Σάββατο 23 Απριλίου 2016

Στο ίδιο μπαλκόνι



Φθινόπωρο του ’46.

Στην ταβέρνα του Τσαφατίνου, στην πλατεία Μαυρομιχάλη της Καλαμάτας, μια μικρή παρέα λαφροπίνει ρετσινάτο κρασί και τσιμπολογά τους πρόχειρους μεζέδες του ταβερνιάρη: ξαρμυρισμένο μπακαλιάρο, παξιμάδι παπάρα με λαδόξυδο, τη λεγόμενη και «ξυδομπουκουβάλα», σφέλα τυρί και ντομάτα. Ανάμεσά τους κι ο Μιχάλης, απόμαχος Ελασίτης που λίγους μήνες πρωτύτερα γαμούσε κι έδερνε στην πόλη, κατά το χειμώνα της εαμοκρατίας που κράτησε ως το Μάρτη του ’45 στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα. Ύστερα, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, χώθηκαν μέσα τα κεφάλια των Εαμιτών και βγήκαν μπροστά όλα τα «λουλούδια» της εθνικοφροσύνης.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

«ΘΑΛΑCΟΠΝΙΜEΝΟC»



Σε ένα μακρινό νεκροταφείο
Μια κακογραμμένη πέτρινη πλάκα
«ΘΑΛΑCΟΠΝΙΜEΝΟC»
Ένας άνδρας

Ίσως ήταν ένας σπουδαίος χορευτής
Ένας επιδέξιος ριμαδόρος
Ή ένας δυνατός δουλευτής της γης
Κανείς δεν θα μάθει

Ίσως υπήρξε ρεμάλι και μέθυσος
Χαρτοκλέφτης και σαλταδόρος
Ή μπράβος σε πορνείο
Κανείς δεν θα μάθει

Καθώς βυθιζόταν στον πόντο
Η απελπισμένη ματιά μιας μάνας
Το φλογισμένο κορμί μιας γυναίκας
Το χαμόγελο μιας θυγατέρας
Οι τελευταίες εικόνες

Σε ένα μακρινό νεκροταφείο
Μια κακογραμμένη πέτρινη πλάκα
«ΘΑΛΑCΟΠΝΙΜEΝΟC»
Ένας άνθρωπος

Ακούγοντας:
Gordon Lightfoot, “If you could read my mind”

Θοδωρής Μπελίτσος, 15 Απριλίου 2016


Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Εις το εξηκοστόν


Εδώ και μερικές ώρες διάγω πλέον το εξηκοστόν
Από τον μακρινό Απρίλη του ’57
Που ήρθα σε τούτο τον ντουνιά φασκελώνοντας τη μαμή
Και πήρα την πρώτη μου ανάσα σκούζοντας «Μη μου του κύκλους τάραττε»
Καθώς με αποσπούσαν βίαια από τη γαλήνη και την ασφάλεια της μητρικής κοιλίας
Κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι

Αγαπητοί συνταξιδιώτες στο μακρινό αυτό ταξίδι
Είτε θυμηθήκατε να στείλετε τις ευχές σας μέσω δικτύου ή άλλως πως
Είτε δεν το θυμηθήκατε
Σας ευχαριστώ!
Άλλωστε χωρίς εσάς το ταξίδι της ζωής δεν θα είχε νόημα.

Θοδωρής Μπελίτσος
11 Απριλίου 2016


Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

Η άγνωστη θυγατέρα της Ιοκάστης


Σύμφωνα με σπάραγμα παπύρου που βρέθηκε εσχάτως
Μια άγνωστη θυγατέρα της Ιοκάστης συγκλονίστηκε σφόδρα
Σαν έμαθε πως ο Οιδίποδας εκτός από πατέρας της
Ήταν ταυτόχρονα και μεγάλος αδερφός της

Αναλογιζόμενη πώς να εκδικηθεί, σκέφτηκε να πάρει δηλητήριο
Τελικά, προτίμησε να κάνει ένα παιδί στα δεκαέξι της
Ώστε να έχει κι αυτή έναν εραστή στα τριάντα τρία της
Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα

Όταν η Ιοκάστη συνειδητοποίησε την παραπάνω αλήθεια
Ήταν πλέον πολύ αργά για να διορθώσει το λάθος της
Η άγνωστη θυγατέρα της έζησε σε κάποιο νησί των Κυκλάδων
Όπου μέχρι σήμερα συνεχίζεται η κατάρα των Λαβδακιδών

Οι μανάδες ερωτεύονται τους γιους τους
Κι εκείνοι δολοφονούν τους πατεράδες τους
Επαληθεύοντας τον παλιό χρησμό
Που είχε δώσει η Πυθία στους Δελφούς

Θοδωρής Μπελίτσος 
Ν. Σμύρνη, 8 Απριλίου 2016

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Στην πιάτσα της Νίκης




Νίκη Λανερόση. Ήταν Ιταλίδα, το γνώριζε, με ελληνοποιημένο επώνυμο. Είχε Ελληνίδα μάνα από τα Δωδεκάνησα, από Λέρο ή Κω δεν θυμόταν, δεν είχε και σημασία, και Ιταλό πατέρα, υπάλληλο σε κάποια υπηρεσία της Ιταλικής Φασιστικής Διοίκησης. Από τη μάνα της είχε πάρει το θερμό μελαψό δέρμα, το μαύρο διαπεραστικό βλέμμα και την ελιά δίπλα στο πάνω χείλος. Από τον πατέρα της είχε το αδύνατο ψηλό κορμί, το ολόισιο κατάμαυρο μαλλί και την τραγουδιστή φωνή.
Τη θυμόταν να περπατάει στην πλατεία Συντάγματος και να τραβάει όλα τα βλέμματα επάνω της. Θεά, αλλά μόνο για όποιον είχε να πληρώσει. Για τους υπόλοιπους απρόσιτος παράδεισος, βασανιστήριο των αισθήσεων και της φαντασίας, δηλαδή η κόλαση η ίδια αν σου γινόταν έμμονη ιδέα.
Ο κύριος Ντίνος έβγαλε το καπέλο του. Έπειτα έσκυψε και άφησε δυο τριαντάφυλλα, ένα κόκκινο κι ένα λευκό. Έκανε ένα βήμα πίσω και σταύρωσε τα χέρια. Το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο στην πλάκα:

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Ποιήματα ανθρώπων

Ερωμένες αιωνόβιες, μήτρες του γένους
Εραστές γεννήτορες, λατρεμένοι
Στήθη τροφών αστείρευτα
Αρχέγονες δημιουργοί
Και εποίησεν ο άνθρωπος Αφροδίτην
θεάν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Υμνητές του κάλλους και του φωτός
Χορδές παλλόμενες, γλυκόλαλες φλογέρες
Δεήσεις στην ανατολή, ευχαριστήριες
Μελωδίες ουράνιες, ψυχές ορθάνοιχτες
Και εποίησεν ο άνθρωπος Απόλλωνα
θεόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Θράκα ζωής, φλόγα δημιουργίας
Παγερού χειμώνα θαλπωρή
Πασχαλινού οβελία γλεντιστή
Δώσ’ ημίν τον άρτον τον επιούσιον
Και εποίησεν ο άνθρωπος Εστίαν
θεάν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Τρυγητής στο αμπέλι, μέθη
Λάσπη στον ορυζώνα, μόχθος
Θεριστής στο λιοπύρι, ίδρος
Αλώνισμα του άφκου, κάματος
Και εποίησεν ο άνθρωπος Δήμητραν
θεάν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Ιστία σε αφρισμένα πελάγη, όρτσα
Πάλεμα με το κύμα, μανία
Κατάδυση σε βάθη απύθμενα, δέος
Πόντος αβυσσαλέος, πόντος γέφυρα λαών
Και εποίησεν ο άνθρωπος Ποσειδώνα
θεόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Χοές γεννήτορες μετάλλων
Υνιά ροδοκόκκινα, της γης εραστές
Βέλη τροφής, βελόνες υφάντρες
Πέλεκυς χαλκός αποκεφαλιστής
Και εποίησεν ο άνθρωπος Ήφαιστον
θεόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Κυνηγοί του χρυσού, κονκισταδόρες
Βιαστές ανέμελων βρεφών
Άπληστου Μίδα υμνητές
Μαχαίρι στην καρδιά του γείτονα
Και εποίησεν ο άνθρωπος Άρην
θεόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Εξουσιαστές ζώντων και τεθνεώτων
Φοροεισπράκτορες ονείρων
Μεσάζοντες με το άδηλο
Γελοίοι εραστές, μπερμπάντηδες
Και εποίησεν ο άνθρωπος Δία
θεόν, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού

Και εποίησεν ο άνθρωπος Άμμωνα Ρα
Και εποίησεν Βάαλ και εποίησεν Ιστάρ
Και εποίησεν Μίθρα και εποίησεν Κρίσνα
θεούς, αλυσίδες ψυχών και οραμάτων
κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού
Και ουκ οίδε ο άνθρωπος λυτρωμό

Και εποίησεν Γιαχβέ κατά Μωυσή
Και εποίησεν Ιησού κατά Σαούλ
Και εποίησεν Αλλάχ κατά Μωχαμέντ
θεούς, μεσίτες προς το επέκεινα,
κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση εαυτού
Και ουκ οίδε ο άνθρωπος αλήθεια

θεοί, υπηρέτες αρχόντων και ιερατείων
θεοί, απάνθρωποι και ασεβείς
θεοί, ψευδείς και ανύπαρκτοι
θεοί, ποιήματα ανθρώπων
θεοί, εάν υπάρχετε
Δημιουργείστε έναν ΑΝΘΡΩΠΟ επιτέλους!

Θοδωρής Μπελίτσος
Νέα Σμύρνη, 13 Μαρτίου 2016


Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Ξημέρωναν Χριστούγεννα


Είχε ξεχάσει το φως της σκάλας αναμμένο. Μόλις έσβησε το πορτατίφ το κατάλαβε, καθώς φάνηκε η ανταύγεια στη χαραμάδα της πόρτας. Το φως περνούσε κάτω από τη χαραμάδα κι έφτιαχνε ένα τριγωνικό σχήμα, σαν δέντρο ένα πράγμα, χριστουγεννιάτικο, στολισμένο με χρωματιστές γραμμούλες από τις ανταύγειες που άφηνε το χαλάκι της πόρτας. Ένα ψεύτικο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο πάτωμα. Προς στιγμή μια ελπίδα σπίθισε μέσα του. Πως κάποια από τις δυο ντάμες τον είχε θυμηθεί και είχε έρθει. Πως είχε μπει από την αυλόπορτα και είχε ανάψει το φως της σκάλας. Αφουγκράστηκε κρατώντας την ανάσα του. Η απόλυτη ησυχία έσβησε τη στιγμιαία ελπίδα του. Έπειτα θυμήθηκε πως ο ίδιος είχε ξεχάσει τη λάμπα αναμμένη, το σούρουπο, όταν γύρισε από το καφενείο.
Ο Σταμάτης τον είχε κερδίσει στο τάβλι και ήταν κακόκεφος. Πώς να κερδίσει; Ήταν ζάρι αυτό απόψε; Ασσόδυο, τριόδυο κι ο άλλος εξάρες, τριάρες. Πώς να κερδίσει;
Ασσόδυο, και οι μέρες του. Ένα χάπι το πρωί για το ζάχαρο και δυο το μεσημέρι για την καρδιά.
Ασσόδυο, και η ζωή του. Μια γυναίκα, δυο κόρες. Ένας άσσος σπαθί και δυο ντάμες: ντάμα κούπα και ντάμα μπαστούνι.