![]() |
| Trionda, η επίσημη μπάλα του FIFA '26 |
Mουντιάλ από σήμερα, αμφιλεγόμενο και πάλι, όπως το προηγούμενο στο Κατάρ, με τους αναλώσιμους εργάτες-δούλους.
![]() |
| Trionda, η επίσημη μπάλα του FIFA '26 |
Mουντιάλ από σήμερα, αμφιλεγόμενο και πάλι, όπως το προηγούμενο στο Κατάρ, με τους αναλώσιμους εργάτες-δούλους.
Σύμμεικτα ΙΙΙ: Λημνιά
και πέριξ, τεύχος Α
Σύμμεικτα IV: Λημνιά
και πέριξ, τεύχος B
ΚΕΙΜΕΝΟ: Σταύρος
Τραγάρας
Ο Θοδωρής Μπελίτσος δημοσίευσε στις αρχές του 2026 το νέο
διαδικτυακό πνευματικό του πόνημα, «Σύμμεικτα», σε δύο βιβλία, που τα ονομάζει
Τεύχος Α και Τεύχος Β. Είναι δημοσιευμένα άρθρα, μελέτες, μονογραφίες, ομιλίες
του ίδιου, διασκορπισμένα σε διάφορα έντυπα, μερικά δυσεύρετα, που σχετίζονται
κυρίως με τη Λήμνο. Κάποια τα έχει «ξαναδουλέψει». Υπάρχουν και αρκετά που ήταν
αδημοσίευτα ως τώρα. Πολλά είναι πολυσέλιδα πονήματα, σαν μικρά βιβλία. Έχουμε
δηλαδή πλήθος μικρών βιβλίων μέσα στα δύο τεύχη - βιβλία.
Για την τεράστια αξία του έργου του Μπελίτσου δεν χρειάζεται
να πούμε κάτι, είναι γνωστή. Ούτε μπορούμε να μιλήσουμε διεξοδικά για όλα όσα
περιλαμβάνονται σ’ αυτά τα δύο τεύχη, θα θέλαμε πολλές σελίδες. Μόνο λίγα
ψήγματα, και στα σημεία που μου έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση, ή που μου άρεσαν
περισσότερο.
Η απόφαση ενός συγγραφέα και δη πολυγραφότατου να συγκεντρώνει
τις σκόρπιες δημοσιεύσεις του είναι σωστή και βοηθά τη συνολική αξιολόγησή του,
ιδίως για τον αυριανό μελετητή. Πολλά από τα περιλαμβανόμενα έργα του
συγγραφέα, τα έβλεπα για πρώτη φορά, ή τα διάβαζα για πρώτη φορά. Αυταπόδεικτη
λοιπόν η αξία αυτής της συγκέντρωσης. Ο αναγνώστης πρέπει να έρχεται συνεχώς σε
επαφή με το έργο του συγγραφέα, και αν δεν πηγαίνει ο Μωάμεθ στο βουνό, ας
πηγαίνει το βουνό στο Μωάμεθ.
Σταύρος Τραγάρας: "Πολιτικοί εξόριστοι Άη Στράτη και Λήμνου"
Εκδόσεις "Αγιαρμόλας", 2026, σελ. 470
Σε ένα ογκώδες βιβλίο 470 σελίδων, ο γιατρός και συγγραφέας
Σταύρος Τραγάρας καταπιάνεται με το ακανθώδες θέμα των πολιτικών εξορίστων που
σημάδεψε την ελληνική κοινωνία για πολλές δεκαετίες στα μέσα του περασμένου
αιώνα.
Με ερέθισμα το γεγονός πως ανάμεσα στα δεκάδες νησιά της
εξορίας υπήρξε για ένα διάστημα και η πατρίδα του, η Λήμνος, και κυρίως το
γειτονικό νησί του Άη Στράτη, ερεύνησε δεκάδες πρωτογενείς και δευτερογενείς
πηγές (συγγράμματα, μαρτυρίες και μελέτες) προκειμένου να γνωρίσει τα γεγονότα,
τις συνθήκες, την ταλαιπωρία και τις τραγικές συνέπειες για τους δεκάδες
χιλιάδες συμπατριώτες μας και τα εκατοντάδες χιλιάδες μέλη των οικογενειών
τους, που επέλεξαν να συγκρουστούν με την κυρίαρχη ιδεολογία, με αποτέλεσμα να
βιώσουν στο πετσί τους την σκληρότητα του κρατικού μηχανισμού, την κοινωνική
απομόνωση, εξευτελισμούς και ταπείνωση, να στερηθούν βασικά δικαιώματα όπως το
να δουλέψουν σε δημόσια υπηρεσία ή οργανισμό (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ), στο στράτευμα και την
αστυνομία, να γίνουν ιερείς, να βγάλουν διαβατήριο, άδεια οδήγησης και πολλά
άλλα, να ζήσουν σχεδόν σε όλη τη ζωή τους υπό το βλέμμα του χωροφύλακα και του
χαφιέ, να υποχρεώνονται σε δημόσιες δηλώσεις μετανοίας για ενέργειες και
ιδεολογίες, τις οποίες συχνά δεν γνώριζαν καν, τα αγόρια να θεωρούνται φαντάροι
μειωμένης εθνικής συνείδησης, γενικά να θεωρούνται πολίτες β΄ κατηγορίας.
![]() |
| Ο Πετρόμπεης ξεσηκώνει τη Μεσσηνία (P. Von Hess, 1852) |
Για τα λάβαρα (μπαϊράκια ή φλάμπουρα όπως τα αποκαλούσαν τότε) που κρατούσαν οι Μανιάτες καπετάνιοι στα χρόνια της Εθνεγερσίας υπάρχουν απειροελάχιστες πληροφορίες. Εννοείται πως το λάβαρο που προβάλλεται και τείνει να καθιερωθεί ως σημαία της Μάνης τα τελευταία χρόνια δεν έχει καμιά σχέση με το ’21 ούτε με τους Μανιάτες οπλαρχηγούς. Είναι νεόκοπο δημιούργημα που επινοήθηκε πριν από τρεις δεκαετίες περίπου. Πάνω στο κοινό μοτίβο που είχαν τα φλάμπουρα πολλών οπλαρχηγών, δηλαδή το γαλάζιο σταυρό σε λευκό πανί, προστέθηκαν τα συνθήματα «ή ταν ή επί τας» και «Νίκη ή Θάνατος»: αδόκιμα τελείως καθώς ούτε προκύπτουν από κάποια ιστορική μαρτυρία ούτε έχουν σχέση με το καθολικό σύνθημα της Φιλικής Εταιρείας «ΗΕΑ ΗΘΣ», δηλαδή «ή Ελευθερία ή Θάνατος». Το λάβαρο αυτό είναι λάθος να προβάλλεται ως η ιστορική σημαία της Μάνης στο σύνολό της.
Λήμνος 1915: επεξεργασία καπνών
Η ιστορία της καπνοκαλλιέργειας στη Λήμνο θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, την περίπτωση της βαμβακοκαλλιέργειας. Και οι δύο ήκμασαν για μια δεκαετία περίπου κι έπειτα έσβησαν απότομα, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, αφήνοντας πίκρα και χρέη σε πολλούς παραγωγούς.
Καπνά καλλιεργούνταν στο νησί από τα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά σε περιορισμένη κλίμακα. Στα χρόνια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου η τιμή του καπνού εκτοξεύθηκε στα ύψη, οπότε φούντωσε το ενδιαφέρον. Χιλιάδες καλλιεργητές, όχι μόνο στη Λήμνο, εγκατέλειψαν τις παλιές σπορές κι έσπευσαν να βάλουν καπνά. Π.χ. η παραγωγή στη Λέσβο από 233 χιλιάδες οκάδες το 1916, το 1917 εκτινάχθηκε στις 1.300.000 οκάδες. Κάτι ανάλογο έγινε και στη Λήμνο. Αλλά η υψηλή τιμή οφειλόταν στο γεγονός ότι είχαν λείψει από τις αγορές τα καπνά της Τουρκίας που είχαν μείνει στις αποθήκες λόγω του πολέμου. Μετά τη Συνθήκη του Μούδρου το 1918 τα αποθηκευμένα τουρκικά καπνά επέστρεψαν στην αγορά, μαζί με εκείνα της νέας σοδειάς. Οι τιμές κατρακύλησαν, οδηγώντας στην απελπισία όσους είχαν επενδύσει σε καπνοφυτείες.
Στη Λέσβο και τη Λήμνο υπήρξε άλλη μια παρενέργεια. Οι καπνοφυτείες είχαν εκτοπίσει την καλλιέργεια των σιτηρών, με συνέπεια να υπάρξει έλλειψη αλεύρων και ο κόσμος να πει το ψωμί-ψωμάκι, το οποίο μπήκε σε διατίμηση. Στη Λέσβο το 1916 η συνολική παραγωγή σιτηρών (σίτος, κριθή, σμιγό) ήταν περίπου 12,5 εκατομμύρια οκάδες. Το 1917 μειώθηκε στα 5,5 εκατομμύρια δηλαδή κάτω από το μισό. Στη Λήμνο δεν υπήρξε μεγάλη μείωση, διότι για τα καπνά αξιοποιήθηκαν πολλά χέρσα εδάφη, αλλά κι εδώ υπήρξε έλλειψη ψωμιού.
Οι τιμές των καπνών δεν ανέκαμψαν ιδιαίτερα τα επόμενα χρόνια. Πάρθηκαν κάποια ημίμετρα στήριξης των παραγωγών αλλά η κατάσταση κάθε χρόνο ήταν χειρότερη ώσπου τα καπνά εγκαταλείφθηκαν.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Λησμονημένες ιστορίες
που ξεπήδησαν από μια ρωγμή του χρόνου
Στον καθημερινό μου περίπατο πολύ συχνά περνάω έξω από το σπιτάκι μιας μακρινής θείας μου, το οποίο εδώ και δυο ή τρεις δεκαετίες στέκει έρημο κι εγκαταλελειμμένο στην βορειοανατολική άκρη της Άνω Ν. Σμύρνης, δυο μόλις στενά από το ρέμα των Καλογήρων (νυν οδός Παπαναστασίου) που οριοθετεί τη Νέα Σμύρνη με το Μπραχάμι κι άλλα τόσα από την Ακροπόλεως που αποτελεί το σύνορο με την Άνω Δάφνη.
Κάθε φορά κοντοστέκομαι και φέρνω στο μυαλό μου μια φιλήσυχη και καλοκάγαθη γυναικούλα που έμενε εκεί, την οποία ήξερα ως θεία-Ρηγούλα, αν και ούτε θεία μου ήταν, ενώ και το "Ρηγούλα" μάλλον δεν ήταν το βαφτιστικό της όνομα. Στην πραγματικότητα ήταν πρώτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου, δηλαδή ήταν θεία του πατέρα μου αλλά εκείνος "Ρηγούλα" την αποκαλούσε, διότι ήταν μόλις πέντε-έξι χρόνια μεγαλύτερή του, οπότε εγώ την έλεγα θεία. Το δε «Ρηγούλα» νόμιζα πάντοτε πως ήταν το όνομά της. Πολύ αργότερα κάποιος μου είπε πως τη λέγανε Βούλα, αλλά ούτε κι αυτό είναι σίγουρο.
Όπως και νάχει, εγώ "θεία-Ρηγούλα" την αποκαλούσα κι έτσι την θυμάμαι να μένει μόνη της στο σπιτάκι αυτό, στην οδό Σπανούδη 24. Ένα σπιτάκι χτισμένο κομμάτι-κομμάτι, με τη συνδρομή συγγενών και φίλων: μια κάμαρα και μια κουζινίτσα στην αρχή, μια πλάκα αργότερα και μια ακόμα κάμαρα κ.ο.κ. Σε μια εποχή που όλοι κάπως έτσι χτίζανε, με το φόβο του χωροφύλακα και του χαφιέ, αφού όλες οι γειτονιές από το Μπραχάμι ως το Φάρο και το Δουργούτι ήταν εκτός σχεδίου.