Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Καπνοκαλλιέργεια στη Λήμνο (1915-1930)

Λήμνος 1915: επεξεργασία καπνών 


Η ιστορία της καπνοκαλλιέργειας στη Λήμνο θυμίζει, τηρουμένων των αναλογιών, την περίπτωση της βαμβακοκαλλιέργειας. Και οι δύο ήκμασαν για μια δεκαετία περίπου κι έπειτα έσβησαν απότομα, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, αφήνοντας πίκρα και χρέη σε πολλούς παραγωγούς. 

Καπνά καλλιεργούνταν στο νησί από τα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά σε περιορισμένη κλίμακα. Στα χρόνια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου η τιμή του καπνού εκτοξεύθηκε στα ύψη, οπότε φούντωσε το ενδιαφέρον. Χιλιάδες καλλιεργητές, όχι μόνο στη Λήμνο, εγκατέλειψαν τις παλιές σπορές κι έσπευσαν να βάλουν καπνά. Π.χ. η παραγωγή στη Λέσβο από 233 χιλιάδες οκάδες το 1916, το 1917 εκτινάχθηκε στις 1.300.000 οκάδες. Κάτι ανάλογο έγινε και στη Λήμνο. Αλλά η υψηλή τιμή οφειλόταν στο γεγονός ότι είχαν λείψει από τις αγορές τα καπνά της Τουρκίας που είχαν μείνει στις αποθήκες λόγω του πολέμου. Μετά τη Συνθήκη του Μούδρου το 1918 τα αποθηκευμένα τουρκικά καπνά επέστρεψαν στην αγορά, μαζί με εκείνα της νέας σοδειάς. Οι τιμές κατρακύλησαν, οδηγώντας στην απελπισία όσους είχαν επενδύσει σε καπνοφυτείες. 

Στη Λέσβο και τη Λήμνο υπήρξε άλλη μια παρενέργεια. Οι καπνοφυτείες είχαν εκτοπίσει την καλλιέργεια των σιτηρών, με συνέπεια να υπάρξει έλλειψη αλεύρων και ο κόσμος να πει το ψωμί-ψωμάκι, το οποίο μπήκε σε διατίμηση. Στη Λέσβο το 1916 η συνολική παραγωγή σιτηρών (σίτος, κριθή, σμιγό) ήταν περίπου 12,5 εκατομμύρια οκάδες. Το 1917 μειώθηκε στα 5,5 εκατομμύρια δηλαδή κάτω από το μισό. Στη Λήμνο δεν υπήρξε μεγάλη μείωση, διότι για τα καπνά αξιοποιήθηκαν πολλά χέρσα εδάφη, αλλά κι εδώ υπήρξε έλλειψη ψωμιού. 

Οι τιμές των καπνών δεν ανέκαμψαν ιδιαίτερα τα επόμενα χρόνια. Πάρθηκαν κάποια ημίμετρα στήριξης των παραγωγών αλλά η κατάσταση κάθε χρόνο ήταν χειρότερη ώσπου τα καπνά εγκαταλείφθηκαν. 

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.


Παλιότερες αναφορές

Καλλιέργεια καπνών στη Λήμνο δεν αναφέρεται πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα, παρά το ό,τι πολλοί από τους περιηγητές που την επισκέφτηκαν αναφέρουν με λεπτομέρειες τις καλλιέργειες και τα προϊόντα του νησιού. Υπάρχουν αναφορές ότι καλλιεργούσαν κάνναβη αλλά όχι καπνό. Η κάνναβη, γνωστή από την αρχαιότητα, ίσως ήταν αυτοφυής στο νησί από πολύ παλιά. Ο Γάλλος Pierre Belon που ήρθε στη Λήμνο το 1548, την αναφέρει ως ένα από τα προϊόντα που παρήγαγαν οι κάτοικοι. Τόσο ο Belon, όσο και μεταγενέστεροι περιηγητές, την σημειώνουν μαζί με το μαλλί και λινάρι, κάτι που υποδηλώνει πως την καλλιεργούσαν για τις ίνες της, από τις οποίες έφτιαχναν ανθεκτικά σχοινιά και χοντρά υφάσματα. Ο V. Coronelli, που επισκέφτηκε το νησί γύρω στα 1695, είναι ο πρώτος που διευκρινίζει πως είχε και ιατρική χρήση: «το καννάβι χρησιμοποιείται στην κατασκευή σχοινιών και υφασμάτων· οι σπόροι του χρησιμεύουν στην ιατρική». 

Καλλιέργεια καπνού αναφέρεται για πρώτη φορά το 1858 από τον Γερμανό Alexander Conze, ο οποίος προσθέτει ότι ένα μέρος της παραγωγής του εξάγεται. Αν και ο M.B. Collas που έγραψε το 1861 δεν τον αναφέρει ανάμεσα στα παραγόμενα προϊόντα του νησιού (παραλείπει και άλλα όμως, όπως το βαμβάκι) πρέπει να θεωρήσουμε ότι η καλλιέργεια καπνού είχε ξεκινήσει. Γνωρίζουμε πως το 1854 οι κάτοικοι της Ατσικής πλήρωσαν 1.505 γρόσια ως τέλη αμπελιών και καπνών. Επίσης, ο Άγγλος Henry Tozer, το 1889 που ταξίδεψε στη Λήμνο, διαπίστωσε πως στην κεντρική πεδιάδα του νησιού η γη καλλιεργείτο εντατικά, με κύρια παραγωγή το καλαμπόκι, το κρασί και τον καπνό.* 

*Τουρπτσόγλου, σελ. 66 (Belon), 207 (Coronelli), 367 (Conze), 376 (Collas), 444 (Tozer).


Την ίδια περίοδο, Λημνιοί της Αιγύπτου ασχολούνταν με τα καπνά. Ο Ιωάννης Παντελίδης (1825-1900) είχε καπνοβιομηχανία στο Ζαγαζίκ της Άνω Αιγύπτου. Ο Κομνηνός Σταματέρης ήταν σιγαροποιός στην Μωραλία (οικισμό της Ιμπραημίας), όπου πέθανε πάμφτωχος το 1887 (τάφηκε με εισφορές ομογενών). Ορισμένοι μετέφεραν τεχνογνωσία από το νησί, όπως Γ. Παπαδόπουλος, ο πρώτος παραγωγός τσιγάρων σε πολυτελείς κασετίνες στη Ροδεσία το 1904, ο οποίος μετέφερε σπόρο από τη Λήμνο και το 1912 ο Αλέξ. Παπαδόπουλος στο Σόλσμπερι.

Φωτισμένα μυαλά, όπως ο Αργύριος Μοσχίδης, επισημαίνοντας την ανάγκη να βελτιωθεί η παραγωγή του κοινοτικού αγροκτήματος «Μητρόπολις» με τη βοήθεια γεωπόνου, μεταξύ άλλων υποδείκνυε το 1906: «να ληφθή πρόνοια περί καλλιεργείας καπνού». Τα ιδία περίπου έγραφε το 1916 ο βουλευτής Καλδής. Μετά το 1912 η καπνοκαλλιέργεια στη Λήμνο εντείνεται και γίνεται εξαγωγή καπνών, ιδίως μετά από το 1915 που έρχονται στο νησί πρόσφυγες με σχετική εμπειρία. Τις πληροφορίες αντλούμε κυρίως από τον τοπικό τύπο, αλλά υπάρχουν και φωτογραφίες.

Από το 1915 φθάνουν στη Λήμνο καραβιές με πρόσφυγες από τη Μικρασία και τη Θράκη, διωγμένοι από τις εστίες τους ως εσωτερικοί εχθροί της Τουρκίας, καθ’ υπόδειξη των Γερμανών συμμάχων της. Δημιουργούνται ζητήματα καθώς διεκδικούν τις εργασίες των ντόπιων. Το καλοκαίρι του 1916 η εφ. Λήμνος συνιστά «Να προτιμηθούν οι πρόσφυγες» για τα εγκαταλελειμμένα εδάφη Οθωμανών που είχαν φύγει, επειδή γνωρίζουν από καπνά:

«Με την ιδέαν πάντοτε ότι η καπνοφυτεία ήθελε μεγάλως ωφελήσει την νήσον ημών, υποβάλλωμεν μίαν παράκλησιν προς τον ενταύθα Οικονομικόν Έφορον, όπως δηλ. εις την ενοικίασιν των εγκαταλελειμμένων Τουρκικών περιουσιών προτιμά τους πρόσφυγας τους έχοντας γνώσεις καπνοπαραγωγής» [εφ. Λήμνος, 24.7.1916]. 

Θεωρεί μάλιστα πως είναι «Μία κατάλληλος ευκαιρία» για τους γαιοκτήμονες να γνωρίσουν την καπνοκαλλιέργεια και τα οικονομικά οφέλη από αυτήν:

«Ιδού ευκαιρία καταλληλοτάτη δια τους γεωκτήμονας, όπως διδαχθώσι την καπνοφυτείαν την λαμπράν ταύτην πλουτοπαραγωγόν δύναμιν παντός τόπου. Ας δώσωσιν εις τους πρόσφυγας τους αγρούς των συνεταιρικώς και θα ίδωσιν ότι θα λάβωσι τουλάχιστον 200 δραχμάς δι’ έκαστον στρέμμα εις το μερίδιόν των. Τα καπνά σήμερον προαγοράζονται με 6-8 δραχμών κατ’ οκάν. Έν στρέμμα γης δύναται να αποδώσει 100 μεν οκάδας καπνού, εάν είνε σπόρος Ανατολής, 75 δε έως 80 εάν είναι σπόρος Καβάλλας» [εφ. Λήμνος, 31.7.1916].

Εφ. ΛΗΜΝΟΣ, 24.7.1916


Προώθηση και επικράτηση της καπνοκαλλιέργειας 

Η ιδέα εισακούστηκε. Η καπνοκαλλιέργεια άρχισε να επεκτείνεται από χωριό σε χωριό και οι κοινότητες άρχισαν να αναζητούν έμπειρους καλλιεργητές μεταξύ των προσφύγων. Σε διαδοχικές ανταποκρίσεις από το Κοντοπούλι, διαβάζουμε:

«Ήρχισαν και ενταύθα να επιδίδωνται οι κάτοικοι εις την καπνοφυτείαν. Ζητούνται ειδικοί πρόσφυγες, όπως προσερχόμενοι εις το χωρίον μας συνεννοηθώσι μετά των κατόχων των γαιών» [εφ. Λήμνος, 13.11.1916]. Και:

«Το ζήτημα της ημέρας εν τω χωρίω μας είνε το της καπνοφυτείας, εις ην πολλοί κάτοχοι γαιών παρασκευάζονται να επιδοθώσιν εφέτος εις ευρείαν κλίμακα· ευτυχώς ούτοι θα δόσωσι το παράδειγμα, όπως βραδύτερον γενικευθή η καλλιέργεια του φυτού, καθότι επί του παρόντος ο γεωργικός πληθυσμός μη γνωρίζων τον τρόπον της καλλιεργείας και τας  εκ τούτου ωφελείας, διστάζει να προβή εις την επιχείρησιν. Ως καλλιεργηταί προσλαμβάνονται πρόσφυγες» [εφ. Λήμνος, 20.11.1916].

Η τοπική εφημερίδα, η οποία συμμετείχε στην καμπάνια αυτή, ξεκίνησε σειρά άρθρων, με τίτλο «Πρακτικαί οδηγίαι επί της καλλιεργείας του καπνού εν Λήμνω», σε συνεργασία με το νομογεωπόνο [εφ. Λήμνος 13.11 ως 18.12.1916]. Αναφέρεται στην εκλογή κατάλληλου εδάφους, το οποίο να στραγγίζει και να μη νεροπιάνει, στην προετοιμασία του (καθαρισμός από παράσιτα, οργώματα κλπ), στη λίπανση, την επιλογή κατάλληλου σπόρου κλπ.

Καθώς ο καπνός δεν είναι φαγώσιμο είδος, από παλιούς αγρότες υπήρχαν επιφυλάξεις, διότι είχαν συνηθίσει στην καλλιέργεια φυτών για αυτοκατανάλωση και όχι για εμπόριο, όπως π.χ. στο Ρουσσοπούλι:

«Η καπνοφυτεία εν τω χωρίω μας λαμβάνει κατά το τρέχον έτος αρκετήν ανάπτυξιν, αν και οι γεωργοί μας δεν θέλουν να αλλάξουν το αρχέγονον σύστημα της καλλιεργείας των φασουλίων και του σησαμίου και να επιδοθούν εις την καπνοφυτείαν ήτις αρκετόν πλούτον θα προσπορίση εις το εύφορον χωρίον μας. Βαθμηδόν όμως το χρήμα θα τους εξαναγκάση να ασχοληθούν εις την του καπνού καλλιέργειαν» [εφ. Λήμνος, 18.12.1916].

Για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και οι ανασφάλειες, με μια νέα σειρά άρθρων προτάθηκε στις κοινότητες του νησιού να καλέσουν ειδικούς καπνοκαλλιεργητές «προς διδασκαλίαν των γεωργών, ιδία δε των διδασκάλων, ιερέων και επιτροπών» και οι Γεωργικές Επιτροπές κάθε χωριού να εκμισθώσουν τρία στρέμματα αγρού για λογαριασμό της Κοινότητας «δι’ υποδειγματικήν διδασκαλίαν της καπνοκαλλιεργείας». Δημοσιεύτηκε μάλιστα και ένας προϋπολογισμός δαπανών ανά στρέμμα. Επιπλέον επικαλούνταν το επιχείρημα πως αν πετύχει η προσπάθεια θα ανακοπεί η τάση προς μετανάστευση: «θέλει χρησιμεύση ως το μόνον κατά της μεταναστεύσεως αντιφάρμακον, αν δε ιδρύσωσιν, ως σκέπτονται τινές και εργοστάσιον, οι κάτοικοι δεν θα έχωσι πλέον ανάγκην να εκπατρίζωνται» [εφ. Λήμνος 6.1.1917 κ.επ.].

Σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα οι καπνοφυτείες επεκτάθηκαν σε όλο το νησί, ιδίως από γαιοκτήμονες που φύτευαν καπνά σε ένα τμήμα των εκτάσεών τους. Αυτό προκάλεσε παράπονα από τους κεχαγιάδες που νέμονταν τους αγρούς κι έβοσκαν τα ζώα τους, καθώς οι ιδιοκτήτες αφενός δέσμευαν τη γη, αφετέρου προσλάμβαναν πρόσφυγες για τα καπνά, αφήνοντάς τους άεργους. Όχι όλοι πάντως, π.χ. στο Σαρπί «τυγχάνει άξιος συγχαρητηρίων μόνος ο γαιοκτήμων Α. Ιωαννίδης, όστις σεβασθείς το τοπικόν έθιμον προσέλαβε και τον κεχαγιάν του μεταξύ των άλλων ως σύντροφον εις τα χωράφια άτινα εκ του κτήματός του διετέθησαν προς καπνοφυτείαν» [εφ. Λήμνος 15.1.1917]. Αλλά αυτός ήταν η εξαίρεση.

Την περίοδο αυτή (1916-1917) σχεδόν σε κάθε φύλλο της τοπικής εφημερίδας υπάρχουν ειδήσεις για τα καπνά: οδηγίες και προτροπές, η τιμή του καπνού, ανταποκρίσεις από τα χωριά για την ίδρυση γεωργικών επιτροπών κλπ. Η συνεχής διαφήμιση έφερε αποτέλεσμα, όπως φαίνεται από την αύξηση της παραγωγής. Σύμφωνα με τις στατιστικές του Υπ. Εθνικής Οικονομίας για το νομό Λέσβου: Λέσβος, Λήμνος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Τένεδος (ο Άη Στράτης δεν είχε καπνά), που δημοσίευσε ο νομογεωπόνος Τ. Αρχοντόπουλος στην εφ. Ελεύθερος Λόγος Μυτιλήνης [φ. 22 και 23.8.1919], το 1917 η Λήμνος παρήγαγε 233.967 οκάδες καπνού εις φύλλα που αντιστοιχούσαν στο 15% της παραγωγής του νομού και το 1918 730.259 οκάδες, ποσοστό 28% του νομού!

Αντίστοιχες είναι οι δημοσιεύσεις της εφ. Λήμνος, που διαφήμιζε τα τοπικά καπνά καθώς ο εκδότης Δημήτριος Βέργος ενεργούσε και ως επιχειρηματίας μεσίτης. Στρογγυλοποιώντας τα μεγέθη προς τα πάνω, αναφέρει παραγωγή 250.000 οκάδων το 1917 και 1.000.000 οκάδων το 1918. 

"ΚΑΠΝΑ ΛΗΜΝΟΥ ΠΡΩΤΗΣ ΠΟΙΟΤΗΤΟΣ. Άνω των 250 χιλ. οκάδων καπνού παρήγαγεν η Λήμνος. Εφάμιλλα με τα καπνά της Ξάνθης, της Καβάλας , του Γένιτζε [σ.σ. Γενισέα Ξάνθης]. Εύοσμα γιακά Α΄ ποιότητος. Ευώδη ως τα καπνά Αγρινίου. Επισκευθήτε Έμποροι τα καπνά της Λήμνου. ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΚΑΤΑΛΛΗΛΩΤΑΤΗ. Δια περισσοτέρας πληροφορίας αποταθήτε εις τα Γραφεία της Εφημερίδος μας." [εφ. Λήμνος, Οκτώβριος 1917]


"ΚΑΠΝΑ ΛΗΜΝΟΥ: Καπνά Λήμνου πρώτης ποιότητος πωλούνται εν Λήμνω, όμοια καθ’ όλα προς τα καπνά Ξάνθης, Καβάλλας και Αγρινίου. Οι καπνέμποροι ας σπεύσωσιν ν’ αποστείλωσι τους αντιπροσώπους των. Εν εκατομμύριον οκάδων είνε η εφετινή εσοδεία. Αναλαμβάνομεν αντιπροσωπείαν διαφόρων οίκων. Δια περισσοτέρας λεπτομερείας ας αποτανθώσι οι ενδιαφερόμενοι εις τα γραφεία της Εφημερίδος ημών". [εφ. Λήμνος, 21.10.1918]


"ΚΑΠΝΕΜΠΟΡΟΙ, Θέλετε καπνά μυρωδάτα; Θέλετε καπνά ευχαριστούντα κάθε γούστον; Αγοράσατε ΚΑΠΝΑ ΛΗΜΝΟΥ. Εν περίπου εκατομμύριον οκάδων καπνού θα εύρητε ενταύθα. Επισκεφθήτε τα καπνά Λήμνου εν όσω είνε καιρός. Πληροφορίαι εις τα Γραφεία μας." [εφ. Λήμνος, 21.4.1919]


Δυσκολίες και προβλήματα 

Αρχικά οι πωλήσεις πήγαν καλά, έστω με καθυστέρηση. Π.χ. τον Οκτώβριο του 1918: «Δια του επιτάκτου Κ. Σαλβάγος εφορτώθησαν υπό του αντιπρ. της Εταιρ. Πυροκάκου 2.039 δέματα καπνού περυσινής εσοδείας προωρισμένου δια Ν. Υόρκην» [Λήμνος 21.10.1918]. 

Μετέπειτα δεν ήταν ικανοποιητικό το οικονομικό αποτέλεσμα. Ειδικά το 1918-19 που υπήρξε υπερπαραγωγή, οι τιμές των καπνών δεν ήταν οι αναμενόμενες, καθώς μετά το τέλος του πολέμου άνοιξε πάλι η αγορά της Τουρκίας. Το Νοέμβριο 1919 υπήρχε αγωνία για την διαμόρφωση των τιμών και πιο πολύ στη Λήμνο που βρισκόταν στην περιφέρεια. Οι ντόπιοι αντλούσαν πληροφορίες από οπουδήποτε. Ο έμπορος Αργύριος Αργυρίου έγραφε από τη Μυτιλήνη [εφ. Λήμνος, φ. 3.11.1919]:

"Ο κ. Αργυρίου όστις αμέσως ενδιαφέρεται δια την τιμήν των καπνών μοι απέστειλεν εκ Μυτιλήνης την κάτωθι επιστολήν, ην πάνυ ευχαρίστως δημοσιεύω: Αγαπητέ μοι κ. Λιάπη, Έμαθον εκ θετικής πηγής ότι η Αμερικανική Εταιρεία αγοράζει καπνά Μυτιλήνης μέχρις εξ δρχ. την οκάν με τάσιν υψωμού, γένονται δε ενέργειαι να αποσταλή και εις Λήμνον αντιπρόσωπός της όπως προβή εις σχετικάς αγοράς· ταύτα προς γνώσιν των ενδιαφερομένων. Μετ’ αγάπης, Α. ΑΡΓΥΡΙΟΥ".

Μούδρος 1915: ιερέας με το γαϊδουράκι του μπροστά από καπνοφυτεία


Για την εξυπηρέτηση των παραγωγών κάποιοι, όχι απαραίτητα αγρότες, εμπορεύονταν φυτώρια, όπως ο ιατρός Δ. Μαστράφτης: «Φυτώριον καπνού έτοιμον καθ’ όλα προς φύτευσιν πωλείται εν τη οικία του ιατρού Δ. Μαστράφτη. Ας τρέξωσιν όλοι όσοι θέλουν πρωίμως να φυτεύσωσι καπνόν» [εφ. Λήμνος, 7.4.1919] κι ο έμπορος Μαλλίδης στον Μούδρο: «ΦΥΤΑΡΙΕΣ καπνού και τουμπεκιού (σ.σ. ποικιλία καπνού πλούσιου σε νικοτίνη, τα φύλλα του οποίου προορίζονταν για ναργιλέ) πωλούνται εν Μούδρω παρά τω κ. Θεοδώρω Μαλλίδη εις τιμάς πολύ συγκαταβατικάς» [εφ. Λήμνος, 23.5.1923]. 

Στο μεταξύ με την επιστράτευση των νέων στο Τάγμα Λήμνου και την αναχώρησή τους από το νησί τον Απρίλιο του 1917 για το μακεδονικό μέτωπο, τα εργατικά χέρια είχαν λιγοστέψει. Την ίδια περίοδο έγινε επίταξη ζώων (όνων, ημιόνων) από το στρατό, που στέρησε από πολλούς αγρότες το σημαντικότερο βοήθημά τους. Η ισπανική γρίπη που ενέσκηψε το φθινόπωρο του 1918, η οποία προκάλεσε πάνω από 200 θανάτους στο νησί, υπήρξε ένας ακόμα ανασταλτικός παράγοντας, όχι μόνο για τα καπνά αλλά για την τοπική οικονομία γενικότερα. Παράλληλα από το καλοκαίρι του 1917 παρουσιάστηκε έλλειψη τροφίμων. Επιβλήθηκε διατίμηση, ώστε να περιοριστεί η αισχροκέρδεια και περιορίστηκε η εξαγωγή των βασικών ειδών διατροφής, κυρίως αλεύρων και οσπρίων. 

Παρά τα μέτρα το χειμώνα του 1917-18 ο κόσμος είπε το ψωμί-ψωμάκι. Από τον Οκτώβρη του 1917 καθιερώθηκε διανομή κριθαρένιου ψωμιού με δελτίο (100 δράμια κατ’ άτομο) κι ο κόσμος στηνόταν στην ουρά. Η παραγωγή του νησιού το 1917 ανήλθε σε 6.000.000 οκάδες σίτου και κριθής, ποσότητα ανεπαρκής για την διατροφή του πληθυσμού. Υπολογιζόταν πως υπήρχε έλλειμμα 150.000 οκάδων περίπου. Μια βιαστική απόφαση της πολιτείας να απαγορευτεί η καπνοκαλλιέργεια στα νησιά, ήρθη σχεδόν αμέσως καθώς υπήρξαν έντονες αντιδράσεις [εφ. Λήμνος, 15.10, 12.11 και 17.12.1917]


Η παραγωγή σιτηρών, οσπρίων, καπνών κλπ στη Λέσβο και στη Λήμνο. Αριστερά του 1917 και δεξιά του 1918 [εφ. Ελεύθερος Λόγος Μυτ. 22 και 23.8.1919]


Οι αρχές έκαναν έκκληση στους αγρότες να σπείρουν κάθε σπιθαμή διαθέσιμης γης. Στο ίδιο φύλλο διαφημίζονταν τα καπνά του νησιού! Και την ίδια ώρα οι πολίτες συνωστίζονταν στις ουρές για ψωμί. Η αυτάρκεια που είχε ανέκαθεν το νησί, είχε διαταραχθεί και τα καπνά είχαν παίξει το ρόλο τους. Παρά το ζήτημα που είχε προκύψει σχετικά με την χρήση του καλλιεργήσιμου εδάφους, την άνοιξη δόθηκαν νέες άδειες καπνοφυτείας σε 11.634 στρ. καλλιεργήσιμης γης και σε 2.807 στρέμματα χέρσων εδαφών. [εφ. Λήμνος 20.5.1918] 

Το 1919 άρχισαν να επιστρέφουν οι επίστρατοι αλλά ξεκίνησε η σταδιακή παλιννόστηση των προσφύγων στις εστίες τους, πολλοί από τους οποίους ήταν έμπειροι στα καπνά, στερώντας το νησί από ειδικευμένους αγρότες. Η υπερπαραγωγή του 1919 οδήγησε την πολιτεία σε αλλαγή πλεύσης, με στόχο να μειωθούν τα καπνά και να αυξηθεί η παραγωγή τροφίμων. Συγκεκριμένα υποχρέωνε τους γεωργούς να βάλουν καπνά μόνο στο 20% των αγρών όπου παλιά έσπερναν σιτηρά και στο 80% να σπείρουν όσπρια. Ήταν μια σωστή απόφαση ώστε να αντιμετωπιστεί η έλλειψη τροφίμων και να μην υπάρξει πλεόνασμα απούλητων καπνών, αλλά καθώς είχαν ήδη υποβληθεί οι αιτήσεις, αιφνιδιάστηκαν οι πάντες. Οι παραγωγοί διότι είχαν αγοράσει και προετοιμάσει νεαρά φυτά, οι ενοικιαστές αγρών που προορίζονταν για καπνά διότι είχαν καταβάλει/συμφωνήσει με τους ιδιοκτήτες υψηλά μισθώματα, οι έμποροι σχετικών με τα καπνά ειδών διότι είχαν κάνει τις προμήθειές τους, βρέθηκαν οικονομικά μετέωροι. Στις διαμαρτυρίες δεν υπήρξε ανταπόκριση. Για να μην γίνουν παρασπονδίες, ανακοινώθηκε πως οι άδειες καπνών που εκδίδουν οι Κοινότητες πρέπει να εγκριθούν και από την Οικονομική Εφορία [εφ. Λήμνος, 10 και 17.3.1919].

Οι καπνοπαραγωγοί που πλέον ήταν σχεδόν όλοι στο νησί είχαν φθάσει στα όριά τους, όχι μόνο λόγω των νέων μέτρων αλλά και λόγω των χαμηλών τιμών [εφ. Λήμνος, 28.7.1919]: 

«ως φάσμα απαίσιον και φρικώδες προβάλλει η πανωλεθρία ήτις προμηνύεται εις τους καπνοπαραγωγούς της νήσου ημών, και είναι τοιούτοι άπαντες περίπου οι κάτοικοι αυτής, αφού εδαπάνησαν και τον τελευταίον αυτών οβολόν προς καλλιέργειαν του χρυσοφόρου τούτου φυτού, εις μάτην ήδη αναμένουσι την βελτίωσιν της αγοράς προς πώλησιν αυτού»

Η εφημερίδα, η οποία δύο χρόνια ενωρίτερα προωθούσε την καλλιέργεια των καπνών, παροτρύνοντας τους αμαθείς χωρικούς να εγκαταλείψουν τα «φασούλια και το  σησάμιον», τώρα με πρωτοσέλιδο άρθρο αναζητούσε σωτηρία από την Γεωργική Τράπεζα, στην οποία πρότεινε να δανείσει τους παραγωγούς με εγγύηση την επόμενη καπνική σοδειά:

«Εν απελπιστική θέση ευρισκόμενοι οι καπνοπαραγωγοί μας, ως εις άγκυραν σωτηρίας στρέφουν τα βλέμματά των προς την Γεωργικήν των νήσων του Αιγαίου Τράπεζαν και ειδικώς προς το ενταύθα Πρακτορείον της ρηθείσης Τραπέζης, όπερ διαθέτον περί το εν εκατομμύριον δραχμών δύναται κάλλιστα να επέλθη αρωγόν εις τους καπνοπαραγωγούς της νήσου μας δια της χορηγήσεως δανείων επί ενεχύρω καπνού εις φύλλα».


Η ίδρυση του Συνδέσμου Καπνοπαραγωγών

Παρά την ελπιδοφόρα ανακοίνωση του Παλλεσβιακού Σωματείου Καπνοπαραγωγών πως πουλήθηκαν καπνά του νησιού στην Ολλανδία αντί 13,40 δρχ. την οκά και αναμένεται κι άλλη παραγγελία [Λήμνος 18.8.1919], το Σεπτέμβριο η εικόνα δεν είχε αλλάξει. Ούτε η Τράπεζα είχε ανταποκριθεί. Η εφημερίδα επανήλθε με κύριο άρθρο, με το οποίο τόνιζε πως «η οικονομία της νήσου εξαρτάται κατά μέγα μέρος εκ της πωλήσεως των καπνών» και με την άφιξη κάθε καπνεμπόρου «πάντες διερωτώνται πώς θα δυνηθούν να απαλλαγώσι του εφιάλτου, όστις οικονομικώς βαρύνει το στήθος αυτών και τους δεσμεύει από πάσης  άλλης επιχειρήσεως, καθόσον πάντες περίπου οι εν Λήμνω στηριχθέντες εις τα τιμάς του πρώτου έτους κατηνάλωσαν και την τελευταίαν αυτών οικονομίαν εις την καλλιέργειαν του πλουτοφόρου τούτου φυτού». 

Συνέχιζε, αναφέροντας πως παρέμεναν αδιάθετες 1.200.000 οκάδες καπνού που στοίχιζαν κατά μέσο όρο πέντε δραχμές η οκά, όριο στο οποίο δεν έχει φθάσει ακόμα η τιμή λόγω του «φοβερού αμερικανικού τραστ όπερ κωλύει πάσαν εμπορικήν κίνησιν και της υποτιμήσεως του γερμανικού μάρκου». Κι επανερχόταν στο αίτημα να δοθούν δάνεια από την Γεωργική Τράπεζα [εφ. Λήμνος, 29.9.1919].

Καθώς το πρόβλημα δεν ήταν μόνο της Λήμνου αλλά ήταν γενικότερο, το Υπ. Οικονομίας, σε συνεργασία με τράπεζες και εκπροσώπους των Ελλήνων καπνοβιομηχάνων, μελέτησαν  κάποιες ενέργειες για την βελτίωση της κατάστασης [εφ. Λήμνος, 13.10.1919]. Π.χ. όσοι εγκατέλειπαν την καλλιέργεια καπνών σε αγρούς που είχαν ενοικιάσει, με σχετική διάταξη απαλλάχτηκαν από την καταβολή του μισθώματος χωρίς συνέπειες.

Τον Οκτώβριο του 1919 οι μεγάλοι καπνοπαραγωγοί του νησιού προχώρησαν στην ίδρυση Συνδέσμου, προκειμένου να αντιμετωπίσουν συλλογικά τις δυσκολίες που είχαν προκύψει. Στην υπόθεση ενεπλάκησαν επιφανείς γαιοκτήμονες [Λήμνος, 20.10.1919]:

«Κατόπιν κοινής συσκέψεως μεταξύ των κυριωτέρων καπνοπαραγωγών ήτοι των κ.κ. Π. Παπαδοπούλου, Ν. Βερτσώνη, Ν. Ανδρομάλλου, Γ. Βερτσώνη, Δ. Βέργου, Λ. Δημητριάδου, Φωτίου Ιεροδιακόνου, Αρ. Βαρελτζή, Αθ. Παλαιολόγου, Δ. Ζαβαλάκη κ.λ. απεφασίσθη η ίδρυσις Συνδέσμου εν είδει συνεταιρισμού μεταξύ απάντων των καπνοπαραγωγών της Λήμνου σκοπός του οποίου έσεται: 

Α! η ενίσχυσις των μικροπαραγωγών δια δανείων, όπως μη αναγκάζωνται ούτοι να πωλώσιν εις εξευτελιστικάς τιμάς τα καπνά των και Β! η εξεύρεσις αγορών προς πώλησιν του καπνού ENGPOS δηλαδή εις μεγάλας ποσότητας. Προς τον σκοπόν τούτον θα αποσταλούν αντιπρόσωποι εις διάφορα κέντρα της Ευρώπης και Αμερικής προς  εξεύρεσιν αγοραστών. Ο Σύνδεσμος προς το παρόν διαθέτει καπνά περί τας 450 περίπου χιλ. οκάδας. 

Γίνονται δεκτοί εις τον Σύνδεσμον άπαντες οι καπνοκαλλιεργηταί οίτινες υποχρεούνται να συμμορφωθώσι προς τους όρους του Συνδέσμου θα έχωσι δε το πλεονέκτημα να λαμβάνωσι μικρά δάνεια προς εξοικονόμησιν των αναγκών των. Πολλά τα καλά ελπίζονται εκ της ιδρύσεως του Συνδέσμου τούτου καθόσον ούτος θα δύναται να διαπραγματεύηται απ’ ευθείας μετά καπνεμπορικών οίκων της Ευρώπης και προ πάντων της Αμερικής ένθα τα καπνά πωλώνται εις μεγάλας τιμάς, καθόσον αι εταιρείαι καπνών αίτινες ηγόρασαν καπνά προς 15-20 δρ. κατ’ οκάν δεν δύνανται να πωλήσωσιν εις Αμερικήν ολιγότερον των είκοσι δραχμών την οκάν.

Ο κ. Αθ. Κριαρής εφόρτωσε με το ατμόπλοιον Ανατολή περί τας 2.000 οκάδας καπνού δι’ Αμερικήν ένθα ως του γράφουν συγγενείς του εργαζόμενοι εις το είδος τούτο ελπίζεται να εύρη τιμήν άνω των 12 δραχμών· του επρότεινον μάλιστα να του προπληρώσουν την αξίαν προς 6,50 δραχμάς την οκάν αλλ’ ούτος ηρνήθη ελπίζων να απολαύση τιμάς μεγαλυτέρας. Την ερχομένην εβδομάδα φορτώνονται επίσης καπνά δια Μασσάβαν [σ.σ. λιμάνι στην Ερυθρά]. Αι τιμαί των καπνών εν Μυτιλήνη λίαν βελτιωμέναι».

Από τους αναφερόμενους οι: Παν. Παπαδόπουλος (Τσας), Ανδρόμαλλος (Λιβαδοχώρι), Βερτσώνης (Πλατύ), ιεροδ. Φώτιος (μετόχι Αλεξόπυργου), Βαρελτζής (Πεσπέραγο), Α. Παλαιολόγου (Ρουσσοπούλι), Ζαβαλάκης (Βάρος), το Γενάρη του 1918 είχαν μετάσχει στην ίδρυση του Παλλημνιακού Γεωργικού Συνδέσμου.

εφ. ΛΗΜΝΟΣ, 20.10.1919


Πάντως, κάποιοι πιέζονταν κι αναγκάζονταν να πουλήσουν κάτω του κόστους, όπως στον Κοντιά και το Σαρπί: «Ο κ. Κλήμης καπνέμπορος εξακολουθεί αγοράζων καπνά προς 3,5-4 δραχμάς την οκάν. Ούτω εκτός άλλων12 χιλ. οκάδας ηγόρασεν εν Κονδιά και 10 χιλ. οκ. εκ Σαρπίου» [εφ. Λήμνος 25.8.1919]. 

Στο Ρουσσοπούλι έδωσαν χαμηλής ποιότητας καπνά προς 4 δρχ. την οκά, αλλά για τα πιο ποιοτικά δεν πήραν απάντηση από τον έμπορο που αναζήτησε τιμή και στα Καμίνια [εφ. Λήμνος, 27.10.1919]: «Προ τινών ημερών μας επεσκέφθη ο κ. Κωνσταντινίδης, πρώην τελώνης Μούδρου, ως καπνέμπορος και έλαβε 200-300 οκ. καπνόν προς 4 δραχμάς κατ’ οκάν λύσας την μανίαν ότι έλαβε και εκ Ρουσσοπουλίου έστω και τα προς καύσιν χρήσιμα. Επίσης, χθες μας επεσκέφθη και ο κ. Ι. Μόσχου μετά του κ. Κατσαΐτου, όστις εξετάσας ολίγα καπνά και λαβών σημειώσεις τούτων ανεχώρησε δια Καμίνια· εξ όσων εβολιδοσκόπησεν ήκουσε την δεκάδραχμον τιμήν».

Ο Σύνδεσμος συνέστησε να μην βιάζονται καθώς οι τιμές βελτιώνονται. Ενημερώνει τους παραγωγούς πως έστειλε ποσότητα στις ΗΠΑ, πως έμποροι που ήρθαν στο νησί με προσφορές των 4 δρχ. την οκά, όπως οι κ.κ. Δουλκαρίδης και Στεφάνου, έφυγαν άπρακτοι, πως στη Μυτιλήνη, τη Σάμο και την Χίο οι τιμές για μικρές αγορές είναι της τάξεως των 6-7 δρχ. την οκά, πως έχει συνεχή ενημέρωση από ανταποκριτές του για τις τιμές και συνιστά υπομονή, διότι η οικονομική εκμετάλλευση είναι εις βάρος όλων. 

Προς το τέλος της χρονιάς «ήρχισε να παρατηρήται ποιά τις κίνησις δια τα καπνά». «Αφίκετο ο κ. Ασίρ Σακίς έμπορος καπνών και αντιπρόσωπος της Κομερσιάλ, οίτινες προέβησαν εις αγοράς καπνών με τας αυτάς πάντοτε τιμάς». Κάποιοι έστειλαν καπνά στην Καβάλα, όπου έμαθαν πως οι τιμές ήταν καλύτερες. Ο Παπαδόπουλος ετοιμαζόταν να στείλει 30.000 οκάδες στην Ολλανδία. Από τη Σαμοθράκη μάθαιναν πως οι τιμές κυμαίνονταν στις 6 ως 7,5 δρχ η οκά [Λήμνος, 29.12.1919]. Γενικά το κλίμα είχε αλλάξει κάπως, κάτι που διαπιστώνεται κι από επόμενα δημοσιεύματα: έρχονταν έμποροι με βελτιωμένες προτάσεις, στέλνονταν καπνά σε άλλα λιμάνια (Καβάλα, Σαμοθράκη), στην Ολλανδία, την Αίγυπτο, όπου εύρισκαν καλύτερες τιμές. Την άνοιξη η αμερικανική εταιρεία Comercial φόρτωσε χίλια δέματα για Θεσσαλονίκη.

Επίσης, μετά από τις συνεχείς πιέσεις, η Γεωργική Τράπεζα ανακοίνωσε την χορήγηση δανείων με ενέχυρο τα καπνά, ανακουφίζοντας κάπως τους παραγωγούς: «Το ενταύθα Πρακτορείον της Γεωργικής Τραπέζης γνωρίζει εις το κοινόν Λήμνου ότι από 1ης Δεκεμβρίου ε.έ. χορηγεί δάνεια επ’ ενεχύρω καπνού. Πληροφορίαι καθ’ εκάστην εις το ενταύθα Πρακτορείον Γεωργ. Τραπέζης» [Λήμνος, 22.12.1919]. Παρείχε δάνεια προς 4 δρχ. ανά οκά υποθηκευμένου καπνού [Λήμνος, 5.1.1920].

Η Γεωργική Τράπεζα Νήσων Αιγαίου, με έδρα τη Μυτιλήνη, είχε υποκαταστήματα σε Χίο, Λήμνο (από το 1920), Μόλυβο, Πλωμάρι· σε Ίμβρο, Τένεδο είχε πρακτορεία. Ιδρύθηκε το 1919 από παράγοντες της Λέσβου, με κεφάλαια των τραπεζών Εθνικής και Αθηνών. Διοικητής ήταν ο Νικ. Ζαγκάκης από την Κρήτη και Δ/ντής ο Στυλιανός Κρητικός από το Αδραμμύτι, ως τον Αύγουστο 1920 που διορίσθηκαν και οι δύο στη Γεωργική Τράπεζα Σμύρνης. Ο Ζαγκάκης απεβίωσε εκεί το 1922· ο Κρητικός κατέφυγε στη Λέσβο όπου πολιτεύτηκε. Το 1923 Διοικητής ήταν ο Αλέξανδρος Ακριβός και Δ/ντής στο Υπ. Λήμνου ο Θεόφραστος Ν. Αργυριάδης. Το 1926 δεν χορηγούσε δάνεια λόγω έλλειψης ρευστότητας. Το 1929 συγχωνεύτηκε στην ιδρυθείσα Αγροτική Τράπεζα, μαζί με άλλες τοπικές τράπεζες αγροτικής πίστης. 

εφ. Ελεύθερος Λόγος Μυτιλ. 28.5.1920


Καθώς το ρίσκο ήταν μεγάλο, οι έμποροι ασφάλιζαν τα αποθηκευμένα είδη. Το Μάρτιο του 1919 αποτεφρώθηκε η αποθήκη του Φωτίου Παρισίδη στον Τούρκικο Γιαλό από πυρκαγιά που ξέσπασε στη γειτονική αλευρομηχανή του Αλ. Δαρδανόπουλου. Κάηκαν «ησφαλισμένα 474 δέματα καπνού, 2.400 οκάδων, αξίας περίπου 300.000 δρχ. της Αμερικανικής Εταιρείας, ην αντιπροσωπεύει ο κ. Μαυροματάκης» [εφ. Λήμνος 10.3.1919].

Το 1920 η καπνοκαλλιέργεια ελαττώθηκε. Στο σύνολο του νομού Λέσβου οι εκτάσεις με καπνά αντιστοιχούσαν στο 92% της προηγούμενης χρονιάς, η δε σοδειά στο 79% [Λήμνος, 14.6.1920]. Παρά τη μειωμένη παραγωγή, η ζήτηση δεν αυξήθηκε· ούτε οι τιμές. Βασική αιτία των χαμηλών τιμών ήταν η επάνοδος στις αγορές καπνών της Τουρκίας από προηγούμενα έτη που είχαν μείνει σε αποθήκες λόγω του πολέμου. Οι ντόπιοι έμποροι δεν είχαν να χάσουν πολλά καθώς ήταν κυρίως μεσίτες: δέσμευαν καπνά έναντι πιθανής πώλησης σε χοντρέμπορους. Πιο χαμένοι ήταν οι παραγωγοί, πιο πολύ οι μικροί παραγωγοί που είχαν επενδύσει δουλειά και οικονομίες ή ακόμα χειρότερα δανεικά κεφάλαια. Κάποιοι καλλιεργούσαν χωρίς άδεια: είτε δεν δήλωναν όλα τα στρέμματα είτε φύτευαν καπνά σε χωράφια μικρότερα του μισού στρέμματος που δεν επιτρεπόταν. Μετά επιχειρούσαν να προωθήσουν λαθραία τα επί πλέον καπνά, διακινδυνεύοντας να τους τα κατάσχει η Εφορία, διότι απαγορευόταν η μεταφορά καπνών εκτός του χωριού χωρίς άδεια. Δύσκολοι καιροί για όλους.

Ο Οικονομικός Έφορος Λήμνου Ν. Καραμάνος υπενθύμιζε [εφ. Νέα Λήμνος 29.4.1923]: «Πας προτιθέμενος να καλλιεργήση κατά το τρέχον έτος καπνά οφείλει μέχρι τέλος Μαΐου ε. έτους να προσέλθη εις τον αρμόδιον Πρόεδρον Κοινότητος ίνα λάβη άδειαν καλλιεργείας. Δι’ εκάστην τοποθεσίαν, ης η έκτασις δεν πρέπει να είνε μικροτέρα του ημίσεως στρέμματος, απαιτείται ιδιαιτέρα άδεια. Έντυπα δηλώσεων και αδειών καλλιεργείας δωρεάν παρεχόμενα ευρίσκονται εις τα γραφεία των Κοινοτήτων. Καθιστώμεν δε γνωστόν ότι πας όστις ήθελε καλλιεργήση καπνόν άνευ αδείας θα υποστή τας αυστηράς συνεπείας του Νόμου».

Η αρχική προθεσμία παρατάθηκε ως τις 3 Ιουλίου, όπως ανακοίνωσε ο νέος Οικονομικός Έφορος Α. Νικολόπουλος: «οπότε οφείλουν οι μη λαβόντες να ζητήσωσι τοιαύτας παρά της Εφορίας» [Νέα Λήμνος, 20.6.1923].

Το Μάρτιο του 1920 έφυγαν με το ατμόπλοιο «Μελπομένη» χίλια άτομα που είχαν έρθει προσωρινά ως πρόσφυγες, 850 για το Ρεΐσντερε και οι υπόλοιποι για Πέργαμο, Δικελί, Νέα Φώκαια. Οπότε μειώθηκαν τα εργατικά χέρια. Ειδικά οι Ρεϊστεριανοί έλειψαν, καθώς γνώριζαν την καπνοκαλλιέργεια και την αμπελουργία, κάτι που θυμήθηκε η εφημερίδα όταν ήρθαν ξανά το Μάιο του 1923, για μόνιμη εγκατάσταση στο νησί ως ανταλλάξιμοι. 

Το 1920-21 τα πράγματα ήταν ακόμα πιο άσχημα. Ακόμα και φαντάροι που υπηρετούσαν στη Μικρασία αγωνιούσαν και ρωτούσαν. Ο Γρηγόριος Μαναβέρης απαντούσε από το μέτωπο στον εξάδελφό του Χαράλαμπο Τρ. Πουρνιώτη στο Ρωμανού στις 8.2.1921: «Έτσι λοιπόν τα καπνά δεν έχουν καμίαν τιμήν. Εδώ που είμεθα έχει 120 γρόσια η οκά, δηλαδή 12 δρ. η οκά».

Για το 1922 δεν βρήκα στοιχεία. Μάλλον η σοδειά ήταν χαμηλή, όπως στη Λέσβο που έβγαλε μόνο 300.000 οκάδες. Το 1923 η καλλιέργεια των καπνών κάλυπτε σχεδόν 8.000 στρέμματα και είχε επεκταθεί σε όλο το νησί, σύμφωνα με δημοσιευμένο κατάλογο που είχαν καταρτίσει οι πρόεδροι των κοινοτήτων [εφ. Λήμνος, 30.6.1923]:

Η ΚΑΠΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ

"Δίδομεν κατωτέρω κατάλογον καταρτισθέντα υπό των Προέδρων των Κοινοτήτων μετά προηγουμένην εξακρίβωσιν των καλλιεργηθεισών εκτάσεων καπνού ει διάφορα χωρία της νήσου αίτινες ανέρχονται εις 6.285 στρέμματα: Καμίνια 80 στρ. Λειβαδοχώρι 386, Ρεπανίδι 250, Κατάλακον 213, Κορνός 450, Μούδρος 300, Καρπάσι 580, Πορτιανού 300, Ρωσσοπούλ 180, Πλατύ 236, Σβέρδια 34, Λύχνα 125, Πλάκα 40, Ρωμανού 150, Ατσική 762, Σαρδές 113, Σαρπύ 360, Πεσπέραγο 350, Τσιμάνδρεια 200, Κάστρο 350, Κάσπακα 306, Θάνος 120, Κονδιά 400. Ως εμφαίνεται υπολείπονται αι κοινότητες Βάρους, Κοντοπουλίου, Πλάκας [σ.σ. εννοεί την Παναγία μάλλον, διότι η Πλάκα υπάρχει στη λίστα], Φυσίνης, Σκανδάλης, δι’ ας υπολογίζεται η καλλιεργηθείσα έκτασις καπνού εις 1.500 περίπου στρέμματα" (εφ. ΛΗΜΝΟΣ, 30.6.1923)

Από μια απλή άθροιση έχουμε: 6.285+1.500=7.785 στρέμματα, στα οποία προστέθηκαν λίγα ακόμα από τους πρόσφυγες του Ρεΐσντερε που εγκαταστάθηκαν στα Λέρα (νυν Αγ. Δημήτριος), οι οποίοι φύτεψαν αμέσως καπνά, τα οποία γνώριζαν από την πατρίδα τους.

Εκτός από τις αφίξεις προσφύγων, έχουν επιστρέψει και οι επίστρατοι, οπότε τα καπνά ήταν μια ελπιδοφόρα διέξοδος. Το έτος αυτό η παραγωγή ανήλθε στις 1.200.000 οκάδες [εφ. Λήμνος, 19.9.1923], παρά το ό,τι το χειμώνα σημειώθηκαν αλλεπάλληλες και διαρκείς βροχοπτώσεις, από τις οποίες «κατεστράφησαν κατά το πλείστον αι φυταρίαις του καπνού και μη υπάρχοντος σπόρου καθίσταται αδύνατος η ανανέωσις αυτών» [Νέα Λήμνος, 4.4.1923] και θερινές πλημμύρες στον κάμπο της Ατσικής που κατέστρεψαν τις εκεί καπνοφυτείες [εφ. Λήμνος, 11.7.1923].


"ΑΠΟΦΕΥΓΕ ΤΟΝ ΚΑΠΝΟΝ Ή ΚΑΜΕ ΜΕΤΡΙΑΝ ΧΡΗΣΙΝ ΤΟΥΤΟΥ"

Εκτενές άρθρο που επισημαίνει τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος στην υγεία. Είναι το μοναδικό που βρήκα με το θέμα αυτό από την περίοδο της ακμής της καπνοκαλλιέργειας στη Λήμνο. Το υπογράφει ο Dr. MILON, ψευδώνυμο προφανώς είτε κάποιου ιατρού είτε κάποιου άλλου. [εφ. Νέα Λήμνος, 23.1.2924]


Η καλλιέργεια και επεξεργασία καπνών συνεχίστηκε και το 1924. Με αυτήν ασχολήθηκαν και πρόσφυγες από το Ρεΐσντερε που γνώριζαν την τέχνη. Τον Ιούλιο «ο κ. Ηρακλής Σοφτάς αντιπρόσωπος του καπνεμπορικού οίκου Herman επεσκέφθη και εξήτασεν τους τρόπους της συλλογής και επεξεργασίας των καπνών των χωρίων της νήσου μας», γεγονός που δείχνει πως υπήρχε εμπορικό ενδιαφέρον [εφ. Νέα Λήμνος, 30.7.1924] και μάλιστα διεθνές. Δυο μήνες αργότερα 130 τόνοι εξήχθησαν στο Αμβούργο: «Την παρελθούσαν Παρασκευήν ανεχώρησεν εκ του λιμένος μας το ολλανδικόν φορτηγόν ατμόπλοιον “Cheroules” παραλαβών 13 τόννους εγχώρια καπνά του καπνεμπόρου Εμμ. Μάρκογλου προοριζόμενα δι’ Αμβούργον» [εφ. Νέα Λήμνος, 21.9.1924].

Την ίδια εποχή μια διαφωνία που έφτασε στον τύπο, δείχνει τα διάφορα τερτίπια που σκαρφίζονταν έμποροι και παραγωγοί στις μεταξύ τους συναλλαγές. Συγκεκριμένα δυο έφεδροι από το Ρεπανίδι, ο Ιωάννης Αλικάτορας κι ο Παύλος Παυλίδης, κατηγόρησαν με επιστολή τον «εκ Κάστρου νέο καπνέμπορο Γεώργιο Βαλέττα» για εκβιασμό. Κατά τα λεγόμενά τους είχε συμφωνήσει προ τεσσάρων μηνών να αγοράσει τα καπνά τους αντί 20.820 δρχ., τα δέσμευσε κρατώντας τις άδειές τους, έδωσε καπάρο 2.300 δρχ. και μετά από δέκα ημέρες πήγε και τα παρέλαβε. Όταν ήρθε η ώρα να πληρωθούν, ισχυρίστηκε πως τα καπνά δεν ήταν καλά, ζήτησε να του χαρίσουν 280 οκάδες και να του επιστρέψουν την προκαταβολή για να τους δώσει πίσω τις άδειες: «Σκλαβώσαμε τα καπνά μας, χάσαμε τας αδείας μας, νέας δεν μπορούμε να βγάλωμε, χρήματα δεν έχομε, μας απειλούν ακόμη ότι θα προβούν εις κατάσχεσιν αυτών». 

Στον αντίλογό του ο Γ.Κ. Βαλέττας ισχυρίστηκε πως πριν δώσει προκαταβολή έλεγξε τα καπνά βάσει δειγμάτων από δύο-τρία δέματα, αλλά όταν πήγε να τα παραλάβει, είδε «ότι το όλον του πράγματος ήτο τελείως κατεστραμμένον, δηλ. μπασαριασμένο, σάπιο και μαύρον κατά την γνώμην και των δύο ειδικών εμπειρογνωμόνων κ.κ. Ραφαέλ Μόρις και Αποστόλου εκ Μυτιλήνης. Εσάπησαν δε διότι είχον βραχή καθ’ ην εποχήν τα επάτησαν». Για το λόγο αυτό ζήτησε να του επιστρέψουν την προκαταβολή. Προσθέτει δε πως την ίδια ημέρα αγόρασε μεγάλες ποσότητες καπνών από το ίδιο χωριό, τα οποία αμέσως πλήρωσε και παρέλαβε [εφ. Νέα Λήμνος, 25 και 28.9.1924].

Καπνοκαλλιέργεια υπήρξε και το 1925, αν κρίνουμε από τις ανακοινώσεις του νέου Οικον. Εφόρου Ι. Ρίζου, σχετικά με τις δηλώσεις κατοχής φύλλων καπνού και την έκδοση αδειών καλλιέργειας με τα αναλογούντα χαρτόσημα 3 ή 5 δρχ. κατά περίπτωση [σ.σ. από το 1924 καθιερώθηκε η επικόλληση χαρτοσήμου σε αιτήσεις, άδειες, βεβαιώσεις κλπ] καθώς και τις διευκρινίσεις για την αναγραφή στα πιστοποιητικά πώλησης καπνών των τιμών αγοράς «και τον βαρύνοντα την δεκάτην αγοραστήν ή πωλητήν» [εφ. Νέα Λήμνος, 16.11.1924].

Τα επόμενα χρόνια τα καπνά δεν αποτελούσαν είδηση, οπότε τα δημοσιεύματα σπανίζουν. Πάντως υπήρχαν φυτείες που αναφέρονται συμπτωματικά. Π.χ. το Μάιο 1926 ο Ιταλός αρχαιολόγος Ντελασέτα με δύο βοηθούς έκανε δοκιμαστικές ανασκαφές κοντά στον Κοντιά: «Αλλ’ επειδή ο χώρος εκείνος είναι επί του παρόντος πεφυτευμένος δια καπνού, οι αρχαιολόγοι ανεχώρησαν, σκοπούντες να επανέλθωσιν κατά τα τέλη Αυγούστου» [εφ. Λήμνος 4.6.1926].

Τον Ιούλιο του 1928 η εφημερίδα δημοσίευσε σειρά άρθρων γεωργικού ενδιαφέροντος, μεταξύ των οποίων και το «Η συγκομιδή του καπνού», γεγονός που σημαίνει πως υπήρχε ακόμα ενδιαφέρον για τα καπνά στο νησί: «Η ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ» Του κ. Ι. Σπυροπούλου Προϊστ. Γεωπονικής υπηρεσίας Γραφείου Καπνού Βόλου [εφ. Λήμνος, 1 και 8.7.1928].


Το τέλος

Περίπου τότε παίχτηκε το κύκνειο άσμα για τα καπνά της Λήμνου. Τα δυο έτη 1928 και 1929 υπήρξε μεγάλη ανομβρία και όλες οι καλλιέργειες είχαν μικρή απόδοση. Πολλοί ζουν από επιδόματα και συσσίτια. Η παραγωγή καπνών μειώνεται καθώς οι αγρότες στρέφονται στις φυτεύσεις εδώδιμων φυτών, οπότε και η αγορά αναζητά καπνά από άλλες περιοχές. 

Ξεκινά ένας φαύλος κύκλος: όσο λιγοστεύει η παραγωγή, τόσο χάνεται το ενδιαφέρον για τα καπνά της Λήμνου, ένα καθοδικό σπιράλ ως την εξάλειψη κάθε καπνοφυτείας. Το νησί δεν επιλέχθηκε από το μονοπώλιο για καλλιέργεια καπνών, έπαψαν να δίνονται σχετικές άδειες και η καλλιέργεια έλαβε τέλος. Αλλά κάποιοι καλλιεργητές δεν χάθηκαν

Έχοντας αποκτήσει την εμπειρία, στα τέλη της δεκ. ’20 αρκετοί Λημνιοί στράφηκαν προς τη Θράκη και τη Μακεδονία για εποχιακή ή μόνιμη εργασία ως καπνεργάτες και καλλιεργητές. Όχι μόνο άνδρες αλλά και γυναίκες, όπως η Λημνιά Αναστασία Ψευτούδη (1905-1963) που δούλευε ως καπνεργάτρια στην Καβάλα. Εκεί γνωρίστηκε και παντρεύτηκε με τον, επίσης καπνεργάτη, Ανάσταση Μίσσιο. Πρόκειται για τους γονείς του συγγραφέα Χρόνη Μίσσιου που γεννήθηκε το 1930 στην Καβάλα. Μέσω των καπνεργατών που είχαν μαχητικά συνδικάτα μετείχαν σε αγώνες και μυήθηκαν στα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Ορισμένοι επιστρέφοντας στη Λήμνο έφτιαξαν εκεί τους πρώτους αριστερούς πυρήνες. 

Άλλοι μετέφεραν την τεχνογνωσία τους σε μακρινά μέρη που αναζήτησαν την τύχη τους, όπως ο Γ. Παπαδόπουλος στη Ροδεσία που ανέφερα στο ξεκίνημα του άρθρου. Η δεύτερη περίπτωση είναι του Νικόλαου Κομν. Γιαννάκη (γεν. 1905) από τον Κοντιά, ο οποίος το 1928 έφτασε στη λίμνη Νυάσα της κεντρικής Αφρικής. Διαπίστωσε πως τα εδάφη ήταν εύφορα κι αναξιοποίητα, παράγγειλε να του στείλουν σπόρο από τη Λήμνο και φύτεψε καπνά. Οι έξι αδερφοί Γιαννάκη (Νίκος, Δημήτρης, Λευτέρης, Κώστας, Χρήστος, Σταύρος) με τα παιδιά και τους συγγενείς τους ίδρυσαν μεγάλες επιχειρήσεις στο Μαλάουι και τη Νότια Αφρική. Συνεχίζουν να καλλιεργούν και να εμπορεύονται καπνά, μέχρι σήμερα. Κοντά τους, στις φυτείες και το εμπόριο καπνού ήρθαν οι Λημνιοί: Παναγιώτης Γ. Ματσικάς, αδερφοί Γεώργιος και Κων/νος Αντων. Παϊτάκης το 1936, Γεώργιος Α. Αμοργιανός το 1937, Κων/νος Θ. Θεολόγος το 1946, Παναγιώτης Α. Ποριάζης το 1946, Αγοραστός Αθ. Καραγιάννης το 1947, Νικόλαος Γ. Παληούρας το 1951, Θωμάς Γαρ. Μολδοβάνος το 1952 κ.ά.

Λημνιοί που ασχολήθηκαν με τα καπνά υπήρξαν και στη Νότια Ροδεσία: το 1927 πήγαν ο Παναγιώτης Αναστ. Ντομπρόπουλος από το Θάνος (γεν. 1903), Στράτος Χαρ. Ορφανίδης από το Μούδρο (γεν. 1903).* 

*(Γεώργιος Π. Σακελλαρίδης, «Οι Έλληνες Ροδεσίας-Νυασαλάνδης Κεντρικής Αφρικής», εκδ. The First Anglo-Hellenic Directory of the Central African Federation, 1959-1960.)


Η καπνοκαλλιέργεια στη Λήμνο που ήκμασε κατά την μετάβαση από την οθωμανική στην ελλαδική εξουσία, για μια δεκαετία περίπου, έχει πολλές ομοιότητες και αναλογίες με την βαμβακοκαλλιέργεια, η οποία αναπτύχθηκε έντονα τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Και στις δύο περιπτώσεις, πρώτα με τα καπνά και μετά με το βαμβάκι, οι Λημνιοί αγρότες έλπισαν για λίγο πως θα δουν Θεού πρόσωπο, θα ξεφύγουν από τη φτώχεια και τη μιζέρια και θα μπορέσουν να ζήσουν ανθρωπινά στη γη που τους γέννησε. Και τις δυο φορές η ελπίδα έσβησε στο μύλο του διεθνούς ανταγωνισμού, αφήνοντας μόνο χρέη και πίκρα. 

Μόνο κάποια βλαστάρια, κατάλοιπα από παλιές φυταριές, που φυτρώνουν από μόνα τους εδώ κι εκεί και ξεριζώνονται ως παράσιτα, υπενθυμίζουν εκείνη την μακρινή εποχή.

Θ. Μπελίτσος, Μάρτης 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου