Λησμονημένες ιστορίες
που ξεπήδησαν από μια ρωγμή του χρόνου
Στον καθημερινό μου περίπατο πολύ συχνά περνάω έξω από το σπιτάκι μιας μακρινής θείας μου, το οποίο εδώ και δυο ή τρεις δεκαετίες στέκει έρημο κι εγκαταλελειμμένο στην βορειοανατολική άκρη της Άνω Ν. Σμύρνης, δυο μόλις στενά από το ρέμα των Καλογήρων (νυν οδός Παπαναστασίου) που οριοθετεί τη Νέα Σμύρνη με το Μπραχάμι κι άλλα τόσα από την Ακροπόλεως που αποτελεί το σύνορο με την Άνω Δάφνη.
Κάθε φορά κοντοστέκομαι και φέρνω στο μυαλό μου μια φιλήσυχη και καλοκάγαθη γυναικούλα που έμενε εκεί, την οποία ήξερα ως θεία-Ρηγούλα, αν και ούτε θεία μου ήταν, ενώ και το "Ρηγούλα" μάλλον δεν ήταν το βαφτιστικό της όνομα. Στην πραγματικότητα ήταν πρώτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου, δηλαδή ήταν θεία του πατέρα μου αλλά εκείνος "Ρηγούλα" την αποκαλούσε, διότι ήταν μόλις πέντε-έξι χρόνια μεγαλύτερή του, οπότε εγώ την έλεγα θεία. Το δε «Ρηγούλα» νόμιζα πάντοτε πως ήταν το όνομά της. Πολύ αργότερα κάποιος μου είπε πως τη λέγανε Βούλα, αλλά ούτε κι αυτό είναι σίγουρο.
Όπως και νάχει, εγώ "θεία-Ρηγούλα" την αποκαλούσα κι έτσι την θυμάμαι να μένει μόνη της στο σπιτάκι αυτό, στην οδό Σπανούδη 24. Ένα σπιτάκι χτισμένο κομμάτι-κομμάτι, με τη συνδρομή συγγενών και φίλων: μια κάμαρα και μια κουζινίτσα στην αρχή, μια πλάκα αργότερα και μια ακόμα κάμαρα κ.ο.κ. Σε μια εποχή που όλοι κάπως έτσι χτίζανε, με το φόβο του χωροφύλακα και του χαφιέ, αφού όλες οι γειτονιές από το Μπραχάμι ως το Φάρο και το Δουργούτι ήταν εκτός σχεδίου.






