-Παντελή;
Ο ήλιος είχε γείρει
προς τη δύση. Χρυσές και πορφυρές ηλιαχτίδες παιχνίδιζαν πάνω στον απαλό κυματισμό
του νερού, γοητεύοντας τους εποχικούς παραθεριστές της μικρής κωμόπολης που
είχαν σπεύσει να θαυμάσουν τον μεγαλοπρεπή αποχαιρετισμό του επουράνιου βασιλιά.
Ο Παντελής, μόνιμος θερινός θαμώνας του μαγευτικού κολπίσκου της περιοχής, όπως
κάθε σούρουπο αγνάντευε με μισόκλειστα μάτια το λιόγερμα θαμπωμένος από τον
φωτεινό χείμαρρο που έστελνε απλόχερα το μεγάλο άστρο, λίγο πριν κρυφτεί πίσω
από το αντικρινό βουναλάκι στην απέναντι πλευρά του κόλπου.
Ξάφνου μια φιγούρα
διέσχισε τον χείμαρρο κι έριξε τη σκιά της στο πρόσωπό του, μια φιγούρα που βάδιζε
προς το παγκάκι που καθόταν. Για μια στιγμή έκρυψε τις ηλιαχτίδες, αμέσως μετά τις
άφησε να τον τυφλώσουν, κι ύστερα πάλι το ίδιο. Λες κι έπαιζε μαζί του η γυναικεία
φιγούρα. Γυναίκα ήταν και μάλιστα η φιγούρα κάτι του θύμιζε, κάτι γνώριμο αλλά μακρινό
που ξυπνούσε μέσα του συναισθήματα χαμένα στο χρόνο. Προσπάθησε
να το ξεκαθαρίσει βάζοντας το χέρι του αντήλιο. Η φυσιογνωμία γνωστή αλλά από
πού, από πότε; Το μαλλί με τις κοριτσίστικες αφέλειες το θυμόταν πιο μακρύ, να
κυματίζει ανέμελο. Το χαμόγελο, αυτό το χαμόγελο το ήξερε καλά. Η γυναίκα
έβγαλε τα σκούρα γυαλιά… αυτό το βλέμμα, αυτό το βλέμμα! Σηκώθηκε…
