 |
| Ο Πετρόμπεης ξεσηκώνει τη Μεσσηνία (P. Von Hess, 1852) |
"Vincit omnia veritas"
Για τα λάβαρα (μπαϊράκια ή φλάμπουρα όπως τα αποκαλούσαν τότε) που κρατούσαν οι Μανιάτες καπετάνιοι στα χρόνια της Εθνεγερσίας υπάρχουν απειροελάχιστες πληροφορίες. Εννοείται πως το λάβαρο που προβάλλεται και τείνει να καθιερωθεί ως σημαία της Μάνης τα τελευταία χρόνια δεν έχει καμιά σχέση με το ’21 ούτε με τους Μανιάτες οπλαρχηγούς. Είναι νεόκοπο δημιούργημα που επινοήθηκε πριν από τρεις δεκαετίες περίπου. Πάνω στο κοινό μοτίβο που είχαν τα φλάμπουρα πολλών οπλαρχηγών, δηλαδή το γαλάζιο σταυρό σε λευκό πανί, προστέθηκαν τα συνθήματα «ή ταν ή επί τας» και «Νίκη ή Θάνατος»: αδόκιμα τελείως καθώς ούτε προκύπτουν από κάποια ιστορική μαρτυρία ούτε έχουν σχέση με το καθολικό σύνθημα της Φιλικής Εταιρείας «ΗΕΑ ΗΘΣ», δηλαδή «ή Ελευθερία ή Θάνατος». Το λάβαρο αυτό είναι λάθος να προβάλλεται ως η ιστορική σημαία της Μάνης στο σύνολό της.
Τι στοιχεία όμως υπάρχουν για τα αυθεντικά λάβαρα των Μανιατών του ’21;
Η μόνη γραπτή πληροφορία που έχουμε είναι λίγο μεταγενέστερη, του 1831. Αναφέρει πως τα μανιάτικα λάβαρα είχαν κεντημένες τις μορφές του Λυκούργου και του Λεωνίδα. Συγκεκριμένα ο ταγματάρχης Ιωάννης Σπ. Μπαϊρακτάρης, σε αναφορά του της 13ης Μαρτίου 1831 σχετικά με μια μανιάτικη διαμαρτυρία, έγραψε ότι ο Ηλίας Κατσάκος βάδισε κατά του Γυθείου: «…με αναπεπταμένας σημαίας, φερούσας τας εικόνας του Λυκούργου και Λεωνίδου…». Και ο Ηλίας Σαλαφατίνος επιβεβαιώνει στις 22/3/1831, απαντώντας στην κατηγορία ότι βαστούσαν ξένες σημαίες: «…βλέπομεν κάποιον Κανάρην να αρχίση τον πυροβολισμόν των κανονίων εναντίον μας, προφασίζοντας όμως ότι είδε ξένας σημαίας και δεν στοχάζεται ότι αύται αι σημαίαι επρωτοσήκωσαν την επανάστασιν, και ώστε πολεμούμεν με τον Σουλτάνον αυτάς είχομεν».
Προφανώς, αυτά τα λάβαρα δεν καθιερώθηκαν ως τοπικά σύμβολα. Άλλωστε η αρχειακή αυτή μαρτυρία ήταν άγνωστη ή λησμονημένη έως το 2015, οπότε την ανέσυρε από την αφάνεια ο έγκριτος ιστορικός ερευνητής Σταύρος Καπετανάκης, ο οποίος σημειώνει:
«Λανθασμένη είναι η επικρατούσα γνώμη ότι, η σημαία, την οποία έφεραν οι Μανιάτες με τον Μαυρομιχάλη στην πορεία τους προς την Καλαμάτα, ήταν λευκή με κυανό σταυρό» [Στ. Καπετανάκη, «Οι Μανιάτες στην Επανάσταση του 1821», 2015, σ. 61 και σημ. 158].
Την ίδια άποψη είχε και ο αείμνηστος Δικαίος Βαγιακάκος.
Από το 1947 που καθιερώθηκε με Β.Δ. η 23η Μαρτίου ως τοπική εθνική εορτή της Μεσσηνίας, την ημέρα της επετείου γίνεται μια αναπαράσταση της απελευθέρωσης της πόλης της Καλαμάτας από τους Μανιάτες και Μεσσήνιους οπλαρχηγούς, με τελετουργικά που διαφοροποιήθηκαν στην πορεία του χρόνου. Από φωτογραφίες και φιλμ που έχουν διασωθεί διαπιστώνουμε πως παλιά ο σημαιοστολισμός περιλάμβανε μόνο ελληνικές σημαίες. Οι δε οπλαρχηγοί ελευθερωτές της πόλης δεν κρατούσαν λάβαρα στις σχετικές εκδηλώσεις κατά τις δεκαετίες του ’50 και ’60.
 |
Καλαμάτα, 23.3.1970. Παντού ελληνικές σημαίες κι ένα λάβαρο με γαλάζιο σταυρό, απλό χωρίς συνθήματα |
Επί χούντας εμφανίζονται για πρώτη φορά λευκά λάβαρα με γαλάζιο σταυρό, χωρίς κάποιο σύνθημα. Είναι πολύ πιθανό η ιδέα να προήλθε από τους πίνακες του σημαντικού ντόπιου ζωγράφου Ευάγγελου Δράκου (1913-1972), στους οποίους απεικονίζει τους αγωνιστές που λευτέρωσαν την Καλαμάτα να ανεμίζουν λευκές σημαίες με γαλάζιο σταυρό. Αυτό δεν τεκμηριώνεται ιστορικά αλλά δεν είναι και άτοπο, μιας και τα πιο πολλά λάβαρα των αγωνιστών είχαν το σύμβολο του σταυρού, σε ποικίλους χρωματισμούς.
Από εικαστικής πλευράς πιο αυθεντικός πρέπει να θεωρείται ο πίνακας του Peter von Hess (1792-1871) «Ο Π. Μαυρομιχάλης ξεσηκώνει τη Μεσσηνία». Στον πίνακα αυτό ο Πετρόμπεης απεικονίζεται να βαστά λευκό λάβαρο με κόκκινο σταυρό. Ο Γερμανός ζωγράφος ήρθε στην Ελλάδα το 1832 μαζί με τον Όθωνα. Φιλοτέχνησε 39 μορφές και στιγμιότυπα από τον αγώνα της ανεξαρτησίας κατά παραγγελία του Βαυαρού μονάρχη Λουδοβίκου Α΄, πατέρα του νεαρού βασιλιά της Ελλάδας. Επίσης, έφτιαξε προσχέδια τοιχογραφιών που διακόσμησαν τη βασιλική στοά του Μονάχου (που καταστράφηκε από βομβαρδισμό κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, εφ. ΕΘΝΟΣ, 24.3.1962) και τα ανάκτορα του τσάρου Νικόλαου Α΄ της Ρωσίας στην Αγ. Πετρούπολη.
Οι εικόνες του Hess έχουν ηρωικό ύφος αλλά η γοητεία τους οφείλεται στη σημασία που δίνει στη λεπτομέρεια, κάτι που αφορά το σύνολο του έργου του. Για το λόγο αυτό έχουν αυθεντικότητα όσον αφορά τα αντικειμενικά στοιχεία: ενδυμασία, οπλισμό κλπ. Για να το πετύχει προφανώς πήρε πληροφορίες από τους πρωταγωνιστές του αγώνα, τους οποίους γνώρισε προσωπικά. Λογικά το ίδιο ισχύει και για τα λάβαρα που σχεδίασε, γι’ αυτό και διαφέρουν από αγωνιστή σε αγωνιστή. Ο Αγραφιώτης, ο Κεφάλας, ο Π.Π. Γερμανός κραδαίνουν λάβαρα με γαλάζιο σταυρό, ο Υψηλάντης με τον αναγεννώμενο φοίνικα, ο δε Γκούρας με λευκό σταυρό σε γαλάζιο πανί. Μόνο το λάβαρο που ανεμίζει στα χέρια του Πετρόμπεη είναι λευκό με κόκκινο σταυρό. Συνεπώς, είναι πολύ πιθανό να ήταν το γνήσιο.
 |
Το Καργκέζε της Κορσικής το 1870
|
Μια ξεχασμένη μαρτυρία από την Κορσική
Την άποψη αυτή ενισχύει μια μαρτυρία που μας έρχεται από πολύ μακριά κι από πολύ παλιά. Από τους Μανιάτες της Κορσικής! Στο Καργκέζε επιβιώνει μέχρι σήμερα μια μικρή κοινότητα περίπου 300 ατόμων με μανιάτικες ρίζες, με συνδετικό κρίκο την ελληνόρυθμη ενορία του Αγ. Σπυρίδωνα. Κατά τις δυο πιο σημαντικές εορτές της κοινότητας, τη Δευτέρα του Πάσχα και στο καθολικό του ναού στις 12 Δεκεμβρίου, γίνεται περιφορά των εικόνων με επικεφαλής τον ιερέα που βαστά το λάβαρο της κοινότητας: λευκό με κόκκινο σταυρό (!) και μια γαλάζια λωρίδα κοντά στον ιστό. Τοπική παράδοση αναφέρει πως το λάβαρο έφεραν από το Οίτυλο οι πρώτοι Μανιάτες που εγκαταστάθηκαν στην Κορσική στα τέλη του 17ου αιώνα.
 |
| Το παλιό λάβαρο των Μανιατών του Καργκέζε με τον κόκκινο σταυρό (όπως του Πετρόμπεη) και τη γαλάζια λωρίδα κοντά στον ιστό (δεν διακρίνεται) |
Αυτή δεν είναι μια παράδοση πρόσφατη, που θα μπορούσε να αμφισβητήσει κάποιος την αυθεντικότητά της. Την αναφέρει ο Νικόλαος Β. Φαρδύς (1853-1901), ο οποίος το 1885 μετέβη στις «Καρυαίς», όπως αποκαλεί εξελληνισμένα το Καργκέζε, όπου έμεινε 20 μήνες περίπου διδάσκοντας τα Ελληνικά. Το 1888 εξέδωσε εκτεταμένη μελέτη για την εκεί μανιάτικη αποικία. Μεταξύ άλλων κατέγραψε τα κειμήλια που υπήρχαν «εν τη Ελληνική Εκκλησία των Καρυών». Γράφει (σελ. 123-124):
«Ο κώδων της Εκκλησίας ταύτης, μικρού μεγέθους, λέγεται ότι μετηνέχθη εκ Πελοποννήσου υπό των πρώτων αποίκων Ελλήνων. Μια εικών του Επιταφίου επί κεκομμένου ξύλου κατά το σχήμα των εζωγραφισμένων προσώπων, μετρίας τέχνης, και μία εικών της Θεοτόκου, λέγεται επίσης ότι μετηνέχθησαν εξ Οιτύλου [σ.σ. μεταγενέστερα οι εικόνες χρονολογήθηκαν στα τέλη του 17ου αιώνα, επιβεβαιώνοντας την προφορική παράδοση]. Μία εκ μετάξης λευκή σημαία με μέγαν ερυθρόν σταυρόν εν τω μέσω και με μίαν πλατείαν κυανήν ταινίαν εκ του μέρους της αναρτήσεως λέγεται ότι είναι η σημαία των πρώτων αποίκων Ελλήνων. Το ξύλον της αναρτήσεως της σημαίας ταύτης φέρει εις το άνω άκρον μέγαν αργυρούν σταυρόν. Ομοιάζει δ’ εν συνόλω η σημαία αύτη προς βυζαντινόν λάβαρον, το οποίον άπαξ του ενιαυτού, τουτέστιν την Δευτέραν της Δικαινησίμου εβδομάδος, εκθέτουσι, κρατούντες προ των εικόνων, τας οποίας περιφέρουσι πέριξ του χωρίου…».
 |
| Μαρτυρία του Νικολάου Φαρδύ (1885) |
Σε άλλο σημείο, όπου περιγράφει το τελετουργικό της Ανάστασης, γράφει (σελ. 100):
«Μετά ταύτα δε ο ιερεύς κρατών ανά χείρας την σημαίαν των αποίκων Ελλήνων, ήρχετο προ των θυρών της Εκκλησίας, αίτινες ήσαν κλεισταί, και έλεγεν: Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών…».
Παρόμοια περιγραφή έχουμε από τον έγκριτο Μανιάτη συγγραφέα και ερευνητή Πέτρο Π. Καλονάρο (1894-1959) από το χωριό Νόμια της Κοίτας, ο οποίος το 1921 που σπούδαζε στη Γαλλία, επισκέφθηκε την Κορσική με συμφοιτητές του Μανιάτες από το Καργκέζε. Έκανε εκτεταμένη επιτόπια έρευνα, την οποία δημοσίευσε το 1937. Μετά το θάνατό του, μαζί με άλλες μελέτες του, συμπεριλήφθηκε στον τόμο «Μάνη, κάστρο της παράδοσης», ο οποίος εκδόθηκε το 1981 με φροντίδα του γιου του, του Παναγιώτη Καλονάρου, και με επιμέλεια του Δικαίου Βαγιακάκου. Σχετικά με το θέμα μας αναφέρει (σελ. 180-181):
«Η ελληνική εκκλησία του Καργέζε, ο Άγ. Σπυρίδωνας έγινε μόλις στα 1873. Πριν υπήρχε κάποια άλλη που χάλασε. Η καμπάνα της εκκλησίας όμως είναι πολύ παλιά, φερμένη από το Οίτυλο, όπως παλιότατα και φερμένα απ’ τη Μάνη είναι μια λευκή σημαία με κόκκινο σταυρό, είδος λαβάρου, που την περιφέρουν στο χωριό την ημέρα της Διακαινησίμου, ο ξύλινος επιτάφιος παρόμοιος μ’ εκείνους που βρίσκονται στη Μάνη, ακόμα και μερικές εικόνες καλούτσικης τέχνης…». Και πιο κάτω, για την τελετή της Ανάστασης (σελ. 182):
 |
| Μαρτυρία Πέτρου Καλονάρου (1921) |
«Ο ιερέας άναβε με ατσαλόπετρα τη φωτιά για να δώσει νέο φως και ύστερα διάβαζε το Ευαγγέλιο του όρθρου. Κατόπιν ο παππάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη» και κρατώντας την παλιά σημαία της αποικίας με τον κόκκινο σταυρό, προσκαλούσε το πλήρωμα των εκκλησιαζομένων κι ένας-ένας φιλούσε το Ευαγγέλιο και το χέρι του ιερέα…».
Εν κατακλείδι: το λάβαρο που διατηρούν επί τρεις αιώνες ως ιερό κειμήλιο από την μακρινή πατρίδα τους οι Μανιάτες του Καργκέζε, είναι παρόμοιο με εκείνο το οποίο βαστά ο Πετρόμπεης στο ξεκίνημα της Επανάστασης, κατά τον πίνακα του Hess.
Θεωρώ πως η σύμπτωση είναι πολύ μεγάλη για να είναι τυχαία.
Θ. Μπελίτσος, Σεπτέμβρης 2025
Δημοσιεύτηκε στην εφ. Μανιάτικη Αλληλεγγύη, φ. 322, Ιανουάριος 2026.
Πηγές-Βοηθήματα
«Από την Επανάστασι του 1821», εφ. ΕΘΝΟΣ, 24.3.1962.
«Πανόραμα Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδ. Κ. Κουμουνδουρέα, χ.χ. (ίσως 1992).
Peter von Hess, πίνακας “Petros Mavromichalis revolts Messenia” (1852).
Αναστασία Μηλίτση-Νίκα, Σταυρούλα Βερράρου, «Η Καλαμάτα μέσα από το φακό του Χρήστου Αλειφέρη (1937-1974)», ΓΑΚ Μεσσηνίας 2013.
Ευάγγελου Δράκου, πίνακες: «Απελευθέρωση της Καλαμάτας» και «Αναπαράσταση της δοξολογίας της 23ης Μαρτίου στην Καλαμάτα», Λαογραφικό Μουσείο Καλαμάτας.
Θεόδωρος Γρ. Μπελίτσος, «Ενστάσεις για ένα μνημείο», στον τόμο (e-book) «Είκοσι και μία Ιστορίες για το ’21», Φλεβάρης 2024, εκδ. “The strange quark: Καταφύγιο λόγου”, σελ. 12-14.
Ι.Λ. «Ο εορτασμός της τοπικής εθνικής εορτής εις Καλάμας», εφ. Η Φωνή του Μοριά, 15.3.1956.
Μίμη Ηλ. Φερέτου, «Η Καλαμάτα αφετηρία της επαναστάσεως του 1821», εφ. Μεσσηνιακά Νέα, 18.3.1961.
Νικολάου Φαρδύ, «Ύλη και σκαρίφημα Ιστορίας της εν Κορσική Ελληνικής Αποικίας», Αθήναι, 1888.
Πέτρου Π. Καλονάρου, «Μάνη, Κάστρο της παράδοσης», εκδ. Πέτρος Πατσιλινάκος, 1981.
Σταύρου Γ. Καπετανάκη, «Οι Μανιάτες στην Επανάσταση του 1821», Εταιρεία Λακωνικών Σπουδών, 2015.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου