Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Μπορεί ο κόρακας ν’ ασπρίσει…


Μπορεί ο κόρακας ν’ ασπρίσει!
Μπορεί ο σπανός γένια ν’ αφήσει!
Μα δεν μπορεί ο Γκλύξμπουργκ
στην Ελλάδα να γυρίσει.

- Μα τι λέει πάλι; Πάει, το ’χασε για τα καλά. Ε, Σταύρο σύνελθε, πού ταξιδεύεις; Τι στιχάκια είναι αυτά;
- Δεν θυμάσαι, Αργυρώ; Δεν θυμάσαι που το έλεγα στο σχολειό, στο δημοψήφισμα για το Βασιλέα Γεώργιο;
- Μα πώς να το θυμάμαι, εγώ δεν είμαι από το χωριό σου. Δεν πήγαμε μαζί σχολείο. Και δεν με λένε Αργυρώ!!! Η Ματίνα είμαι, του φώναξε.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Το πεθαμένο σπίτι


Μεγάλη στεναχώρια ένοιωσα σήμερα. Πέρασα έξω από ένα σπίτι πεθαμένο.
«Μα, πεθαίνουν τα σπίτια;», θα μου πεις.
Ναι, πεθαίνουν. Άμα τα έχεις γνωρίσει τον καιρό που είχαν ζωή, που μπαινόβγαιναν άνθρωποι, που ακούγονταν γέλια, φωνές, καυγάδες, κλάματα, θρήνοι, και περνάς μετά από χρόνια και τα αντικρίζεις βουβά, έρημα, με χορταριασμένες τις αυλές τους, τότε συνειδητοποιείς πως πεθαίνουν και τα σπίτια.

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

Έκθετο βιβλίο αναζητά κηδεμόνα



Αποβραδίς άφηνε τα βιβλία του και το επόμενο πρωί περνούσε ξανά να δει τι απέγιναν. Σαν τη μάνα που αφήνει το εξώγαμο μωρό της έξω από μια πόρτα και ξαναγυρίζει να δει αν το περιμάζεψαν. Τα περισσότερα έλειπαν.

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

Η βραχνάδα στη φωνή της


Είχε αυτή τη βραχνάδα στη φωνή που τρέλαινε τους άντρες. Οι πιο μεγάλοι την παρομοίαζαν με την Τζάνις Τζόπλιν και τη Μαριάν Φέιθφουλ. Οι μικρότεροι λέγανε πως είχε τη φωνή της Μπόνι Τάιλερ. Πολλοί νόμιζαν ότι κάπνιζε αλλά η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν είχε βάλει τσιγάρο στο στόμα της. Τη βραχνάδα την είχε από φυσικού της. Την είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά της, τη Μελανίτσα χανούμ με τ’ όνομα, την ανατολίτισσα, που ξετρέλαινε τους μάγκες στα ρεμπέτικα κουτούκια. Θηλυκό Βαμβακάρη τη λέγανε.
Αυτά σκεπτόταν η Μέλανι μέσα στο ταξί που ανηφόριζε από τη Σμύρνη προς το βουναλάκι του Κουρού-τεπέ με προορισμό το Μπουνάρμπασι. Η μελαχρινή Νεοϋορκέζα αναζητούσε μια ρίζα να πιαστεί. Ψάχνοντας σε παλιά περιοδικά, σε βιβλιοθήκες και σε ξεχασμένους συγγενείς είχε φτάσει ως τα τουρκικά παράλια.

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Ένας γανωματής στην Προύσα




Ένας απλός γανωματής στην Προύσα
Πριν ξεκινήσει το καλάισμα
Έκοβε στα δυο το τενεκεδένιο δοχείο
Γιατί το κόβεις;
Τον ρώτησε έκπληκτος ένας δάσκαλος


Ο άσημος γανωματής στην Προύσα
Χαμογέλασε
Είναι εύκολο να το γανώσεις απ' έξω
Θα δείχνει καινούργιο
Μα η εσωτερική σκουριά θα μείνει


Ένας αγράμματος γανωματής στην Προύσα
Με μια φράση
Έδειξε στο σοφό δάσκαλο
Την απαξία του Φαίνεσθαι
Όταν δεν συνοδεύεται από καλλιεργημένο Είναι


Ο άγνωστος γανωματής στην Προύσα
Κατείχε την αρχαία σοφία των απλών ανθρώπων
Γνώριζε
Πως το μονοπάτι προς την αλήθεια
Περνά από το «Γνθι σατόν»


Θοδωρής Μπελίτσος
Ν. Σμύρνη, 26 Μαΐου 2016

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Ο Τετρακοσάρης

Ένα πετυχημένο κόμικς για την Ελλάδα της κρίσης
(Νίκος Δ. Νικολαΐδης – Κώστας Φραγκιαδάκης)


Ένα πετυχημένο κόμικς για την Ελλάδα της κρίσης κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό με τίτλο «Ο Τετρακοσάρης». Είναι προϊόν συνεργασίας δυο διακεκριμένων δημιουργών, του Νίκου Νικολαΐδη (σενάριο) και του Κώστα Φραγκιαδάκη (σκίτσο). Ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας, ο Άγης Λάμψας ο «Τετρακοσάρης», δεν είναι άλλος από έναν σαραντάρη εργαζόμενο των 400 ευρώ, στη σημερινή Αθήνα, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει έχοντας ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τα διλήμματα που όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε. Προσπαθεί να διατηρήσει την ηθική του ακεραιότητα ενώ όλα γύρω του καταρρέουν. Στην προσπάθειά του αυτή θα βρεθεί χωρίς δουλειά, χωρίς σύντροφο, θα κινδυνέψει η ζωή του, θα κάνει συμβιβασμούς, θα πέσει και θα σηκωθεί.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Το στεφάνι του Εσταυρωμένου




Λίγο πριν σχολάσει, την ειδοποίησαν να περάσει από το γραφείο του διευθυντή της εταιρίας. Πήρε την τσάντα της, έβαλε σε μια σακούλα προσεκτικά το στεφάνι που είχε αγοράσει για τον Εσταυρωμένο -δέκα ευρώ είχε δώσει γι’ αυτό- και πήρε το ασανσέρ για τον τρίτο όροφο. Μεγάλη Πέμπτη, αντί να φάει ένα κουλούρι και να πιει έναν καφέ στο διάλειμμά της, πετάχτηκε στον ανθοπώλη απέναντι από την εταιρία και πήρε ένα όμορφο στεφάνι με άσπρα και κόκκινα τριαντάφυλλα. Μόλις σχόλαγε θα πεταγόταν στην εκκλησία, στην άλλη γωνία, κοντά στη στάση του λεωφορείου, να προσκυνήσει και να το αποθέσει στα πόδια του σταυρωμένου Χριστού. Το ένιωθε σαν ανάγκη, σαν υποχρέωση, γιατί αυτός ο χειμώνας είχε πάει καλά. Ήταν ο πρώτος ζεστός χειμώνας μετά από τρία χρόνια. Ζεστός στην κυριολεξία, αφού επιτέλους είχαν χρήματα να πληρώσουν το αναγκαίο πετρέλαιο.
Μεγάλη Πέμπτη ήταν. Όφειλε ένα στεφάνι στον Εσταυρωμένο. Γιατί είχαν ξαναγίνει άνθρωποι.
Τα προηγούμενα χρόνια είχαν περάσει δύσκολα. Ο άντρας της, ο Πάβελ, έκανε λίγα μεροκάματα, πέντε-έξι το μήνα. Σοβατζής ήταν. Από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά σπάνια δούλευε, όχι σοβατίσματα, συνήθως βαψίματα και μερεμέτια σε παλιά σπίτια. Άλλοι δεν έκαναν ούτε ένα μεροκάματο την εβδομάδα, αλλά ο δικός της ήταν φιλότιμος και τον καλούσαν πιο συχνά. Έβγαζε ογδόντα ως εκατό ευρώ το μήνα, ίσα-ίσα για το φαγητό τους. Πού και πού αγόραζε και μερικά ένσημα, γιατί τα χρόνια περνούσαν. Τελευταία δούλευε σε ένα βενζινάδικο, στο πλυντήριο των αυτοκινήτων και είχε σταθερό μεροκάματο και ασφάλιση. Μικρό μεροκάματο αλλά σταθερό. Στα ρεπό του σκάρωνε κουκλάκια από πηλό: γατάκια, σκυλάκια, αρκουδίτσες, τα ζωγράφιζε, τα στόλιζε με σμάλτο και τα πουλούσε στο βενζινάδικο σε πελάτες.
Μεγάλη Πέμπτη ήταν, του 2016. Ημέρα του Εσταυρωμένου. Ήταν ασυνήθιστα καλόκεφος σήμερα ο Πάβελ. Έφτασε σιγοσφυρίζοντας στο βενζινάδικο και μπήκε στο γραφείο να αλλάξει, να βάλει τη φόρμα της δουλειάς. Στο μυαλό του στριφογύριζαν οι εκπλήξεις που είχε ετοιμάσει για τους αγαπημένους του ανθρώπους. Το χαμόγελο που άνθιζε στο πρόσωπό του, δεν τον άφηνε να δει τη σκοτεινιά που υπήρχε γύρω του.