Λησμονημένες ιστορίες
που ξεπήδησαν από μια ρωγμή του χρόνου
Στον καθημερινό μου περίπατο πολύ συχνά περνάω έξω από το σπιτάκι μιας μακρινής θείας μου, το οποίο εδώ και δυο ή τρεις δεκαετίες στέκει έρημο κι εγκαταλελειμμένο στην βορειοανατολική άκρη της Άνω Ν. Σμύρνης, δυο μόλις στενά από το ρέμα των Καλογήρων (νυν οδός Παπαναστασίου) που οριοθετεί τη Νέα Σμύρνη με το Μπραχάμι κι άλλα τόσα από την Ακροπόλεως που αποτελεί το σύνορο με την Άνω Δάφνη.
Κάθε φορά κοντοστέκομαι και φέρνω στο μυαλό μου μια φιλήσυχη και καλοκάγαθη γυναικούλα που έμενε εκεί, την οποία ήξερα ως θεία-Ρηγούλα, αν και ούτε θεία μου ήταν, ενώ και το "Ρηγούλα" μάλλον δεν ήταν το βαφτιστικό της όνομα. Στην πραγματικότητα ήταν πρώτη εξαδέλφη της γιαγιάς μου, δηλαδή ήταν θεία του πατέρα μου αλλά εκείνος "Ρηγούλα" την αποκαλούσε, διότι ήταν μόλις πέντε-έξι χρόνια μεγαλύτερή του, οπότε εγώ την έλεγα θεία. Το δε «Ρηγούλα» νόμιζα πάντοτε πως ήταν το όνομά της. Πολύ αργότερα κάποιος μου είπε πως τη λέγανε Βούλα, αλλά ούτε κι αυτό είναι σίγουρο.
Όπως και νάχει, εγώ "θεία-Ρηγούλα" την αποκαλούσα κι έτσι την θυμάμαι να μένει μόνη της στο σπιτάκι αυτό, στην οδό Σπανούδη 24. Ένα σπιτάκι χτισμένο κομμάτι-κομμάτι, με τη συνδρομή συγγενών και φίλων: μια κάμαρα και μια κουζινίτσα στην αρχή, μια πλάκα αργότερα και μια ακόμα κάμαρα κ.ο.κ. Σε μια εποχή που όλοι κάπως έτσι χτίζανε, με το φόβο του χωροφύλακα και του χαφιέ, αφού όλες οι γειτονιές από το Μπραχάμι ως το Φάρο και το Δουργούτι ήταν εκτός σχεδίου.
Μέχρι την δεκαετία του ’50 όλη η γύρω περιοχή ονομαζόταν Κατσιπόδι, που κατά μία εκδοχή ήταν μεσαιωνικό τοπωνύμιο από χτήματα που κατείχε η οικογένεια Κατσιπόδη. Ως τα μέσα του 20ού αιώνα διατηρούσε σε μεγάλο βαθμό αγροτικό χαρακτήρα. Όταν, το 1946, ήρθε εδώ ο πατέρας μου βρήκε χωράφια να τα σπέρνουν και να τα θερίζουν, βοσκούς με πρόβατα, και γελαδάρηδες που μοίραζαν γάλα. Διοικητικά, ο τόπος παλιά ανήκε στο δήμο Αθηναίων, από τον οποίο το δυτικό κομμάτι προς τη Συγγρού, που κατείχαν κυρίως κτηματίες γκάγκαροι Αθηναίοι Πλακιώτες, δόθηκε στην κοινότητα Καλλιθέας, ενώ το ανατολικό προς το ρέμα Καλογήρων στην κοινότητα Μπραχαμίου, με ασαφή τα μεταξύ τους όρια. Καθώς ήταν αραιοκτισμένη, η περιοχή προσέλκυσε κατοίκους από την επαρχία που αναζητούσαν φτηνή γη για να χτίσουν πρόχειρα καταλύματα και να στήσουν τα νοικοκυριά τους.
Η έλευση των προσφύγων μετά το 1922 δημιούργησε μεγαλύτερες ανάγκες και σταδιακά οι μεγάλες ιδιοκτησίες, τσιφλίκια ουσιαστικά, κατατμήθηκαν και απαλλοτριώθηκαν ή πουλήθηκαν. Άρχισαν να δημιουργούνται οικιστικά σύνολα με νέες ονομασίες: η ρυμοτομημένη εξαρχής έκταση της Ν. Σμύρνης (του πρώην δήμου Καλλιθέας) με αρχικά όρια ως την οδό Αιγαίου και οι εκτός σχεδίου συνοικίες: Δουργούτι, Φάρος, Κατσιπόδι.
Το Δουργούτι (μετέπειτα Νέος Κόσμος ή αρχαιοπρεπώς συνοικία Κυνοσάργους) παρέμεινε στο Δήμο Αθηναίων. Είναι η περιοχή από τον Ιλισό ως τον Άγιο Σώστη, την Μπακνανά και το λόφο του Άη Γιώργη, όπου συνοικίστηκαν πρόσφυγες, κυρίως Αρμένιοι. Φάρος ονομάστηκε η περιοχή γύρω από το λόφο της Ζωοδόχου Πηγής καθώς ήταν ορατή από μακριά λόγω υψομέτρου. Διηγούνται πως τα βράδια, για να μη χάνονται στο σκοτάδι όσοι εργάζονταν μέχρι αργά, οι δικοί τους κρεμούσαν μια λάμπα έξω από το παράθυρο, την οποία διέκριναν από μακριά σαν φάρο. Κατσιπόδι λεγόταν η ευρεία περιοχή που εκτείνεται από τον Φάρο ως το ρέμα Καλογήρων (νυν Παπαναστασίου) και ανήκε κυρίως σε Μπραχαμιώτες κτηματίες. Μεταπολεμικά το Κατσιπόδι αποσπάστηκε από τον Άγιο Δημήτριο (πρώην Μπραχάμι) κι αποτέλεσε ξεχωριστό δήμο, τον Δήμο Δάφνης.
Καθώς η Νέα Σμύρνη σταδιακά επεκτάθηκε, το 1937 ενέταξε διοικητικά την περιοχή του Φάρου και μεταπολεμικά ένα τμήμα από το παλιό Κατσιπόδι, ως την οδό Ακροπόλεως και την οδό Παπαναστασίου. Η Άνω Ν. Σμύρνη, όπως αποκλήθηκε, εντάχθηκε στο προσφυγικό προάστιο, έπειτα από πίεση των κατοίκων που είχαν ιδρύσει από το 1934 τον Εξωραϊστικό-Εκπολιτιστικό Σύλλογο «Φάρος», με πρωτεργάτη το Σπύρο Αλεβίζο. Για τον Αλεβίζο αξίζει να αναφερθεί πως στη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε ηγετικό στέλεχος του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και στις 5 Ιανουαρίου 1944 σκοτώθηκε πολεμώντας τους Γερμανούς που είχαν κυκλώσει το σπίτι του, στη σημερινή οδό Αλεβίζου.
Οπότε η περιοχή Κατσιπόδι μοιράστηκε σε δύο δήμους, με όριο την οδό Ακροπόλεως. Συνδετικός κρίκος παρέμεινε μόνο ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής ή Παναγία Κατσιποδίου όπως τη λέγανε κάποιοι, που προϋπήρχε σε ταπεινότερη μορφή ως το 1944, όταν έπαθε σοβαρές ζημιές από όλμο σε κάποια αψιμαχία των Γερμανών με τον ΕΛΑΣ. Με τις διοικητικές μεταβολές που προανέφερα, προέκυψε το παράδοξο κάποιες γειτονιές του Φάρου Ν. Σμύρνης να ανήκουν στην ενορία Ζ. Πηγής Δάφνης, κάτι που φαινόταν κι από τους εκλογικούς καταλόγους, οι οποίοι ως την δεκ. ’90 καταρτίζονταν με βάση την ενορία.
![]() |
| Βουλευτικές εκλογές 1974. Εκλογικό τμήμα του Δήμου Ν. Σμύρνης για δημότες εγγεγραμμένους στον εκλογικό κατάλογο της ενορίας Ζωοδόχου Πηγής Κατσιποδίου Δάφνης |
Αλλά κι όσοι κάτοικοι του Φάρου, από την Αιγαίου ως την Ακροπόλεως, δεν ήταν τυπικά ενορίτες της Ζωοδόχου Πηγής, ουσιαστικά αυτήν είχαν ως ενορία, διότι η Αγ. Φωτεινή Ν. Σμύρνης ήταν πολύ μακριά γι’ αυτούς. Στη Ζ. Πηγή εκκλησιάζονταν, εκεί τελούσαν γάμους, βαφτίσια και μνημόσυνα.
Ας γυρίσω όμως στη θεία Ρηγούλα, που υπήρξε η αφορμή γι’ αυτήν την καταβύθιση της μνήμης. Η προσωπική της διαδρομή ήταν παρόμοια με εκείνη μυριάδων Ελλήνων που άφησαν τα χωριά τους μετά από την Κατοχή και ήρθαν στην Αθήνα προς αναζήτηση καλύτερης μοίρας. Παιδί φτωχής οικογένειας με άλλα έξι αδέρφια, γεννήθηκε στα 1920 περίπου και μεγάλωσε στην Μπρίντα Γαϊτσών, ένα μικρό ορεινό χωριό σκαρφαλωμένο στις ΒΔ πλαγιές του Ταϋγέτου, με ένδοξο παρελθόν στα χρόνια του αγώνα για την ανεξαρτησία, αλλά χωρίς μέλλον στη νέα εποχή για τους λιγοστούς κατοίκους του, τσοπαναραίους στην πλειοψηφία τους, παρά το ό,τι το όνομα του χωριού εξελληνίστηκε σε "Βόρειον".
Ο πατέρας της Ρηγούλας, ο γερο-Κίτσος (1887-1981), επισήμως Παναγιώτης Κουτίβας, το χειμώνα κατέβαινε στο χωριό, το καλοκαίρι ανέβαινε με τα πρόβατα σε δυσπρόσιτες βουνοπλαγιές με μυθικά ονόματα: στο Ρίντομο, στα Πέντε Αλώνια και τη Νίβα. Δύσκολη ζωή: εφτά παιδιά δικά του κι άλλα τρία κορίτσια στην πλάτη του, τα ορφανά του σκοτωμένου αδερφού του, ανάμεσα σε αυτά και η γιαγιά μου (η συγγένεια που έλεγα), τα οποία είχε παρατήσει η χήρα-μάνα τους καθώς ο δεύτερος σύζυγος την ήθελε αλλά χωρίς τα ανήλικα θηλυκά βαρίδια.
Δύσκολη ζωή: πότε στα βουνά βοσκοπούλες και βοσκόπουλα, πότε στα πεδινά εργάτριες και εργάτες στις ελιές, στο θέρος, στα σύκα, στον τρύγο. Τα αγόρια μετά το στρατιωτικό σκόρπισαν όπου γης. Ένας δεν πρόλαβε, σκοτώθηκε στον εμφύλιο. Ένας άλλος έφυγε στην Αυστραλία· μπατίρης έφυγε, μπατίρης γύρισε με μια ψωροσύνταξη στα στερνά του και μαζεύτηκε στο χωριό. Οι άλλοι δυο σερνικοί, ο Γιάννης κι Βασίλης, στην πρωτεύουσα, κόνεψαν στο Κατσιπόδι. Όχι τυχαία. Εδώ είχε βρεθεί πριν από τον πόλεμο μια από τις τρεις ορφανές ξαδέρφες τους με τις οποίες είχαν μεγαλώσει μαζί, η αδερφή της γιαγιάς μου η Θανάσω. Είχε κάνει οικογένεια με το Νίκο Πολίτη· το σπιτάκι τους βρισκόταν στην οδό Γράμμου, κάτω από τον Φάρο, κοντά στην αλάνα που είναι τα «Λιόδεντρα».
Έτσι γινόταν τότε, έτσι γίνεται πάντα. Ο ένας τραβούσε τον άλλον. Κάπως έτσι βρέθηκε κι ο πατέρας μου στο Κατσιπόδι το 1946, κοντά στην αδερφή και τα ξαδέρφια της γιαγιάς μου. Όταν πρωτοήρθε έμεινε σε ένα δωμάτιο στην Πατριάρχου Φωτίου, στην αυλή της Αγγέλας Καραγιαννάκη, μιας δυναμικής Κρητικιάς που κάπνιζε, το ένα μάτι της ήταν θολό, χαλασμένο, και την δεκ. ’60 υπήρξε υποψήφια δημοτική σύμβουλος Ν. Σμύρνης με τον Παπαθανασίου. Στο σπίτι αυτό αργότερα ο γιος της, ο Ζαχαρίας Νικολάου, ίδρυσε το φροντιστήριο Αγγλικών Ζ-Ν.
Αλλά κι αργότερα, σαν τέλειωσε το στρατιωτικό του, ο πατέρας πάλι εδώ ήρθε. Ως εργένης νοίκιαζε ένα δωμάτιο στην αυλή του Αντώνη και της Ευαγγελίας Γαβάλα στη Νικηταρά 3· κι αυτό το σπίτι μαραζώνει έρημο και άδειο, είχα γράψει σχετικά προ καιρού. Άλλα και μετά από το γάμο του εδώ τριγύρω κλωθογύριζε, αρχικά στην Όθωνος νιόπαντροι με τη μάνα μου· εκεί πρωτο-έκλαψα, γι’ αυτό και πολιτογραφήθηκα Δαφνιώτης στο Μητρώο Αρρένων. Μετά στην Άρτης 27, νοικάρηδες στο ισόγειο του κυρ-Αντώνη Λιώνη· σε εκείνη την αυλή πρωτοπερπάτησα, έγινε κι αυτή πολυκατοικία πρόσφατα (θα γράψω και για την Άρτης κάποια στιγμή). Και τελικά από το 1960 στην Ψαλτώφ, όπου οι γονείς μου αγόρασαν οικόπεδο κι έχτισαν σπίτι.
Όπως είπα ο ένας τραβούσε τον άλλον. Ο πατέρας επέλεξε την περιοχή, διότι γύρω από τον Φάρο μένανε πολλοί συγγενείς του: η αδερφή της γιαγιάς μου, η Θανάσω Νικ. Πολίτη με την πολυμελή οικογένειά της (Βαγγέλης, Μαρίτσα, Αγγελική, Σταύρος, Γιώργος τα παιδιά της, αναπαυμένοι όλοι τους πια) και τα πρώτα ξαδέρφια της γιαγιάς μου: ο Βασίλης Κουτίβας που είχε σπίτι σε ένα στενό κοντά στην οδό Μωριά, πίσω από το ομώνυμο καφενείο που υπήρχε στη νυν στάση Μωριά, ο Γιάννης Κουτίβας και οι αδερφές τους, η Ντίνα και η Ρηγούλα που λέγαμε, η οποία έμεινε άγαμη.
Φτωχοί, μεροκαματιάρηδες, αλλά είχαν αλληλεγγύη. Ο Νίκος Πολίτης δούλευε εργάτης στο Γκάζι. Ο Γιάννης Κουτίβας ήταν τσαγκάρης, πάλεψε εκείνος και η γυναίκα του η θεία Σωτηρία (από Βάστα Μεγαλόπολης) και κατάφεραν κάποια στιγμή να αγοράσουν ένα διαμέρισμα στην γωνία Ψαλτώφ και Αιγαίου. Οι υπόλοιποι ένα-γύρω στις οικοδομές. Μεροκάματα του τρόμου καθώς πολλές οικοδομές ήταν αυθαίρετες και τους κυνηγούσε η αστυνομία.
Μαζί τους έκανε κι ο πατέρας μου κάποια μεροκάματα. Μοιραία, κάποια στιγμή τον συνέλαβαν μαζί με άλλους. Τον άφησαν βέβαια αλλά το έφερε βαρέως που βρέθηκε έστω και για λίγο στο κρατητήριο. Έχτιζαν τότε ένα δωμάτιο στο σπίτι του θείου του, του Νίκου Πολίτη, ο οποίος πάλευε να το ξαναφτιάξει σιγά-σιγά, διότι στην Κατοχή το είχε γκρεμίσει μια βόμβα. Σώθηκε μόνο το κοστούμι του γάμου του, το οποίο, όταν χτύπησαν οι σειρήνες το κρέμασε σε ένα δέντρο, χαριτολογώντας, κωμικός όπως ήταν: «αν δεν γλιτώσει το σπίτι, ας γλιτώσει τουλάχιστον το κοστούμι», όπως κι έγινε. Μετά τον συνέλαβαν σε ένα μπλόκο οι κατακτητές και τον έστειλαν εργάτη στη Γερμανία. Το σπίτι ερείπιο, οπότε η θεια-Θανάσω με τα πέντε παιδιά πήγε στις αδερφές της στην Καλαμάτα για να επιβιώσουν.
Ιστορίες ανάκατες που τις γράφω όπως έρχονται στο μυαλό μου, καθώς στέκομαι μπροστά στο σπίτι της θείας Ρηγούλας. Σκόρπιες μνήμες, κομμάτια του τεράστιου παζλ της συνοικίας μας, το οποίο αναδιαμορφώνεται συνεχώς καθώς οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη, σπίτια χτίζονται, γερνούν, κατεδαφίζονται, δίνουν τη θέση τους σε πολυκατοικίες και η ζωή συνεχίζεται. Αλλά κάποια κτίρια είναι ακόμα εκεί· ξεδοντιασμένα, ερειπωμένα, χορταριασμένα, αλλά είναι εκεί. Και ξυπνούν ιστορίες λησμονημένες, φυσικά μόνο για όσους θέλουν να ταξιδέψουν μέσα από αυτές της ρωγμές του χρόνου, όσο ακόμα θα είναι ανοιχτές στον άδηλο σύμπαν που μας περικλείει. Ρωγμές που γεννούν συνεχώς αναμνήσεις κι όλο με ξεστρατίζουν από την ιστορία της θείας Ρηγούλας, που μπορεί και να μη να την είχαν βαφτίσει Ρηγούλα όπως είπα, ιστορία που πρέπει να τη συνεχίσω.
Η Ρηγούλα, λοιπόν, με την αδερφή της την Ντίνα, ακολούθησαν τους δυο μεγαλύτερους αδελφούς τους, το Γιάννη και τον Βασίλη, στην Αθήνα. Μια τελευταία, πιο μικρή αδερφή τους, η Μαρία, έμεινε στο χωριό κοντά στους γονείς τους: τη Βαγγελιώ που δεν έζησε πολλά χρόνια και τον γέρο-Κίτσο που συνέχισε να βόσκει τα πρόβατά του στα βουνά, να τραγουδά και να χορεύει τριγύρω από την γκλίτσα του, μέχρι που έφτασε 94 ετών και αποφάσισε να έρθει να περάσει κοντά στη Ρηγούλα του, τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Γελαστός και χιουμορίστας ως την τελευταία του πνοή. Σαν και τώρα θυμάμαι τα λόγια του στην αυλή της θείας Ρηγούλας, όταν είχε πρωτοέρθει:
«Πριν από λίγο καιρό ήρθε ο Μιχάλης στο χωριό και πήρε πέντε-έξι. Εγώ Μιχάλη πάω από εδώ, του είπα, κι έφυγα», έλεγε κι έσκαγε στα γέλια και μετά ζητούσε τσιγάρο από το γιο του τον Γιάννη, γιατί η Ρηγούλα δεν του έδινε. Σε ένα καφενεδάκι που υπήρχε εκεί κοντά, νομίζω στην Σεϊζάνη, έπινε τον καφέ του τα πρωινά τους τελευταίους μήνες της ζωής του, ώσπου έσβησε ήρεμος ένα βράδυ στο κρεβάτι του το 1981.
Η Ρηγούλα και η Ντίνα, λοιπόν, ήρθαν μετά από τον πόλεμο στην Αθήνα. Δούλεψαν υπηρέτριες στο σπίτι του γιατρού Ζουμπούλη, ο οποίος καταγόταν από τα μέρη τους, συγκεκριμένα από τον Κάμπο Αβίας, κεφαλοχώρι και παλιά πρωτεύουσα του τοπικού Δήμου. Αυτό ήταν συνηθισμένο για τα κορίτσια των φτωχών οικογενειών από την επαρχία. Έρχονταν 15-16 χρονών κι έμπαιναν σε κάποιο πλουσιόσπιτο. Έμεναν εκεί ώσπου να βρουν κάποιον να φτιάξουν οικογένεια. Μερικές παρέμεναν δουλικά δια βίου. Κάπως έτσι συνέβη και με τις δύο αδελφές.
Η Ντίνα δεν έμεινε πολύ εκεί καθώς δημιούργησε οικογένεια με τον Βασίλη Παρασκευόπουλο (από την αρχαία Λυκόσουρα Αρκαδίας, όπως έλεγε και τόνιζε με περηφάνια το "αρχαία"), τον γνωστό στους παλιούς πλανόδιο λαχειοπώλη της Άνω Δάφνης, με τον οποίο απέκτησαν δύο παιδιά, τον καλοκάγαθο Γιώργη που συνέχισε την δουλειά του πατέρα του και χάθηκε σχετικά νέος και την Αλέκα. Όλα τους τα χρόνια έμεναν στο νοίκι σε διάφορα σπίτια στην Άνω Δάφνη.
Η Ρηγούλα συνέχισε να εργάζεται στου Ζουμπούλη, στο σπίτι αλλά και στο ιατρείο του. Έγινε κομμάτι της οικογένειας αλλά κι ο γιατρός την πρόσεξε, της κόλλαγε ένσημα και κατάφερε να πάρει σύνταξη από το ΙΚΑ. Έφτιαξε αυτό το σπιτάκι, όπως είπα, κομμάτι κομμάτι. Μια καλή κάμαρη μπροστά στην κεντρική είσοδο, όπου καλοδεχόταν στο σαλονάκι της όλους τους συγγενείς. Μια δεύτερη με ένα κρεβάτι, και μια κουζινίτσα που έβλεπε στην πίσω αυλή.
Εκεί πίσω στη δροσιά καθόμασταν τα καλοκαίρια όταν πηγαίναμε με τους γονείς μου. Μοσχοβολούσε βασιλικό κι ασβέστη. Οι γλάστρες της ήταν χαρά Θεού: βιολέτες, γεράνια, ορτανσίες, πανσέδες, κρινάκια, κατιφέδες κι άλλα πολλά. Χάθηκαν όλα μαζί με τη θεία Ρηγούλα. Μόνο η συκιά ζει ακόμα στον κήπο. Έχει θεριέψει, έχει γίνει πιο ψηλή από το σπίτι και το καλοκαίρι το σκιάζει προστατευτικά σαν καλή μάνα. Ζωντανή είναι και η νεραντζιά στο πεζοδρόμιο, ενώ τις λίγες γλάστρες με τις πρασινάδες που είναι στο πεζούλι, λογικά τις έχουν βάλει και τις φροντίζουν κάποιοι γείτονες. Κατά τα άλλα το σπίτι της Ρηγούλας έχει πεθάνει.
Εκείνη, σαν καλή θεία, είχε φροντίσει να το αφήσει στα πρωτανίψια της. Κάποιες σκέψεις για αντιπαροχή δεν προχώρησαν, ποιος ξέρει το γιατί, κι απόμεινε χάλασμα. Αλλά αυτό το ζήτημα δεν με αφορά και δεν θα το πιάσω. Τα συναισθήματα που γεννά η εικόνα του με ενδιέφεραν και οι αναμνήσεις από την εποχή που η θεια Ρηγούλα μας δεχόταν χαμογελαστή στην κάμαρη ή στην αυλή της.
Αναμνήσεις από μια εποχή που δεν υπάρχει πια, ή μάλλον που συνεχίζει να υπάρχει μόνο στο εσωτερικό σύμπαν όσων την έζησαν και θα χαθεί για πάντα στη λήθη, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου.
Ως τότε ας μνημονεύουμε ό,τι μπορούμε, αφήνοντας σκόρπιες ψηφίδες από το ψηφιδωτό μιας κοινωνίας που έσβησε.
Θ. Μπελίτσος, 26.2.2026


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου