Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

"Άννα, το όνομά της". Ένα βιβλίο που γεννήθηκε από τις στάχτες μιας πυρκαγιάς στη Λήμνο

 


Κώστια Κοντολέων, "Άννα, το όνομά της" 
Ένα βιβλίο που γεννήθηκε από τις στάχτες 
της πυρκαγιάς του 1939 στη Λήμνο


Το 1932 ο Δημήτριος Κοντολέων, που είχε διοριστεί Ταμίας Λήμνου, αποφασίζει να συνδέσει τη ζωή του με το νησί. Νυμφεύεται τη νεαρή Λήμνια Φρόσω Α. Κρασσά και το επόμενο έτος γεννιέται η κορούλα του, η Άννα. Ως ενεργό μέλος της τοπικής κοινωνίας δραστηριοποιείται στα κοινά: το Φεβρουάριο 1932 εκλέγεται γενικός γραμματέας του Παλλημνιακού Αθλητικού Ομίλου, τον Ιούνιο 1936 εκπροσωπεί τους οικονομικούς υπαλλήλους στο πενταμελές πανυπαλληλικό προεδρείο Λήμνου, στην κινητοποίηση για την απειλούμενη διάλυση των δημοσιοϋπαλληλικών σωματείων από την κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά. Αλλά η μοίρα έχει αποφασίσει αλλιώς.

Στις 9 Σεπτέμβρη 1939 η 25χρονη γυναίκα του και η εξάχρονη κορούλα τους, η Άννα, κάηκαν στην πολύνεκρη πυρκαγιά που ξέσπασε κατά τη διάρκεια προβολής ταινίας στο παλιό τζαμί που είχε διαμορφωθεί σε κινηματογράφο, μαζί με δεκάδες ακόμα άτομα, βυθίζοντας σε πένθος το νησί. Ο ίδιος, μαζί με άλλους «γενναίους συμπολίτες», τους οποίους κατονομάζει και συγχαίρει η τοπική εφημερίδα: 

«Με αυτοθυσίαν, με κίνδυνον της ζωής των εστάθησαν στην πόρτα και στα παράθυρα, μέχρι της τελευταίας στιγμής, οπότε κατέπεσε η στέγη του κτιρίου» και «με την εν τω μεταξύ καταφθάσασαν αντλίαν της Κοινότητος και του πυροσβεστικού σώματος, επεδόθησαν εις τον εντοπισμόν του πυρός…» [εφ. Λήμνος, 24.9.1939]. 

Την αγωνιώδη προσπάθεια που έκανε ο Δ. Κοντολέων να τραβήξει έξω τους στριμωγμένους στην πόρτα περιγράφει και ο διασωθείς Ανδρέας Ι. Χαμλίδης [βλ. Αριστ. Τσοτρούδης, «Η μεγάλη συμφορά της Λήμνου», 2008, σ. 56 και 72]

Έπειτα ο χαροκαμένος πατέρας φεύγει οριστικά από τη Λήμνο βυθισμένος στον πόνο και στις τύψεις. Θα αποχαιρετίσει τους προσφιλείς νεκρούς με ένα ποίημα, θα φτιάξει νέα οικογένεια στην Αθήνα μετά την Κατοχή, αλλά οι μνήμες από τη τραγωδία θα είναι συνεχώς παρούσες στο νέο σπίτι και θα το στοιχειώνουν για πολλά χρόνια. Παραθέτω το ποίημα «Αξέχαστοι νεκροί» που έστειλε στην εφ. Λήμνος [φ. 5.11.1939] με την υπογραφή «Δ. Κοντολέων, Αθήνα 26.10.1939»:

Πόνοι καϋμοί κι αναστενάγματα / μεσ’ την καρδιά μας καμιά δεν μένει ελπίδα

Όλες μας οι χαρές γίναν φαντάσματα / τα περασμένα πέσαν σε συντρίμμια

Βράδυ, πρωί κι απομεσήμερο / σκυφτοί στους τάφους τρέχουν, τους νεοσκαμμένους

Μανούλες, σύζυγοι, παιδιά. Αλλοίμονο / κανδήλια για ν’ ανάψουνε στους πεθαμένους

Στην πόλη των νεκρών, σ’ αυτή τη μάγισσα / από τον πόνο φεύγοντας αφήκα την ψυχή μου

Να μένη συντροφιά την επαράτησα / σ’ αξέχαστη γυναίκα, στο άμοιρο παιδί μου

Θλιμμένα αμέτρητα αχ! πόσα μνήματα / πόσους κρύβουν καϋμούς και πόνους

Μα τόσα είχαμε Θεέ μου κρίματα / για να γυρίζουμε τρελοί τώρα στους δρόμους;

Αξέχαστοι νεκροί για πάντα μας αφήσατε / πετάξατε στον ουρανό, εφύγατε μακρυά μας

Μα φεύγοντας για συντροφιά μαζύ επήρατε / τη σκέψη μας, το νου και την καρδιά μας

 

Μάνος Κοντολέων

Ο λογοτέχνης Μάνος Κοντολέων (Αθήνα 1946), γιος του από το δεύτερο γάμο, μεγαλώνει με αυτές τις μνήμες. Σε ένα παιδικό του διήγημα που υπάρχει στη συλλογή «Γάντι σε ξύλινο χέρι» (Γνώση 1986, Πατάκης 1990) θα περιγράψει τις ώρες μοναξιάς και περισυλλογής που περνούσε ο πατέρας του κάθε χρόνο στις 9 Σεπτεμβρίου, όταν απομονωνόταν στο γραφείο του φέρνοντας στη μνήμη του τις τραγικές εκείνες στιγμές, τις οποίες δεν ήθελε να μοιράζεται με κανέναν. Οι δεκαετίες περνούσαν αλλά το κοριτσάκι που χάθηκε στην πυρκαγιά δεν έλεγε να φύγει από τις οικογενειακές μνήμες. Πέρασε και στην επόμενη γενιά.



Η κόρη του Μάνου, η συγγραφέας Κώστια Κοντολέων, ανέλαβε να παλέψει με τα στοιχειά που είχαν γίνει θεμελιώδες κομμάτι της οικογενειακής εστίας και να την οδηγήσει στη λύτρωση μέσω τη λογοτεχνίας. Στο μυθιστόρημα «Άννα, το όνομά της» (Κλειδάριθμος 2021) πραγματεύεται την τραγωδία, βασισμένη σε αφηγήσεις και σε οικογενειακά αρχεία: η Λήµνος της δεκαετίας του ’30, η καταστροφική πυρκαγιά, οι απώλειες, η νέα οικογένεια, η άφιξη μιας νέας ζωής -του πατέρα της- αλλά και οι δύο γυναίκες από την πρώτη οικογένεια, η Φρόσω και κυρίως η μικρή Αννούλα, που είναι παρούσες στο νέο σπίτι και διεκδικούν τη συζυγική αγάπη και το πατρικό χάδι.

  

Κώστια Κοντολέων

Παραθέτω ένα απόσπασμα από την προδημοσίευση του βιβλίου (σελ. 15-18):

Έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Δεκέμβρης πια και νυχτώνει νωρίς. Μα εκείνος έχει κλείσει ήδη τα παντζούρια και τραβά και τις κουρτίνες. Ολότελα μονάχος. Ολότελα;

Πού ήτανε; επανέρχονται οι καθημερινοί επισκέπτες οι τύψεις του. Έναν και βάλε χρόνο μετά, πάντα οι τύψεις και τα γιατί…

Την είχε δει τη λάμψη της φωτιάς; Τις κραυγές της απόγνωσης γιατί δεν τις είχε ακούσει;

«Καίγεται ο σινεμάς! Φωτιά, φωτιά…»

Να σηκωθεί, έπρεπε! Γιατί δεν σηκώθηκε; Κραυγές από την ταινία θα’ ναι -έτσι είχε σκεφτεί. Έτσι ήθελε να ήταν… Κι όμως ο καπνός του ’χε θολώσει το βλέμμα. Κι είχε σβήσει το τσιγάρο. Μα ο καπνός ήταν πάντα εκεί. Κι είχε κουνήσει την παλάμη να τον διώξει… Αλλά πνιγότανε, έβηχε… Τι στο διάολο! Είχε σαστίσει. Πού ήτανε; - πάντα οι τύψεις του. Έναν και βάλε χρόνο αργότερα, πάντα οι τύψεις και τα γιατί…

Και μετά τις κραυγές, είχε ακούσει και το ποδοβολητό, πίσω και μπρος του… Τι στο διάολο! Κι επιτέλους – «Όχι!», είχε ουρλιάξει. Και είχε πεταχτεί έξω από το καφενείο, στον δρόμο.

Κάψα. Φλόγες… Το πρόσωπο του καίγεται κι είχε αρχίσει να τρέχει προς τα εκεί που οι πύρινες γλώσσες ήξερε πως τον καλούν… Να μπει στην κόλαση της φωτιάς! Ποιας φωτιάς; Η διάθεση ν’ απορρίπτει το προφανές!... Ό,τι ο νους δεν συλλαμβάνει. Κι όμως είχε μπει… Εκεί! Σπρώχνοντας και τσαλαπατώντας, προσπαθώντας να τις βρει… Να βρει ποιες; Να φωνάξει! Είχε φωνάξει - «Η γυναίκα μου, το παιδί μου!»

Τώρα δαγκώνει τη σάρκα του, να θυμηθεί τον πόνο. Να πονέσει πιο πολύ από εκείνο τον πόνο που του έσκιζε τα σωθικά, που τον ανάγκασε να ακούσει το ουρλιαχτό του τ’ αβάσταχτο, μαζί με τ’ άλλα ουρλιαχτά του κόσμου ένα να γίνεται, κι ύστερα τίποτα, απόλυτο σκοτάδι… Έπειτα -πότε;- είχε ανοίξει τα μάτια του, σωριασμένος πάνω στην τραχιά επιφάνεια του πεζοδρομίου, το κορμί του πονούσε. Μυρωδιά από σάρκα και ξύλο σε μια ολέθρια ένωση πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, στ’ αυτιά του ακόμη εκείνα τα ποδοβολητά, να κουβαλάνε μαζί τους πνιχτά κλάματα και κατάρες. Είχε προσπαθήσει να σηκωθεί, δεν τα κατάφερε, πάσχιζε να καταλάβει τι γύρευε πεσμένος στο λερό πεζοδρόμιο, μάταια, δεν θυμόταν ποιος ήταν.

«Κουράγιο Μήτσο!» κάποιος του είχε πει. Σε ποιον Μήτσο μιλούσε; Είχε γυρίσει το κεφάλι του προς τον άγνωστο που τον κοιτούσε κατάματα. «Δεν είσαι ο μόνος, ολόκληρες οικογένειες αφανίστηκαν απόψε… Ψυχές χάθηκαν εκεί μέσα», λόγια ακατάληπτα, λόγια δίχως νόημα… Δίχως νόημα; Κι αυτός:

«Ως φαίνεται θα τέλειωσε η ταινία», είχε σχολιάσει. «Ώρα να πάω να τις πάρω». Ο άλλος είχε σκύψει αποπάνω του. «Μείνε ακίνητος… Σε λίγο θα σε πάρουν κι εσένα. Το πόδι σου». Τι είχε το πόδι του; Και τότε ήταν που ο βαθύς ύπνος πάλι ήρθε. Μα δεν είχε όνειρα. Τους εφιάλτες έφερνε…

Και τις πήρε, δυο άψυχα κορμιά, πλάι στ’ άλλα κορμιά, πολλά κορμιά στην άκρη του δρόμου. Χάιδεψε τα καψαλισμένα μαλλάκια της κόρης του. Το σημάδι της φωτιάς στο μάγουλο της. Και θυμήθηκε… Τον καταραμένο ντελάλη του θανάτου, εκείνο το τελώνιο του Κάτω Κόσμου, που ανεβοκατέβαινε απ’ το πρωί στις ανηφοριές και τις κατηφοριές κάνοντας προσκλητήριο. Προσκλητήριο μελλοντικών νεκρών. «Κανείς να μην λείψει», ούρλιαζε. «Δεν έρχεται δα κάθε μέρα σινεμάς στο νησί μας» - το δόλωμα του…

Κι ήταν πολλοί αυτοί που πιάστηκαν στο αγκίστρι του. Βγήκαν τα ρούχα τα καλά από τις ντουλάπες, βάφτηκαν τα παπούτσια, ξεσκονίστηκαν οι τσάντες. Να πάνε στολισμένοι στο χαμό τους. Ήταν τα έκτα γενέθλια της κόρης του…

 

Μέσα από τις στάχτες του τζαμιού της Μύρινας γεννήθηκε κυριολεκτικά το μυθιστορηματικό οικογενειακό χρονικό «Άννα, το όνομά της» της Κώστια Κοντολέων. Η συγγραφέας το αφιερώνει «στον Μάνο και τις λέξεις μας», στον πατέρα της δηλαδή, στις αφηγήσεις του οποίου οφείλεται προφανώς το πρωτογενές υλικό για το χτίσιμο της ιστορίας. Για τις ανάγκες της μυθοπλασίας έχει τροποποιήσει τα πραγματολογικά στοιχεία, το επώνυμο γίνεται «Τιμολέων» αντί «Κοντολέων» το επώνυμο της πρώτης συζύγου «Αποστολάκη» αντί «Κρασσά», το παιδί της δεύτερης οικογένειας «Φίλιππος» αντί «Μάνος». Η συγγραφέας τοποθετεί το ατύχημα στο παλιό χαμάμ της Λήμνου αντί για το παλιό τζαμί ενώ έχει κάνει και ορισμένες χρονικές μετατοπίσεις, π.χ. στο βιβλίο το ατύχημα γίνεται το 1938 αντί για το 1939. Ενδεχομένως υπάρχουν και άλλες διαφοροποιήσεις από τα αντικειμενικά δεδομένα, σε ονόματα και χρονολογίες, τις οποίες δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, αλλά αυτό δεν έχει και πολλή σημασία.

Το μυθιστόρημα ακολουθεί την πορεία του χαροκαμένου πατέρα, και τις συνέπειες που έχει στη δεύτερη οικογένειά του η τραγωδία που βίωσε, το βάρος που προσθέτουν οι αναμνήσεις στα νέα πρόσωπα που εμφανίζονται με το πέρασμα του χρόνου στο περιβάλλον του, τις αντιδράσεις τους, τα διλήμματα, τις αναστολές, τις αμφιβολίες, τις αναζητήσεις, τις αμφίσημες συμπεριφορές. Και κυρίως τις επιδράσεις που έχουν στην ψυχοσύνθεση του Φίλιππου, του αγοριού από τη δεύτερη σύζυγο. Αυτά συμβαίνουν ενώ η ελληνική κοινωνία εξελίσσεται και αλλάζει, με αποτέλεσμα το μυθιστόρημα να συνθέτει παράλληλα την ιστορική τοιχογραφία από την καταστροφή του 1922 ως την μεταπολίτευση του 1974, μέσα από τη ζωή μιας μεσοαστικής αθηναϊκής οικογένειας.

Θα επανέλθω στο τραγικό γεγονός που αποτέλεσε την θρυαλλίδα των εξελίξεων, την πυρκαγιά στη Λήμνο, παραθέτοντας ένα ακόμα απόσπασμα (σελ. 83-84):

Ήταν στα έκτα γενέθλια της κόρης του που βγήκε εκείνος ο καταραμένος ντελάλης, σ’ ανηφοριές και κατηφοριές, να διαλαλήσει τον πλανόδιο κινηματογράφο, που είχε έρθει στο νησί τους. «Κανείς να μη λείψει, φώναζε. Κι ως το μεσημέρι όλος ο τούρκικος γιαλός, μαζί και ο ρωμαίικος κι όλες οι πάνω και οι κάτω γειτονιές, ήξεραν και ετοιμάζονταν, βγήκαν τα ρούχα τα καλά απ’ τις ντουλάπες και φρεσκαρίστηκαν, βάφτηκαν παπούτσια και ξεσκονίστηκαν τσάντες κι άρχισαν από νωρίς να κόβουν βόλτες έξω από τα παλιά Τούρκικα Λουτρά που είχαν διαμορφωθεί κατάλληλα για την περίσταση. Ήταν κι αυτός στην παραλία για να κεράσει τη μικρή Άννα γλυκό του κουταλιού, που τόσο της άρεσε. Θα περίμεναν και τη Φρόσω να έρθει κι ύστερα θα έκαναν βαρκάδα και μόλις σουρούπωνε θα πήγαιναν για φρέσκο ψάρι στην καλύτερη ψαροταβέρνα του ρωμαίικου γιαλού.

Όμως πώς να ξεφύγει κανείς από το πεπρωμένο του; Η μικρή άλλο λαχταρούσε στα γενέθλιά της να κάνει, να πάει ήθελε κι εκείνη στο σινεμά, κάτι τον έσπρωξε να αρνηθεί, μα τα δάκρυα που άρχισαν να σχηματίζονται στα μάτια της κόρης του έλαμψαν. Αχ, οι λάμψεις … που σε ξεγελούνε! Λάθος… Και οι τελευταίες αντιρρήσεις του ξεχάστηκαν, έστειλε μαζί και τη Φρόσω να την προσέχει κι εκείνος κάθισε στο ζαχαροπλαστείο απέναντι από τα Τούρκικα Λουτρά μέχρι να τελειώσει η προβολή.

Ό,τι στη συνέχεια έγινε εκεί, μέσα στο παλιό χαμάμ, μόνο απ’ τις αφηγήσεις άλλων το ξέρει και μόνο από κάποιες δικές του υποψίες… σκέψεις.

 

Η τραγωδία και οι δυο νεκρές φιγούρες παραμένουν «ζωντανές» και αλληλοεπιδρούν με τους χαρακτήρες του έργου σχεδόν μέχρι την τελευταία του σελίδα (σελ. 327):

Το παλιό άλμπουμ αφήνεται παρατημένο στο τραπεζάκι πλάι της. Μέχρι…

Μέχρι μια σκάλα να οδηγήσει τα βήματά της, βαριά και σταθερά, σκαλοπάτι το σκαλοπάτι, ως το πατάρι. Και μια βαλίτσα, από της Λήμνου τα μέρη φερμένη, ν’ ανοίξει πάλι ύστερα από καιρό. Η κόκκινη σταυρωτά δεμένη πετσέτα, με το μικρό πακέτο εντός της, φωλιάζει τώρα στις χούφτες της, έχει έρθει η ώρα να γευτεί τη γνώση που κάποτε αρνήθηκε.


Θ. Μπελίτσος, Σεπτέμβριος 2026
Προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο μου [e-book] 
"Η Λήμνος στη λογοτεχνία"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου