Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Το μανιάτικο λάβαρο του ’21 (μια παλιά μαρτυρία)

Ο Πετρόμπεης ξεσηκώνει τη Μεσσηνία (P. Von Hess, 1852)


"Vincit omnia veritas"

Για τα λάβαρα (μπαϊράκια ή φλάμπουρα όπως τα αποκαλούσαν τότε) που κρατούσαν οι Μανιάτες καπετάνιοι στα χρόνια της Εθνεγερσίας υπάρχουν απειροελάχιστες πληροφορίες. Εννοείται πως το λάβαρο που προβάλλεται και τείνει να καθιερωθεί ως σημαία της Μάνης τα τελευταία χρόνια δεν έχει καμιά σχέση με το ’21 ούτε με τους Μανιάτες οπλαρχηγούς. Είναι νεόκοπο δημιούργημα που επινοήθηκε πριν από τρεις δεκαετίες περίπου. Πάνω στο κοινό μοτίβο που είχαν τα φλάμπουρα πολλών οπλαρχηγών, δηλαδή το γαλάζιο σταυρό σε λευκό πανί, προστέθηκαν τα συνθήματα «ή ταν ή επί τας» και «Νίκη ή Θάνατος»: αδόκιμα τελείως καθώς ούτε προκύπτουν από κάποια ιστορική μαρτυρία ούτε έχουν σχέση με το καθολικό σύνθημα της Φιλικής Εταιρείας «ΗΕΑ ΗΘΣ», δηλαδή «ή Ελευθερία ή Θάνατος». Το λάβαρο αυτό είναι λάθος να προβάλλεται ως η ιστορική σημαία της Μάνης στο σύνολό της.

Τι στοιχεία όμως υπάρχουν για τα αυθεντικά λάβαρα των Μανιατών του ’21;

Η μόνη γραπτή πληροφορία που έχουμε είναι λίγο μεταγενέστερη, του 1831. Αναφέρει πως τα μανιάτικα λάβαρα είχαν κεντημένες τις μορφές του Λυκούργου και του Λεωνίδα. Συγκεκριμένα ο ταγματάρχης Ιωάννης Σπ. Μπαϊρακτάρης, σε αναφορά του της 13ης Μαρτίου 1831 σχετικά με μια μανιάτικη διαμαρτυρία, έγραψε ότι ο Ηλίας Κατσάκος βάδισε κατά του Γυθείου: «…με αναπεπταμένας σημαίας, φερούσας τας εικόνας του Λυκούργου και Λεωνίδου…». Και ο Ηλίας Σαλαφατίνος επιβεβαιώνει στις 22/3/1831, απαντώντας στην κατηγορία ότι βαστούσαν ξένες σημαίες: «…βλέπομεν κάποιον Κανάρην να αρχίση τον πυροβολισμόν των κανονίων εναντίον μας, προφασίζοντας όμως ότι είδε ξένας σημαίας και δεν στοχάζεται ότι αύται αι σημαίαι επρωτοσήκωσαν την επανάστασιν, και ώστε πολεμούμεν με τον Σουλτάνον αυτάς είχομεν».

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Καπνοκαλλιέργεια στη Λήμνο (1915-1930)

Λήμνος 1915: επεξεργασία καπνών 


Η ιστορία της καπνοκαλλιέργειας στη Λήμνο θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, την περίπτωση της βαμβακοκαλλιέργειας. Και οι δύο ήκμασαν για μια δεκαετία περίπου κι έπειτα έσβησαν απότομα, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, αφήνοντας πίκρα και χρέη σε πολλούς παραγωγούς. 

Καπνά καλλιεργούνταν στο νησί από τα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά σε περιορισμένη κλίμακα. Στα χρόνια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου η τιμή του καπνού εκτοξεύθηκε στα ύψη, οπότε φούντωσε το ενδιαφέρον. Χιλιάδες καλλιεργητές, όχι μόνο στη Λήμνο, εγκατέλειψαν τις παλιές σπορές κι έσπευσαν να βάλουν καπνά. Π.χ. η παραγωγή στη Λέσβο από 233 χιλιάδες οκάδες το 1916, το 1917 εκτινάχθηκε στις 1.300.000 οκάδες. Κάτι ανάλογο έγινε και στη Λήμνο. Αλλά η υψηλή τιμή οφειλόταν στο γεγονός ότι είχαν λείψει από τις αγορές τα καπνά της Τουρκίας που είχαν μείνει στις αποθήκες λόγω του πολέμου. Μετά τη Συνθήκη του Μούδρου το 1918 τα αποθηκευμένα τουρκικά καπνά επέστρεψαν στην αγορά, μαζί με εκείνα της νέας σοδειάς. Οι τιμές κατρακύλησαν, οδηγώντας στην απελπισία όσους είχαν επενδύσει σε καπνοφυτείες. 

Στη Λέσβο και τη Λήμνο υπήρξε άλλη μια παρενέργεια. Οι καπνοφυτείες είχαν εκτοπίσει την καλλιέργεια των σιτηρών, με συνέπεια να υπάρξει έλλειψη αλεύρων και ο κόσμος να πει το ψωμί-ψωμάκι, το οποίο μπήκε σε διατίμηση. Στη Λέσβο το 1916 η συνολική παραγωγή σιτηρών (σίτος, κριθή, σμιγό) ήταν περίπου 12,5 εκατομμύρια οκάδες. Το 1917 μειώθηκε στα 5,5 εκατομμύρια δηλαδή κάτω από το μισό. Στη Λήμνο δεν υπήρξε μεγάλη μείωση, διότι για τα καπνά αξιοποιήθηκαν πολλά χέρσα εδάφη, αλλά κι εδώ υπήρξε έλλειψη ψωμιού. 

Οι τιμές των καπνών δεν ανέκαμψαν ιδιαίτερα τα επόμενα χρόνια. Πάρθηκαν κάποια ημίμετρα στήριξης των παραγωγών αλλά η κατάσταση κάθε χρόνο ήταν χειρότερη ώσπου τα καπνά εγκαταλείφθηκαν. 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Το σπιτάκι της θείας Ρηγούλας στη Σπανούδη



Λησμονημένες ιστορίες 

που ξεπήδησαν από μια ρωγμή του χρόνου

 

Στον καθημερινό μου περίπατο πολύ συχνά περνάω έξω από το σπιτάκι μιας μακρινής θείας μου, το οποίο εδώ και δυο ή τρεις δεκαετίες στέκει έρημο κι εγκαταλελειμμένο στην βορειοανατολική άκρη της Άνω Ν. Σμύρνης, δυο μόλις στενά από το ρέμα των Καλογήρων (νυν οδός Παπαναστασίου) που οριοθετεί τη Νέα Σμύρνη με το Μπραχάμι κι άλλα τόσα από την Ακροπόλεως που αποτελεί το σύνορο με την Άνω Δάφνη.

Κάθε φορά κοντοστέκομαι και φέρνω στο μυαλό μου μια φιλήσυχη και καλοκάγαθη γυναικούλα που έμενε εκεί, την οποία ήξερα ως θεία-Ρηγούλα, αν και ούτε θεία μου ήταν, ενώ και το "Ρηγούλα" μάλλον δεν ήταν το βαφτιστικό της όνομα. Στην πραγματικότητα ήταν πρώτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου, δηλαδή ήταν θεία του πατέρα μου αλλά εκείνος "Ρηγούλα" την αποκαλούσε, διότι ήταν μόλις πέντε-έξι χρόνια μεγαλύτερή του, οπότε εγώ την έλεγα θεία. Το δε «Ρηγούλα» νόμιζα πάντοτε πως ήταν το όνομά της. Πολύ αργότερα κάποιος μου είπε πως τη λέγανε Βούλα, αλλά ούτε κι αυτό είναι σίγουρο.

Όπως και νάχει, εγώ "θεία-Ρηγούλα" την αποκαλούσα κι έτσι την θυμάμαι να μένει μόνη της στο σπιτάκι αυτό, στην οδό Σπανούδη 24. Ένα σπιτάκι χτισμένο κομμάτι-κομμάτι, με τη συνδρομή συγγενών και φίλων: μια κάμαρα και μια κουζινίτσα στην αρχή, μια πλάκα αργότερα και μια ακόμα κάμαρα κ.ο.κ. Σε μια εποχή που όλοι κάπως έτσι χτίζανε, με το φόβο του χωροφύλακα και του χαφιέ, αφού όλες οι γειτονιές από το Μπραχάμι ως το Φάρο και το Δουργούτι ήταν εκτός σχεδίου.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση

 


* Ζούμε στην εποχή της μεγάλης απάτης, της πολιτικής αλητείας, της χυδαιότητας και της ξετσιπωσιάς, της αθλιότητας των δυνατών που νιώθουν  πανίσχυροι και της αδράνειας των αδύναμων που νιώθουν ανίσχυροι.

- "Το παλιό πεθαίνει και το καινούργιο δεν μπορεί να γεννηθεί, είναι η εποχή των τεράτων", ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ, "Τετράδια Φυλακής", 1929.

- Κι όμως υπάρχει απάντηση.

- “Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο Άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα!!! ”, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ.

- “Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση”, ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ.

Θ.Μ. 4.1.2026

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Θεοφάνης Δημητρίου (1870-1941), «εκλεκτός της τέχνης μυσταγωγός»

 

"Η υποδοχή της Πρωτοχρονιάς" [Πινακοθήκη 24 (1903), σ. 248]

Ο Θεοφάνης Δημητρίου, ζωγράφος και γλύπτης γεννήθηκε το 1870 στην Ατσική της Λήμνου αλλά έζησε και δούλεψε στην Αθήνα. Υπήρξε: «…εκ των εκλεκτών της Τέχνης μυσταγωγών. Αριστούχος απόφοιτος του Πολυτεχνείου, ενωρίς κατέδειξεν εξαίρετα προσόντα καλλιτέχνου με δύναμιν, με αίσθημα και με ψυχήν αληθώς εθνικήν…» [Σκόκος, σ. 351]. Το έργο του «Για τη Μάννα» βραβεύτηκε ανάμεσα σε εκατό έργα που είχαν εκτεθεί στην «Αίθουσα των Φιλοτέχνων». Αγοράστηκε από τον εθνικό ευεργέτη Γρηγόριο Μαρασλή (1831-1907). Λίγοι πίνακές του είναι γνωστοί: «Το εσπερινόν προσκύνημα», «Το Πεντάρφανο», «Το Μάθημα Μουσικής», «Βιβλίον Θεόπνευστον», «Η Υποδοχή της Πρωτοχρονιάς», «Ο Χριστός» και τα γλυπτά: «Ο Χρόνος», «Φιλοκτήτης» και «Ποδηλάτις».

Είχε πολιτογραφηθεί Αθηναίος αλλά διατηρούσε επαφές με τη Λήμνο, από όπου είχε παραγγελίες για πορτραίτα. Π.χ. το 1904 η «Κεντρική Επιτροπή Εκπαιδευτηρίων Λήμνου» παράγγειλε στον Θεοφάνη Δημητρίου να φιλοτεχνήσει την εικόνα του ευεργέτη Ιωάννη Παντελίδη (1825-1900), έναντι τιμήματος 10 λιρών Αγγλίας ή 1.986,25 γροσίων [Μπελίτσος: σ. 137]. Η προσωπογραφία του Ιωάννη Παντελίδη βρίσκεται σήμερα στο μέγαρο Αντωνιάδη, στη Μύρινα. Ίσως και άλλα πορτραίτα της ίδιας εποχής που βρίσκονται στο κτίριο της Ι.Μ. Λήμνου, είναι έργα του Θ. Δημητρίου. Επίσης, στα πρώτα έργα του περιλαμβάνεται το γλυπτό «Φιλοκτήτης» που σχετίζεται άμεσα με τη Λήμνο.

 

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Οι παλιές αγάπες


Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς... 

κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων.

Μάρω Βαμβουνάκη (1996)

 

Έβαλε στο πλυντήριο το πιάτο με τα υπολείμματα του ξαναζεσταμένου μπριάμ που μόλις είχε φάει και άναψε το γκαζάκι να φτιάξει έναν καφέ. «Μπριάμ», λέξη κι αυτή, πώς να προέκυψε άραγε; Ζάλισε για λίγο το μυαλό του, αν έχει ευρωπαϊκή ή ανατολίτικη προέλευση κι αποφάσισε να το ψάξει όταν θα έπινε τον καφέ του. Από το παράθυρο της κουζίνας ο ουρανός φαινόταν γκρίζος, ολίγον νεφελώδης αλλά αρκετά φωτεινός ακόμα για απομεσήμερο στα τέλη Δεκέμβρη. Το σούρουπο αναμενόταν γλυκερό, ούτε ζεστό ούτε κρύο ούτε βροχερό, προφανώς παντελώς αδιάφορο για τα κανάλια που αναζητούσαν μια καταστροφική είδηση για να γεμίσουν τα δελτία τους, ανάμεσα στα κάλαντα που έδειχναν από το πρωί να τραγουδούν διάφοροι σύλλογοι στους πολιτικούς της αρεσκείας τους εν όψει της Πρωτοχρονιάς.

Λίγο η σκέψη για το μπριάμ, λίγο τα φωτάκια που αναβόσβηναν στα γειτονικά μπαλκόνια, αφαιρέθηκε. Μόλις που πρόλαβε να σηκώσει το μπρίκι από τη φωτιά πριν ξεχειλίσει ο φουσκωμένος καφές. Κατέβασε από το ράφι το αγαπημένο του φλιτζάνι με τις καρδούλες που του είχε δωρίσει σε μια προηγούμενη ζωή μια λησμονημένη ερωμένη. Πού να βρίσκεται άραγε; αναρωτήθηκε και πριν το καλοσκεφτεί, σκηνές από παλιά φιλμ αναδύθηκαν από την άβυσσο: το κορμί της ξαπλωμένο σε μια ηλιόλουστη αμμουδιά, σε κάποιο νησί, κάποιο καλοκαίρι και τον εαυτό του αγνώριστο, με μακρύ μαλλί και δυνατά μπράτσα, να την χαϊδεύει και να απλώνει απαλά το αντηλιακό σε κάθε καμπύλη της.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

Christmas... but?


(σενάριο χωρίς τίτλο)

 Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα κι όπως κάθε γραφιάς που σέβεται τον εαυτό του, είπα να σχεδιάσω ένα σενάριο πιστό στο πνεύμα της γιορτής, μπας και βρεθεί κάποιος ευγενής παραγωγός ή φιλόδοξος σκηνοθέτης να το αναλάβει και καταφέρω να βρεθώ κάποτε στο Χόλυγουντ. Εδώ πήγαν εκεί καν και καν ατάλαντοι, γιατί να μη δοκιμάσω κι εγώ που έχω και κάποιο ταλέντο στο γράψιμο, όπως μου λένε φίλοι και συγγενείς. Για το story δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα, μάλλον ευκολάκι ήταν για την πλούσια φαντασία μου. Το περιγράφω, πολύ συνοπτικά όμως για να μην κλέψουν την ιδέα μου, διότι με το διαδίκτυο και την Α.Ι. (άϊ στο δαίμονα κι ακόμα παρά πέρα), όποιος φυλάει τα ρούχα του μπορεί να γλιτώσει μερικά. Έχουμε και λέμε, λοιπόν.

Μια νόστιμη επαρχιωτοπούλα, ας την πούμε Τζούλι, ζει σε κάποια ξεχασμένη κωμόπολη, κατά προτίμηση στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ, στο Αϊντάχο, τη Σάουθ ή τη Νορθ Ντακότα, το Γουαϊόμινγκ, το Μιζούρι, έστω στο Γουισκόνσιν βρε αδερφέ, δεν θα τα χαλάσουμε για τον τόπο· όπου αγαπάει ο παραγωγός. Η κοπέλα μας, λοιπόν, έχει μια μικρή επιχείρηση, μια πανσιόν, ένα ντελικατέσεν, μια σοκολατερί, μια πατισερί, μια κρεπερί, κάτι τέτοιο τέλος πάντων κι ετοιμάζεται για τα Χριστούγεννα τηρώντας πιστά κι απαράλλακτα όλα τα πατροπαράδοτα της πόλης, όποια και αν είναι αυτά. Ώσπου εμφανίζεται ο γόης των ονείρων της, ας τον πούμε Ρόμαν, ο τέλειος άνδρας, ο πρίγκιπας του παραμυθιού που φανταζόταν από κοπελούδα, νέος μεν αλλά σοβαρός και φτιαγμένος οικονομικά, με θεληματικό πηγούνι οπωσδήποτε και με αστραφτερή οδοντοστοιχία, λευκός (εννοείται αυτό, αλλά το γράφω μη τυχόν πέσω σε κανέναν προχώ σκηνοθέτη), ψηφίζει Τραμπ (αλλά δεν το λέμε, για να μη χάσουμε τους αριστερούς θεατές).