Αφορμή γι’ αυτό
το άρθρο στάθηκε η δήλωση του Σταύρου Ξαρχάκου για την αντιμετώπιση του Μίκη
Θεοδωράκη από τον κόσμο, κυρίως της αριστεράς, λόγω της ενεργού συμμετοχής του
στο «μακεδονικό» συλλαλητήριο. Δεν προτίθεμαι να μπω στην ουσία αλλά θα σταθώ
σε έναν κοινό τόπο όσων έσπευσαν να υπερασπιστούν τον Μίκη. Διότι όλοι κάνουν
το ίδιο σφάλμα είτε θελημένα είτε ακούσια. Αδυνατούν (ή δεν θέλουν) να
διακρίνουν τον καλλιτέχνη Μίκη Θεοδωράκη από τον πολιτικό. Και αν ο πολύς κόσμος
έχει κάποια ελαφρυντικά και ταυτίζει τις δυο ιδιότητες του Μίκη, ο Σταύρος
Ξαρχάκος δεν δικαιούται να επικαλεστεί το ακαταλόγιστο. Ως καλλιτέχνης και
πολιτικός και ο ίδιος, γνωρίζει πως αλλιώς κρίνεσαι για τη μία ιδιότητα και με
άλλα κριτήρια για την άλλη. Όταν γράφει: «Θυμίζω ότι μιλάμε για τον Μίκη
Θεοδωράκη… τον σπουδαίο και σπάνιο αυτόν Έλληνα», σε ποιον Μίκη αναφέρεται
άραγε; Προφανώς, στο Μίκη θρύλο της μουσικής. Όμως, εδώ δεν κρίνεται ο
καλλιτέχνης Μίκης αλλά η πολιτική του συμπεριφορά.
Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018
Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018
Ένοχος
Πάλι τα ίδια!
Δέκα σκαλοπάτια, σκοτεινά. Πρώτος
διάδρομος αριστερά, βρώμικοι τοίχοι. Τρίτη πόρτα δεξιά, ξεβαμμένη. Ένα παγωμένο
μεταλλικό γραφείο, μια ξεσκισμένη καρέκλα. Πίσω από τους φακέλους, ένα
μουστάκι, χοντρά γυαλιά, δυο ώμοι με ασημένια αστέρια, μια φωνή φιλική, δήθεν.
«Τι θα γίνει με σένα;»
Σιωπή.
«Πες τι έγινε, να τελειώνουμε!»
Σιωπή.
Τα γεγονότα ξεχειλίζουν στη
μνήμη.
Τρεις αξημέρωτο. Χτυπήματα στην
πόρτα, επίμονα. Βροντές διακόπτουν το ηλιόλουστο όνειρο. Στα πόδια μπερδεύονται σεντόνι και κουβέρτα, πέφτουν στο πάτωμα, το κλειδί γυρίζει, το σιφούνι ορμά στο
δωμάτιο.
«Πέσε κάτω, ρε!»
Συρτάρια, ντουλάπια, ρούχα,
παπούτσια, βιβλία, τεκμήρια ενοχής.
Χέρια στην πλάτη, δεμένα. Γυμνό
σφαχτάρι στην κλούβα. Ένα κλομπ χτυπά σε μια παλάμη. Υπενθύμιση εξουσίας.
«Όμως, δεν μπορεί να χτυπήσει τη
σκέψη», η αισιόδοξη ιδέα χαράζει ένα χαμόγελο στο αγουροξυπνημένο πρόσωπο.
«Τι κοιτάς ρε;» το κλομπ χτυπάει
το συρμάτινο χώρισμα. Υπενθύμιση εξουσίας.
«Ναι αλλά δεν μπορεί να χτυπήσει
τη σκέψη μου». Νέο χαμόγελο.
Η εξουσία φοβάται, χτυπάει το
δάπεδο και φωνάζει:
«Πάγωσέ το, μη σε αρχίσω στις
γρήγορες! Είσαι ένοχος! Τ’ ακούς; Έ-νο-χος! Σε λίγο θα σου κοπεί το γέλιο».
Δέκα σκαλοπάτια, σκοτεινά.
Υπόγειο, υγρό. Αέρας λίγος, σκόνη πολλή.
«Τι θα γίνει με σένα;»
Σιωπή.
Τα βλέμματα διασταυρώνονται. Ομολογία.
«Ένοχος είμαι. Όσο ζω, ένοχος θα
είμαι. Όπως κι εσύ άλλωστε».
Θ. Μύθος, 31 Ιανουαρίου 2018
Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018
Ο Καθεμέρας
Βγήκε από το μαγαζί του
μαρμαρά ανακουφισμένος. Είχε διευθετήσει μια υπόθεση που τον απασχολούσε σχεδόν
δέκα χρόνια. Περπάτησε ήρεμος ως την στάση του λεωφορείου. Έβγαλε το πακέτο κι
άναψε τσιγάρο. Ήταν το δεύτερο της ημέρας. Κανονικά, το φύλαγε για το μεσημέρι,
για μετά το φαγητό. Αλλά σήμερα ήταν μια εξαιρετική μέρα. Άξιζε να την
γιορτάσει με ένα τσιγάρο εκτός προγράμματος. Άλλωστε δεν είχε να φοβηθεί τίποτε
πια.
Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018
Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017
Το ά-λογο σκίρτημα του μακρινού Νοέμβρη
«Άραγε να ’μαι κάποιος άλλος
που προσπαθεί να ονειρευτεί»
Δημ. Ζερβουδάκης
![]() |
| Θυμήσου! Ήμασταν άοπλοι και δεν φορούσαμε κουκούλα. |
Ίσως ανηφορίσω και φέτος προς το
Πολυτεχνείο, εκεί που κάποτε ονειρευτήκαμε το αδύνατο. Με βαριά καρδιά, δεν τα
μπορώ τα μνημόσυνα. Ξέρω, δεν θα βρω το Διομήδη, ούτε το Σωκράτη, ούτε το
Βασίλη, ούτε τη Σταματίνα, ούτε τον Ιάκωβο. Αυτοί ξέμειναν εκεί, ίσως γελάνε
κρυμμένοι πίσω από το ματωμένο κεφάλι. Δεν θα βρω ούτε τη Μαρία, ούτε το
Στέφανο, ούτε τον Χρύσανθο. Θα λείπουν, έγινε δύσκολη γι’ αυτούς η ανηφόρα προς
το Πολυτεχνείο. Άραγε θα θυμηθούν, τουλάχιστον, το ά-λογο σκίρτημα της καρδιάς
που νιώσαμε όλοι εκείνο τον μακρινό Νοέμβρη;
Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017
Το φαγάδικο
Υπήρχε ένα παλιό φαγάδικο, που κάποτε πρόσφερε νόστιμους μεζέδες.
Κάποια στιγμή ξέμεινε από καλό μάγειρα.
Στην πιάτσα άνοιξαν κι άλλα μαγαζιά, πιο ελκυστικά.
Υπήρχαν και κάτι χρέη στην εφορία, χρεοκόπησε το μαγαζί.
Επειδή ήταν μαγαζί-γωνία, εννιά μάγειροι, άλλοι έμπειροι κι άλλοι νέοι και φιλόδοξοι, σκέφτηκαν να συνεργαστούν και να το ανακαινίσουν.
Για να μην τσακωθούν ποιος θα γίνει αρχιμάγειρας, κάλεσαν τους παλιούς πελάτες να διαλέξουν εκείνοι ποιον προτιμούσαν.
Πήγαν αυτοί, συγκινημένοι για την τιμή που τους έγινε.
Άλλωστε στο παλιό μαγαζί είχαν κάνει αξέχαστα φαγοπότια.
Διάβασαν το μενού, παράγγειλαν.
"Εννιά μάγειροι το παλεύουν", σκέφτηκαν, "ένας καλός θα υπάρχει!"
Ήρθαν τα πιάτα, δοκίμασαν, χαιρέτισαν ευγενικά κι αποχώρησαν με την ίδια σκέψη:
"Καλύτερα να παραμείνει κλειστό, είχαμε τουλάχιστον κάποιες καλές αναμνήσεις".
Και τα εννιά φαγητά ήταν ξαναζεσταμένα!
"Σκέψεις εν όψει του νερόβραστου-μπλουμ ντιμπέιτ"
Θ. Μύθος, 5 Νοέμβρη 2017
Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017
Η λασπωμένη σημαία
Ένα μισοζώντανο κορμί με απλανές
βλέμμα, σωριασμένο στο χιονισμένο δρόμο, ανίκανο να κουνηθεί, της έγνεφε με ένα
κομματιασμένο χέρι που σπαρταρούσε. Τα δάκρυα τρέχανε ποτάμι, και τα δικά του
και τα δικά της. Τον φόρτωσε όπως-όπως στο μουλάρι και τον πήρε στο μαντρί.
Τρεις ημέρες αργότερα τον έθαψε στον αυλόγυρο. Δεν μπόρεσε να της πει ούτε τ’
όνομά του. Μόνο «μάνα» έλεγε. Εκείνη τον φιλούσε στο μέτωπο κι αυτός ξανά
«μάνα, μάνα», μέχρι που έσβησε. Η μεταλλική ταυτότητα στο λαιμό του κάτι έγραφε,
μα εκείνη γράμματα δεν γνώριζε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






