Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2026

«Ρεστοράν Πουλέα»: Το τέλος μιας εποχής

   

   Το «Καφεζυθεστιατόριον ο Ζέφυρος» των Αφών Πουλέα ιδρύθηκε το 1950 στην Παλιόχωρα Αβίας από τον Ηλία Κων. Πουλέα (1897-1979). Την δεκ. ’70 εξελίχθηκε σε καφέ-ρεστοράν από τα παιδιά του, τον Γιώργη (†) και τον Τάκη Πουλέα και τις συζύγους τους, την Κατίνα Τσαούση (†2026) και την Ευτυχία Πατριαρχέα αντίστοιχα.

1950. Ο Ηλίας Πουλέας (όρθιος) κι ο Γιώργης Πουλέας

   Για τρία τέταρτα του αιώνα υπήρξε καθημερινό στέκι και σημείο αναφοράς για τους κατοίκους του χωριού. Ήταν το καφενείο τους αλλά και ο χώρος για τις κοινωνικές εκδηλώσεις: γιορτές, γάμους, βαφτίσεις, μνημόσυνα κλπ. Οι παραθεριστές και οι Καλαματιανοί στις κυριακάτικες εξορμήσεις τους το επέλεγαν για το καλομαγειρεμένο φαγητό. 

Ο Τάκης Πουλέας (αριστερά) με τους συγχωριανούς: Νώντα Γερασιμόπουλο, Ανδρέα Χανδρινό, Τάκη Γερασιμόπουλο

   Τον Οκτώβριο έκλεισε οριστικά, σηματοδοτώντας το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026 μια παρέα συγχωριανών κάναμε μια τελευταία συνεστίαση στο μαγαζί προς τιμήν του ζεύγους Τάκη και Ευτυχίας που το λειτούργησαν ως το τέλος. Ήπιαμε ένα κρασί, απολαύσαμε τα θαλασσινά και τα ψάρια που ετοίμασαν ο Τάκης με την Ευτυχία, θυμηθήκαμε παλιές όμορφες στιγμές καθώς οι πιο πολλοί από εμάς μεγαλώσαμε μαζί τους και τους ευχηθήκαμε να απολαύσουν τη νέα φάση της ζωής τους. Εκεί απήγγειλα το παρακάτω αποχαιρετιστήριο-ευχαριστήριο στιχούργημα.






      Στου Πουλέα (22.10.2026)

Ογδόντα χρόνια πέρασαν σα νάτανε αγέρας 

που άνοιξε τον "Ζέφυρο" ο μπάρμπα-Λιας Πουλέας.

Με λάμπα λουξ ξεκίνησε πίσ' από ένα τεζάκι,

μα τράνεψε και ψήλωσε κι έχει μεγάλο τζάκι.


Μία ντομάτα, τρεις ελιές, αβγά και παξιμάδια 

ήταν παλιά ο κρασομεζές που πρόσφερε τα βράδια.

Μα οι καιροί αλλάξανε, έγινε διάσημη η κουζίνα 

από Γιώργη, Τάκη, Ευτυχία και την αείμνηστη Κατίνα. 

Πλήθος οι Καλαματιανοί, τουρίστες ένα μάτσο, 

στο Ζυθεστιατόριο βρίσκανε πιάτο νόστιμο, εύγευστο, μυρωδάτο.


Στη μάζωξη τη σημερνή, μ' άσπρα μαλλιά και γένια, 

ας θυμηθούμε τα παλιά χρόνια, τα περασμένα,

τότες που τύποι αξέχαστοι πίνανε το κρασί τους, 

κάναν τα καλαμπούρια τους, ευφραίναν την ψυχή τους. 


Παλιόχωρα, Αρχοντικό, Κούκκινο και Κοπάνο, 

απ' την Μαντίνεια τη Μικρή αλλά κι απ' τη Μεγάλη, 

όλοι απ' εδώ περάσανε, μικροί μα και μεγάλοι, 

για ένα μεζέ, ένα κρασί, για γλέντι ή και κραιπάλη. 

"Ταξιδεμένοι" όλοι τους, περάσαν τόσα χρόνια,

μα ζουν πάντα στη σκέψη μας, ανάμνηση αιώνια.


Μες του Πουλέα την αυλή τα δροσερά βραδάκια

γελάσαμε και κλάψαμε σαν ήμασταν παιδάκια.

Είδαμε πάνω στο πανί μελό και κωμωδίες 

και όλες τις παλιές ελληνικές ταινίες.


Μα είναι τόσα τα παλιά, στη σκέψη μπερδεμένα,

πώς να τα βάλω σε σειρά; Μου έρχονται ένα-ένα.

Όλα τα ωραία κάποτε μες τη ζωή τελειώνουν, 

σήμερα "τέλος εποχής"· μόνο στη μνήμη μένουν. 


Ήρθε η ώρα, η στιγμή, ν' αποχαιρετιστούμε.

Ας πιούμε όλοι ένα κρασί, αντίο να τους πούμε 

για όσα ζήσαμε μαζί: "Πουλέοι, ευχαριστούμε"!

Θ. Μπελίτσος, Παλιόχωρα Αβίας, 22.10.2026.

Η αποχαιρετιστήρια συνεστίαση (22.10.2026). 
Αριστερά ο Τάκης Πουλέας και η Ευτυχία.

Συνδιοργάνωσαν και συμμετείχαν οι Παλιοχωρίτες: 
Δημήτρης Κολώνιας-Αμαλία Λεουτσέα.
Άρης Σπύρης-Μαριάνθη Σκιά και Ειρήνη Κοντοπούλου. 
Δημήτρης Δουμπαλακίδης-Μπέτη Μουστάκα. 
Γιώργης Σκιάς-Αλέκα Δράκου. 
Πάρις Γιαννίκος και Ειρήνη. 
Χαραλάμπης Τυρέας. 
Θοδωρής Γρ. Μπελίτσος. 






Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Η «Άγονος γραμμή» του Άρη Αλεξάνδρου



Ο Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978) ψευδώνυμο του Αριστοτέλη Βασιλειάδη, γεννημένος στο Πέτρογκραντ από Πόντιο πατέρα και Ρωσίδα μητέρα, υπήρξε από τους πιο σημαντικούς μεταπολεμικούς λογοτέχνες: ποιητής, πεζογράφος, και μεταφραστής. Κορυφαίο έργο του το μυθιστόρημα «Το Κιβώτιο» (1974).

Το 1947-48, εξόριστος στον Μούδρο, ξεκίνησε το θεατρικό «Αντιγόνη», το οποίο ολοκλήρωσε το 1951 στον Άη Στράτη. Στον Μούδρο συνέθεσε επίσης τρία ποιήματα: «Παράθυρο», «Ολόκληρη νύχτα», «Ανεπίδοτα γράμματα», τα οποία συμπεριέλαβε στην ποιητική συλλογή «Άγονος γραμμή» (έκδ. 1952).

 

Στο «Παράθυρο» (Μούδρος 1947) η θέα του κόλπου του προξενεί έντονα συναισθήματα:

 

Εδώ το φως είναι σκληρό

σε δυσκολεύει να το δέσεις μαζί με τις κουρτίνες στην άκρη του παράθυρου

και στο περβάζι ένα λουλούδι σαν ηλιοτρόπιο

γυρίζει στην περσινή Πρωτομαγιά.

 

Σαν παίρνει να βραδιάζει

στέκεσαι εκεί μετρώντας τα καράβια φορτωμένα κόκκαλα

τον μεταβολισμό της νεκρής ζώνης που φωσφορίζει τη βροχή

σαν ξεχασμένο φίλντισι.

 

Διστάζεις να κοιτάξεις κατάματα το δρόμο.

Η φωνή μας δεν είναι μήτε μια σταγόνα

μια σταγόνα που θα ανέβαζε το κύμα

να σκεπάσει ένα χαλίκι.

 

Στο «Ολόκληρη νύχτα» (Μούδρος χειμώνας 1947-48) κυριαρχεί η αίσθηση της απώλειας:

 

Όπου νάναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της βροχής.

Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.

Τι ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη μαρκίζα

Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.

Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα σου.

 

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές

Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου

οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες

και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε

ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

 


Στα «Ανεπίδοτα γράμματα» (Μούδρος 1948), απόσπασμα από τα οποία μελοποίησε το 1977 ο Μιχάλης Γρηγορίου (ερμηνεία: Αφροδίτη Μάνου, Σάκης Μπουλάς), οι στίχοι του συγκλονίζουν:

 

Πλάι στη θάλασσα μαζί σου, είχα μπορέσει να πετάξω

δυο βότσαλα στην άκρη του γιαλού και μας πιτσίλισαν λιακάδα.

Δεν ξέρω αν διαβάζεις ανάμεσα στις δέκα μου αράδες[1]

πόσο πολύ μου λείπει το βορεινό παράθυρο κλειστό

μην τύχει και κρυώσει ένα φλυτζάνι τσάι που αχνίζει τα περιστέρια των χεριών σου.

 

Λέω να κλείσω τα παντζούρια

μήπως και μείνει τίποτα απ’ το σούρσιμο της χτένας στα μαλλιά σου

λέω ν’ ανεβάσω το φυτίλι, μη μου χαθεί η φωνή σου.

 

Δοκίμαζε, συνέχιζε τα γυμνάσματά σου.

Κοίτα που κι’ η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς ουρανό και φύκια

πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.


Θ. Μπελίτσος, Σεπτέμβρης 2026. 
Από το υπό έκδοση βιβλίο μου [e-book] "Η Λήμνος στη λογοτεχνία".



[1] Μόνο δέκα αράδες μπορούσαν να γράψουν οι εξόριστοι στα ανοιχτά δελτάρια της αλληλογραφίας.




Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

"Άννα, το όνομά της". Ένα βιβλίο που γεννήθηκε από τις στάχτες μιας πυρκαγιάς στη Λήμνο

 


Κώστια Κοντολέων, "Άννα, το όνομά της" 
Ένα βιβλίο που γεννήθηκε από τις στάχτες 
της πυρκαγιάς του 1939 στη Λήμνο


Το 1932 ο Δημήτριος Κοντολέων, που είχε διοριστεί Ταμίας Λήμνου, αποφασίζει να συνδέσει τη ζωή του με το νησί. Νυμφεύεται τη νεαρή Λήμνια Φρόσω Α. Κρασσά και το επόμενο έτος γεννιέται η κορούλα του, η Άννα. Ως ενεργό μέλος της τοπικής κοινωνίας δραστηριοποιείται στα κοινά: το Φεβρουάριο 1932 εκλέγεται γενικός γραμματέας του Παλλημνιακού Αθλητικού Ομίλου, τον Ιούνιο 1936 εκπροσωπεί τους οικονομικούς υπαλλήλους στο πενταμελές πανυπαλληλικό προεδρείο Λήμνου, στην κινητοποίηση για την απειλούμενη διάλυση των δημοσιοϋπαλληλικών σωματείων από την κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά. Αλλά η μοίρα έχει αποφασίσει αλλιώς.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ένας Αύγουστος, κάποτε

 



  -Νίκη;

-Παντελή;

Ο ήλιος είχε γείρει προς τη δύση. Χρυσές και πορφυρές ηλιαχτίδες παιχνίδιζαν πάνω στον απαλό κυματισμό του νερού, γοητεύοντας τους εποχικούς παραθεριστές της μικρής κωμόπολης που είχαν σπεύσει να θαυμάσουν τον μεγαλοπρεπή αποχαιρετισμό του επουράνιου βασιλιά. Ο Παντελής, μόνιμος θερινός θαμώνας του μαγευτικού κολπίσκου της περιοχής, όπως κάθε σούρουπο αγνάντευε με μισόκλειστα μάτια το λιόγερμα θαμπωμένος από τον φωτεινό χείμαρρο που έστελνε απλόχερα το μεγάλο άστρο, λίγο πριν κρυφτεί πίσω από το αντικρινό βουναλάκι στην απέναντι πλευρά του κόλπου.

Ξάφνου μια φιγούρα διέσχισε τον χείμαρρο κι έριξε τη σκιά της στο πρόσωπό του, μια φιγούρα που βάδιζε προς το παγκάκι που καθόταν. Για μια στιγμή έκρυψε τις ηλιαχτίδες, αμέσως μετά τις άφησε να τον τυφλώσουν, κι ύστερα πάλι το ίδιο. Λες κι έπαιζε μαζί του η γυναικεία φιγούρα. Γυναίκα ήταν και μάλιστα η φιγούρα κάτι του θύμιζε, κάτι γνώριμο αλλά μακρινό που ξυπνούσε μέσα του συναισθήματα χαμένα στο χρόνο. Προσπάθησε να το ξεκαθαρίσει βάζοντας το χέρι του αντήλιο. Η φυσιογνωμία γνωστή αλλά από πού, από πότε; Το μαλλί με τις κοριτσίστικες αφέλειες το θυμόταν πιο μακρύ, να κυματίζει ανέμελο. Το χαμόγελο, αυτό το χαμόγελο το ήξερε καλά. Η γυναίκα έβγαλε τα σκούρα γυαλιά… αυτό το βλέμμα, αυτό το βλέμμα! Σηκώθηκε…

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Καλύτερα μπαλίτσα στην αμμουδιά, παρά Μουντιάλ στην οθόνη

 

Trionda, η επίσημη μπάλα του FIFA '26

Mουντιάλ από σήμερα, αμφιλεγόμενο και πάλι, όπως το προηγούμενο στο Κατάρ, με τους αναλώσιμους εργάτες-δούλους.

Φαραωνικό, με 48 χώρες, γιατί όχι και οι 211 χώρες μέλη της ΦΙΦΑ, άραγε; Δυο γύρους νοκ-άουτ παραπάνω θα είχε και θα γλιτώνανε όλοι (παίκτες, ομάδες, φίλαθλοι) την ταλαιπωρία των προκριματικών. Η παγκόσμια ομοσπονδία ολοένα και πιο πολύ λειτουργεί ως πολυεθνική εταιρία, παρά ως ποδοσφαιρική αρχή. Πέρσι με το ανεκδιήγητο Παγκόσμιο Κύπελλο Συλλόγων (το οποίο απένειμε ο Τραμπ που μετά πανηγύρισε ξεδιάντροπα μαζί με τους νικητές, και η ΦΙΦΑ τον βράβευσε κι από πάνω!), τώρα με τούτο το πράγμα, κάνει τα πάντα για να μισήσουμε το ποδόσφαιρο.

Στα στοιχήματα για το ποιες χώρες θα φθάσουν ψηλά, πρέπει να μπει και το πόσοι παίκτες θα κλατάρουν, όταν θα παίζουν στις 10 ή 12 το πρωί ή στις 2 το καταμεσήμερο ταξιδεύοντας συνεχώς από το χωρίς οξυγόνο υψόμετρο του Μέξικο Σίτι, στην αποπνικτική υγρασία του Μαϊάμι, στην καυτή έρημο στο Ντάλας του Τέξας και στο μακρινό Βανκούβερ. Ο Χιούι, ο Λιούι κι ο Ντιούι, ή όπως αλλιώς λέγονται οι τρεις σωματοφύλακες, τα ζωάκια μασκώτ της διοργάνωσης, να βάλουν το χέρι τους να μην υπάρξουν σοβαρά προβλήματα υγείας.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ: Θ. Μπελίτσου «Σύμμεικτα ΙΙΙ και IV»

 

 


Σύμμεικτα ΙΙΙ: Λημνιά και πέριξ, τεύχος Α

Σύμμεικτα IV: Λημνιά και πέριξ, τεύχος B

 

ΚΕΙΜΕΝΟ: Σταύρος Τραγάρας

Ο Θοδωρής Μπελίτσος δημοσίευσε στις αρχές του 2026 το νέο διαδικτυακό πνευματικό του πόνημα, «Σύμμεικτα», σε δύο βιβλία, που τα ονομάζει Τεύχος Α και Τεύχος Β. Είναι δημοσιευμένα άρθρα, μελέτες, μονογραφίες, ομιλίες του ίδιου, διασκορπισμένα σε διάφορα έντυπα, μερικά δυσεύρετα, που σχετίζονται κυρίως με τη Λήμνο. Κάποια τα έχει «ξαναδουλέψει». Υπάρχουν και αρκετά που ήταν αδημοσίευτα ως τώρα. Πολλά είναι πολυσέλιδα πονήματα, σαν μικρά βιβλία. Έχουμε δηλαδή πλήθος μικρών βιβλίων μέσα στα δύο τεύχη - βιβλία.

Για την τεράστια αξία του έργου του Μπελίτσου δεν χρειάζεται να πούμε κάτι, είναι γνωστή. Ούτε μπορούμε να μιλήσουμε διεξοδικά για όλα όσα περιλαμβάνονται σ’ αυτά τα δύο τεύχη, θα θέλαμε πολλές σελίδες. Μόνο λίγα ψήγματα, και στα σημεία που μου έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση, ή που μου άρεσαν περισσότερο.

Η απόφαση ενός συγγραφέα και δη πολυγραφότατου να συγκεντρώνει τις σκόρπιες δημοσιεύσεις του είναι σωστή και βοηθά τη συνολική αξιολόγησή του, ιδίως για τον αυριανό μελετητή. Πολλά από τα περιλαμβανόμενα έργα του συγγραφέα, τα έβλεπα για πρώτη φορά, ή τα διάβαζα για πρώτη φορά. Αυταπόδεικτη λοιπόν η αξία αυτής της συγκέντρωσης. Ο αναγνώστης πρέπει να έρχεται συνεχώς σε επαφή με το έργο του συγγραφέα, και αν δεν πηγαίνει ο Μωάμεθ στο βουνό, ας πηγαίνει το βουνό στο Μωάμεθ.

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Σταύρου Τραγάρα: «Πολιτικοί εξόριστοι Άη Στράτη και Λήμνου»

 



Σταύρος Τραγάρας: "Πολιτικοί εξόριστοι Άη Στράτη και Λήμνου"

Εκδόσεις "Αγιαρμόλας", 2026, σελ. 470

 

Σε ένα ογκώδες βιβλίο 470 σελίδων, ο γιατρός και συγγραφέας Σταύρος Τραγάρας καταπιάνεται με το ακανθώδες θέμα των πολιτικών εξορίστων που σημάδεψε την ελληνική κοινωνία για πολλές δεκαετίες στα μέσα του περασμένου αιώνα.

Με ερέθισμα το γεγονός πως ανάμεσα στα δεκάδες νησιά της εξορίας υπήρξε για ένα διάστημα και η πατρίδα του, η Λήμνος, και κυρίως το γειτονικό νησί του Άη Στράτη, ερεύνησε δεκάδες πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές (συγγράμματα, μαρτυρίες και μελέτες) προκειμένου να γνωρίσει τα γεγονότα, τις συνθήκες, την ταλαιπωρία και τις τραγικές συνέπειες για τους δεκάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας και τα εκατοντάδες χιλιάδες μέλη των οικογενειών τους, που επέλεξαν να συγκρουστούν με την κυρίαρχη ιδεολογία, με αποτέλεσμα να βιώσουν στο πετσί τους την σκληρότητα του κρατικού μηχανισμού, την κοινωνική απομόνωση, εξευτελισμούς και ταπείνωση, να στερηθούν βασικά δικαιώματα όπως το να δουλέψουν σε δημόσια υπηρεσία ή οργανισμό (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ), στο στράτευμα και την αστυνομία, να γίνουν ιερείς, να βγάλουν διαβατήριο, άδεια οδήγησης και πολλά άλλα, να ζήσουν σχεδόν σε όλη τη ζωή τους υπό το βλέμμα του χωροφύλακα και του χαφιέ, να υποχρεώνονται σε δημόσιες δηλώσεις μετανοίας για ενέργειες και ιδεολογίες, τις οποίες συχνά δεν γνώριζαν καν, τα αγόρια να θεωρούνται φαντάροι μειωμένης εθνικής συνείδησης, γενικά να θεωρούνται πολίτες β΄ κατηγορίας.