακαλιάρο, παξιμάδι παπάρα με λαδόξυδο, τη λεγόμενη και «ξυδομπουκουβάλα», σφέλα τυρί και ντομάτα. Ανάμεσά τους κι ο Μιχάλης, απόμαχος Ελασίτης που λίγους μήνες πρωτύτερα γαμούσε κι έδερνε στην πόλη, κατά το χειμώνα της εαμοκρατίας που κράτησε ως το Μάρτη του ’45 στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα. Ύστερα, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, χώθηκαν μέσα τα κεφάλια των Εαμιτών και βγήκαν μπροστά όλα τα «λουλούδια» της εθνικοφροσύνης.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

«ΘΑΛΑCΟΠΝΙΜEΝΟC»



Σε ένα μακρινό νεκροταφείο
Μια κακογραμμένη πέτρινη πλάκα
«ΘΑΛΑCΟΠΝΙΜEΝΟC»
Ένας άνδρας

Ίσως ήταν ένας σπουδαίος χορευτής
Ένας επιδέξιος ριμαδόρος
Ή ένας δυνατός δουλευτής της γης
Κανείς δεν θα μάθει

Ίσως υπήρξε ρεμάλι και μέθυσος
Χαρτοκλέφτης και σαλταδόρος
Ή μπράβος σε πορνείο
Κανείς δεν θα μάθει

Καθώς βυθιζόταν στον πόντο
Η απελπισμένη ματιά μιας μάνας
Το φλογισμένο κορμί μιας γυναίκας
Το χαμόγελο μιας θυγατέρας
Οι τελευταίες εικόνες

Σε ένα μακρινό νεκροταφείο
Μια κακογραμμένη πέτρινη πλάκα
«ΘΑΛΑCΟΠΝΙΜEΝΟC»
Ένας άνθρωπος

Ακούγοντας:
Gordon Lightfoot, “If you could read my mind”

Θοδωρής Μπελίτσος, 15 Απριλίου 2016


Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Εις το εξηκοστόν


Εδώ και μερικές ώρες διάγω πλέον το εξηκοστόν
Από τον μακρινό Απρίλη του ’57
Που ήρθα σε τούτο τον ντουνιά φασκελώνοντας τη μαμή
Και πήρα την πρώτη μου ανάσα σκούζοντας «Μη μου του κύκλους τάραττε»
Καθώς με αποσπούσαν βίαια από τη γαλήνη και την ασφάλεια της μητρικής κοιλίας
Κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι

Αγαπητοί συνταξιδιώτες στο μακρινό αυτό ταξίδι
Είτε θυμηθήκατε να στείλετε τις ευχές σας μέσω δικτύου ή άλλως πως
Είτε δεν το θυμηθήκατε
Σας ευχαριστώ!
Άλλωστε χωρίς εσάς το ταξίδι της ζωής δεν θα είχε νόημα.

Θοδωρής Μπελίτσος
11 Απριλίου 2016


Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Η άγνωστη θυγατέρα της Ιοκάστης


Σύμφωνα με σπάραγμα παπύρου που βρέθηκε εσχάτως
Μια άγνωστη θυγατέρα της Ιοκάστης συγκλονίστηκε σφόδρα
Σαν έμαθε πως ο Οιδίποδας εκτός από πατέρας της
Ήταν ταυτόχρονα και μεγάλος αδερφός της

Αναλογιζόμενη πώς να εκδικηθεί, σκέφτηκε να πάρει δηλητήριο
Τελικά, προτίμησε να κάνει ένα παιδί στα δεκαέξι της
Ώστε να έχει κι αυτή έναν εραστή στα τριάντα τρία της
Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα

Όταν η Ιοκάστη συνειδητοποίησε την παραπάνω αλήθεια
Ήταν πλέον πολύ αργά για να διορθώσει το λάθος της
Η άγνωστη θυγατέρα της έζησε σε κάποιο νησί των Κυκλάδων
Όπου μέχρι σήμερα συνεχίζεται η κατάρα των Λαβδακιδών

Οι μανάδες ερωτεύονται τους γιους τους
Κι εκείνοι δολοφονούν τους πατεράδες τους
Επαληθεύοντας τον παλιό χρησμό
Που είχε δώσει η Πυθία στους Δελφούς

Θοδωρής Μπελίτσος 
Ν. Σμύρνη, 8 Απριλίου 2016

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Στην πιάτσα της Νίκης




Νίκη Λανερόση. Ήταν Ιταλίδα, το γνώριζε, με ελληνοποιημένο επώνυμο. Είχε Ελληνίδα μάνα από τα Δωδεκάνησα, από Λέρο ή Κω δεν θυμόταν, δεν είχε και σημασία, και Ιταλό πατέρα, υπάλληλο σε κάποια υπηρεσία της Ιταλικής Φασιστικής Διοίκησης. Από τη μάνα της είχε πάρει το θερμό μελαψό δέρμα, το μαύρο διαπεραστικό βλέμμα και την ελιά δίπλα στο πάνω χείλος. Από τον πατέρα της είχε το αδύνατο ψηλό κορμί, το ολόισιο κατάμαυρο μαλλί και την τραγουδιστή φωνή.
Τη θυμόταν να περπατάει στην πλατεία Συντάγματος και να τραβάει όλα τα βλέμματα επάνω της. Θεά, αλλά μόνο για όποιον είχε να πληρώσει. Για τους υπόλοιπους απρόσιτος παράδεισος, βασανιστήριο των αισθήσεων και της φαντασίας, δηλαδή η κόλαση η ίδια αν σου γινόταν έμμονη ιδέα.
Ο κύριος Ντίνος έβγαλε το καπέλο του. Έπειτα έσκυψε και άφησε δυο τριαντάφυλλα, ένα κόκκινο κι ένα λευκό. Έκανε ένα βήμα πίσω και σταύρωσε τα χέρια. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στην πλάκα:

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Ποιήματα ανθρώπων

Ερωμένες αιωνόβιες, μήτρες του γένους
Εραστές γεννήτορες, λατρεμένοι
Στήθη τροφών αστείρευτα
Αρχέγονες δημιουργοί
Και εποίησεν ο άνθρωπος Αφροδίτην
θεάν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Υμνητές του κάλλους και του φωτός
Χορδές παλλόμενες, γλυκόλαλες φλογέρες
Δεήσεις στην ανατολή, ευχαριστήριες
Μελωδίες ουράνιες, ψυχές ορθάνοιχτες
Και εποίησεν ο άνθρωπος Απόλλωνα
θεόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Θράκα ζωής, φλόγα δημιουργίας
Παγερού χειμώνα θαλπωρή
Πασχαλινού οβελία γλεντιστή
Δώσ’ ημίν τον άρτον τον επιούσιον
Και εποίησεν ο άνθρωπος Εστίαν
θεάν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Τρυγητής στο αμπέλι, μέθη
Λάσπη στον ορυζώνα, μόχθος
Θεριστής στο λιοπύρι, ίδρος
Αλώνισμα του άφκου, κάματος
Και εποίησεν ο άνθρωπος Δήμητραν
θεάν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Ιστία σε αφρισμένα πελάγη, όρτσα
Πάλεμα με το κύμα, μανία
Κατάδυση σε βάθη απύθμενα, δέος
Πόντος αβυσσαλέος, πόντος γέφυρα λαών
Και εποίησεν ο άνθρωπος Ποσειδώνα
θεόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Χοές γεννήτορες μετάλλων
Υνιά ροδοκόκκινα, της γης εραστές
Βέλη τροφής, βελόνες υφάντρες
Πέλεκυς χαλκός αποκεφαλιστής
Και εποίησεν ο άνθρωπος Ήφαιστον
θεόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Κυνηγοί του χρυσού, κονκισταδόρες
Βιαστές ανέμελων βρεφών
Άπληστου Μίδα υμνητές
Μαχαίρι στην καρδιά του γείτονα
Και εποίησεν ο άνθρωπος Άρην
θεόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Εξουσιαστές ζώντων και τεθνεώτων
Φοροεισπράκτορες ονείρων
Μεσάζοντες με το άδηλο
Γελοίοι εραστές, μπερμπάντηδες
Και εποίησεν ο άνθρωπος Δία
θεόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Και εποίησεν ο άνθρωπος Άμμωνα Ρα
Και εποίησεν Βάαλ και εποίησεν Ιστάρ
Και εποίησεν Μίθρα και εποίησεν Κρίσνα
θεούς, αλυσίδες ψυχών και οραμάτων
κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού
Και ουκ οίδε ο άνθρωπος λυτρωμό

Και εποίησεν Γιαχβέ κατά Μωυσή
Και εποίησεν Ιησού κατά Σαούλ
Και εποίησεν Αλλάχ κατά Μωχαμέντ
θεούς, μεσίτες προς το επέκεινα,
κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού
Και ουκ οίδε ο άνθρωπος αλήθεια

θεοί, υπηρέτες αρχόντων και ιερατείων
θεοί, απάνθρωποι και ασεβείς
θεοί, ψευδείς και ανύπαρκτοι
θεοί, ποιήματα ανθρώπων
θεοί, εάν υπάρχετε
Δημιουργείστε έναν ΑΝΘΡΩΠΟ επιτέλους!

Θοδωρής Μπελίτσος
Νέα Σμύρνη, 13 Μαρτίου 2016