Ο Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978)
ψευδώνυμο του Αριστοτέλη Βασιλειάδη, γεννημένος στο Πέτρογκραντ από Πόντιο
πατέρα και Ρωσίδα μητέρα, υπήρξε από τους πιο σημαντικούς μεταπολεμικούς
λογοτέχνες: ποιητής, πεζογράφος, και μεταφραστής. Κορυφαίο έργο του το
μυθιστόρημα «Το Κιβώτιο» (1974).
Το 1947-48, εξόριστος
στον Μούδρο, ξεκίνησε το θεατρικό «Αντιγόνη», το οποίο ολοκλήρωσε το 1951 στον
Άη Στράτη. Στον Μούδρο συνέθεσε επίσης τρία ποιήματα: «Παράθυρο», «Ολόκληρη
νύχτα», «Ανεπίδοτα γράμματα», τα οποία συμπεριέλαβε στην ποιητική συλλογή
«Άγονος γραμμή» (έκδ. 1952).
Στο «Παράθυρο» (Μούδρος
1947) η θέα του κόλπου του προξενεί έντονα συναισθήματα:
Εδώ το φως είναι
σκληρό
σε δυσκολεύει να
το δέσεις μαζί με τις κουρτίνες στην άκρη του παράθυρου
και στο περβάζι
ένα λουλούδι σαν ηλιοτρόπιο
γυρίζει στην
περσινή Πρωτομαγιά.
Σαν παίρνει να
βραδιάζει
στέκεσαι εκεί
μετρώντας τα καράβια φορτωμένα κόκκαλα
τον μεταβολισμό
της νεκρής ζώνης που φωσφορίζει τη βροχή
σαν ξεχασμένο
φίλντισι.
Διστάζεις να
κοιτάξεις κατάματα το δρόμο.
Η φωνή μας δεν
είναι μήτε μια σταγόνα
μια σταγόνα που θα
ανέβαζε το κύμα
να σκεπάσει ένα
χαλίκι.
Στο «Ολόκληρη
νύχτα» (Μούδρος χειμώνας 1947-48) κυριαρχεί η αίσθηση της απώλειας:
Όπου νάναι θα
κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το
νερό στα σκαλοπάτια.
Τι ξένο που είναι
απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και
ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα
δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.
Σαββατόβραδο κ’ οι
ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος
στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι
αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο
μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα
αποχτενίδια του ύπνου της.
Στα «Ανεπίδοτα
γράμματα» (Μούδρος 1948), απόσπασμα από τα οποία μελοποίησε το 1977 ο Μιχάλης
Γρηγορίου (ερμηνεία: Αφροδίτη Μάνου, Σάκης Μπουλάς), οι στίχοι του συγκλονίζουν:
Πλάι στη θάλασσα
μαζί σου, είχα μπορέσει να πετάξω
δυο βότσαλα στην
άκρη του γιαλού και μας πιτσίλισαν λιακάδα.
Δεν ξέρω αν
διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες[1]
πόσο πολύ μου
λείπει το βορεινό παράθυρο κλειστό
μην τύχει και
κρυώσει ένα φλυτζάνι τσάι που αχνίζει τα περιστέρια των χεριών σου.
Λέω να κλείσω τα
παντζούρια
μήπως και μείνει
τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας στα μαλλιά σου
λέω ν’ ανεβάσω το φυτίλι,
μη μου χαθεί η φωνή σου.
Δοκίμαζε, συνέχιζε
τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κι’ η
θάλασσα ανακατεύει συνεχώς ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να
βρει το σωστό της χρώμα.









