Παρασκευή 29 Αυγούστου 2025

Ο "στοιχειωμένος" Βόντελας και η Αγία Παρασκευή

 


Στη Μύρινα της Λήμνου, στη νότια απόληξη του Ρωμαίικου Γιαλού, στην Ακτή Κουντουριώτη όπως ονομάζεται αφού εκεί το 1912 αποβιβάστηκαν οι Έλληνες αξιωματικοί του θωρηκτού Αβέρωφ που ανήγγειλαν την απελευθέρωση του νησιού, δεσπόζουν το αρχοντικό του Βόντελα και ακριβώς δίπλα στο ξεκίνημα του ανηφορικού δρομίσκου προς το Κάστρο ο ναός της Αγίας Παρασκευής.

Το παλιό αρχοντικό, το οποίο χτίστηκε τον 19ο αιώνα με σκοπό να στεγάσει την κλινική του Ιταλού ιατρού Bontella, εγκαταλείφθηκε, ερειπώθηκε και για πολλές δεκαετίες έστεκε ξεδοντιασμένο. Το κουφάρι του αποτελούσε καταφύγιο για αγριοπούλια, νυχτερίδες και τρωκτικά. Στη φαντασία του κόσμου στοίχειωσε κι απέφευγαν να πλησιάσουν το χάλασμα, ειδικά σαν έπεφτε το σκοτάδι. Αντίθετα η Αγία Παρασκευή από ταπεινό εικονοστάσι-προσκυνητάρι έγινε εκκλησάκι, αργότερα ναός και εξελίχθηκε σε πάνδημο προσκύνημα για τους πιστούς της Μύρινας.

Οι ιατρικές ικανότητες του Bontella δεν βρήκαν απήχηση στο κοινό του νησιού. Ο Ιταλός πήρε των ομματιών του κι έφυγε στην Αίγυπτο. Κι όπως έγραφε το 1906 ένας σπουδαίος Λημνιός οφθαλμίατρος, ο Γεώργιος Ι. Παπαϊωάννου (1869-1913), σε μια μελέτη του για το σχεδιαζόμενο τότε Νοσοκομείο Λήμνου, σχολιάζοντας την οπισθοδρομική κατάσταση της νήσου: «δια τους χωρικούς τους στερουμένους ιατρικής περιθάλψεως μένει ελεύθερον το πεδίον, επιτρέψατέ μοι να είπω, εις τους κατσίβελους». Απόμεινε η οσιομάρτυς Παρασκευή, «η των ιαμάτων πολυχεύμων κρουνός» κατά το σχετικό μεγαλυνάριο, να προχέει ιάματα ως προστάτιδα των οφθαλμών και κάθε αναπηρίας και να συγκεντρώνει τάματα ως έσχατη ελπίδα των πασχόντων.

Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.

 

Ράλλη Κοψίδη "Ο Βόντελας" [φωτ. "Ημερολόγιο 2024", του ΜΕΑΣ Νέοι Καμινίων Λήμνου]

Ο ιατρός Bontella και η κλινική του

Στα μέσα του 19ου αιώνα Γαριβαλδινοί, πρώην ερυθροχίτωνες στα εθελοντικά τάγματα του Ιταλού επαναστάτη Giuseppe Garibaldi (1807-1882), εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη της Μεσογείου διάγοντας ειρηνικό βίο. Σύμφωνα με ανακοίνωση των Σπυρ. Παξιμαδά, Σπυρ. Μαρκέτου, Σταματίνας Παγώνη στο 18ο Ιατρικό Συνέδριο της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών, δύο από αυτούς, οι γιατροί Carolo Cecchi και Bontella εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Λήμνο γύρω στα 1865 [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 8.9.1992, σ. 26].

Φαίνεται πως ο Cecchi ενσωματώθηκε στην τοπική κοινωνία, διότι στις 12.6.1874 μετείχε ως ένας εκ των 17 προκρίτων της «Χώρας Βαρουσίου» στη «Συνέλευσι των Προκριτοτέρων της Πρωτευούσης και των Πληρεξουσίων απάντων των χωρίων», στην οποία αποφασίστηκε να ιδρυθούν κοινοτικά σχολεία σε δώδεκα χωριά και να συσταθεί θέση κοινοτικού ιατρού στο Σαρπί (Καλλιθέα) για όλο το νησί [Μπελίτσος, Κοινοτικά σχολεία…, σελ. 213-216].

Έχουμε κι άλλες περιπτώσεις Ιταλών που ήρθαν στη Λήμνο στα μέσα του 19ου αιώνα. Όπως του Pancelli που εγκαταστάθηκε στο χωριό Καλλιόπη και απόγονοί του είναι η οικογένεια Παντσέλια του Ρουσσοπουλίου, σύμφωνα με καταγραμμένη οικογενειακή παράδοση [Σιδερής, σ. 133]. Φυσικά δεν γνωρίζουμε αν ήταν Γαριβαλδινός, όπως δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί πώς προήλθαν τα ευάριθμα λατινογενή επώνυμα που υπάρχουν ως σήμερα ή υπήρξαν παλιότερα στο νησί, όπως: Βαγιανδέρης, Βάρδας, Βλαττάς, Βρούντζος, Δανέζης, Δανδάλης, Δαπόντης, Δεκαβάλας, Δουμανόλδος, Κόνσουλας, Λορεντζάτος, Ρόκκος, Λιβέριος, Σκαπέτης, Τόκκος κλπ, μερικά από τα οποία ανάγονται στις αρχές του 19ου αιώνα, δεδομένου πως οι σχέσεις της Λήμνου με τις ιταλικές πόλεις πάνε πολύ βαθιά στο χρόνο και φθάνουν ως την ύστερη βυζαντινή περίοδο [Μπελίτσος, Συλλογή…, σελ. 156].

Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα μας. Για τον Bontella η διαμονή στο νησί δεν εξελίχθηκε καλά. Στη Λήμνο είχε αφιχθεί πριν από το 1860, αφού τον Αύγουστο του 1859 ζούσε εκεί και είχε συζευχθεί με κάποια Καλλιόπη, ανιψιά επ’ αδερφή του Γεωργίου Π. Τουφεξώφ, ενός Λημνιού με όνομα που προδίδει πως είχε ζήσει στη Ρωσία, όπως κι άλλοι Λημνιοί της εποχής που είχαν ονόματα με σλαβική κατάληξη, όπως: Ζαφειρώφ, Τσαγκαρώφ, Ψαρώφ κλπ.

Τα προβλήματα του Βοntella ξεκίνησαν όταν ο μητροπολίτης Ιωακείμ αρνήθηκε να ευλογήσει το γάμο του και εκδίωξε από την εκκλησία την μητέρα της κοπέλας, διότι ο Βοntella ήταν καθολικός στο δόγμα, παρά το ό,τι ο Ιταλός είχε δεχτεί να νυμφευθεί και να βαφτίσει τα παιδιά του σύμφωνα με το ορθόδοξο τυπικό. Η υπόθεση έφτασε στον Πατριάρχη Κύριλλο Ζ΄, ο οποίος στις 11.8.1859 με επιστολή προς τον μητροπολίτη, τον επέκρινε για την αποσιώπηση του γεγονότος, απαίτησε να τον ενημερώσει άμεσα και συνιστούσε να βαφτίσει τυχόν παιδί του ζεύγους που είχε προκύψει στο μεταξύ. Παραθέτω τη σχετική επιστολή, όπως την είχε δημοσιεύσει ο πρώην μητροπολίτης Λήμνου Βασίλειος Ατέσης [ΕΚΚΛΗΣΙΑ τ. ΙΗ΄ 1951, σελ. 130-131]:

«Ιερώτατε Μητροπολίτα Λήμνου, υπέρτιμε … κλπ, κλπ … κύριε Ιωακείμ …

Αποστέλλομεν σοι εσώκλειστον ώδε αντίγραφον αναφοράς του επαρχιώτου σου Γεωργίου Π. Τουφεξώφ, διαλαμβανούσης περί τινος κρυφίως τελεσθέντος συνοικεσίου μεταξύ της επ’ αδελφή ανεψιάς αυτού Καλλιόπης και του ιατρού Βόδελλα δυτικού το δόγμα, διότι η Ιερότης σου ουκ έδωκας αυτοίς άδειαν γάμου, καίτοι υποσχεθέντος δήθεν του γαμβρού στεφανωθήναι κατά την διατύπωσιν της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και βαπτίζειν κατά ταύτην τα τέκνα του, ύστερον δε εξεκκλησίασας και την μητέρα της νέας, ως συνεργήσασαν εις την συγκρότησιν του διττώς παρανόμου συνοικεσίου.

Ταύτα λαβόντα χώραν αυτόθι εν τη επαρχία σου μολονότι ώφειλες κατά χρέος αρχιερατικόν απαραίτητον να αναγγείλης προς την Εκκλησίαν, η Ιερότης όμως απ’ εναντίας μετήλθες άκραν σιωπήν, ώστε παρ’ άλλων πηγών μανθάνομεν ό,τι έδει παρά σου να πληροφορηθώμεν, εκθέτοντως λεπτομερώς και ακριβώς πάντα τα απ’ αρχής διατρέξαντα, και προσέκρουσας ούτω μεγάλως ενώπιον της Εκκλησίας.

Διό και του λοιπού μεν θέλει προσέχει καλώς εις την ακριβή εκπλήρωσιν του ουσιώδους τούτου καθήκοντός σου, ήδη δε ως ούσης ανάγκης συνεπεία της αναφοράς ίνα ζητήσωμεν τας δεούσας πληροφορίας παρά της Ιερότητός σου, γράφοντες δια της παρούσης Πατριαρχικής ημών επιστολής, εντελλόμεθα και παραγγέλομέν σοι εντόνως, όπως άμα του λαβείν σπεύσας γράψης και πληροφορήσης ημίν κατ’ έκτασιν περί των συμβάντων εν τη περιστάσει ταύτη του συνοικεσίου, όπως κατά συνέπειαν οδηγήσωμεν αυτήν περί του πρακτέου.

Και επειδή μη φανερουμένης εποχής εν τη αναφορά, είναι ενδεχόμενον έως ου απαντήσης και λάβης τας εκκλησιαστικάς διαταγάς ίνα γεννηθή βρέφος υπό των ειρημένων και προσφερθή επί το βαπτισθήναι εις το ορθόδοξον δόγμα προλαμβάνοντες από τούδε υπαγορεύομέν σοι, όπως, εν τοιαύτη περιπτώσει γνωρίζων ότι η Ορθόδοξος Εκκησία ουδένα αποδιώκει, αλλά δέχεται πάντας τους προσερχομένους αυτή, δεχθής το παιδίον και βαπτίσης αυτό κατά την διατύπωσιν της Ιεράς ημών Θρησκείας. Περιμένομεν τοίνυν εν τάχει τας ζητουμένας πληροφορίας εν Αρχιερατική ευθύτητι και εν γραφή αληθείας· η δε του Θεού χάρις είη μετά σου.

αωνθ΄ Αυγούστου ια΄ [σ.σ. 11.8.1859]

† ο Κων/λεως εν Χ΄΄ αδελφός»

 

Δεν είναι γνωστή η συνέχεια της υπόθεσης αλλά έχουμε πληροφορίες από άλλη πηγή, λογοτεχνική. Η συγγραφέας Eυαγγελία Μπουτλούκου-Βρεττάκη (1940-2014) στο βιβλίο «Πανωπέτσι, κατωπέτσι και ψίχα», ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα με αληθινές ιστορίες αλλά με αλλαγμένα τα ονόματα και με χρονικά άλματα, παραθέτει την ιστορία μιας μακρινής «θείας» της, την οποία αποκαλεί Μέλπω. Η «Μέλπω», κόρη πολύτεκνης, πάμφτωχης οικογένειας από το Κοντοπούλι, δόθηκε ως ψυχοπαίδι στην Αίγυπτο. Εκεί γνώρισε τον Ιταλό γιατρό «Δάνηλα». Παντρεύτηκαν και ήρθαν στη Λήμνο. Συνεχίζω με αποσπάσματα από το βιβλίο [σελ. 112]:

«Εκείνος ξετρελάθηκε με το νησί και αποφάσισε να χτίσει μια κλινική και να μείνουν για πάντα εκεί. Πράγματι την έχτισε στο Κάστρο, τη σημερινή Μύρινα, στο Ρωμέικο Γιαλό, μια ακρογιαλιά με χρυσαφένια αμμουδιά. Στην άκρη της, πάνω στο βουνό, δεσπόζει το ενετικό κάστρο της. Στα ριζά του βουνού χτίστηκε η κλινική, δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής…

Παρόλο που ο γιατρός έχτισε με τέτοιο ενθουσιασμό την κλινική του, το κράτος δεν του έδωσε την άδεια να τη λειτουργήσει, επειδή δεν είχε την ελληνική υπηκοότητα… Απηυδισμένος, άφησε την κλινική, πήρε τη θεία μου και ξαναπήγαν στην Αίγυπτο. Με τον χρόνο, το κτίριο ρήμαζε και πια έμειναν μόνο τα ντουβάρια. Αντί για μια κλινική, που ήταν απαραίτητη για το νησί, έμεινε το χάλασμα του Δάνηλα (έτσι λεγόταν ο γιατρός)».

Παρά τα χρονικά πρωθύστερα και τα αλλαγμένα ονόματα, οι δυο ιστορίες δένουν εξαιρετικά, κάτι που μου επιβεβαίωσε και η αείμνηστη Ευαγγελία, όταν την ρώτησα. Ο Δάνηλας του βιβλίου είναι ο Βόντελας ή Βόντηλας όπως επίσης τον αποκαλούσαν, δηλαδή ο Ιταλός ιατρός Βontella (ο Βοδέλλα του πατριαρχικού εγγράφου), ο οποίος έκτισε το γνωστό αρχοντικό στο Ρωμαίικο Γιαλό, με σκοπό να ιδρύσει κλινική. Όμως συνάντησε αντιδράσεις επειδή ήταν ξένος και καθολικός. Απογοητεύτηκε κι επέστρεψε στην Αίγυπτο με την οικογένειά του. Οι απόγονοί του έφυγαν στην Αμερική.

Το πότε κτίστηκε το μέγαρο δεν είναι ακριβώς γνωστό. Όμως, εικονίζεται σε φωτογραφία του 1890-1892 περίπου των αρχείων του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, όπου δείχνει να είναι ήδη παλιό αλλά έχει ακόμα την οροφή του.

Ο Ρωμαίικος προ του 1892 [φωτ. Πανεπ. Κων/πολης]. 
Το κτίριο Βόντελα είναι ήδη παλιό αλλά γερό ακόμα

 
 Ο Ρωμαίικος την δεκ. ’30 [φωτ. Τζοβάρας]. 
Στο κτίριο Βόντελα η οροφή έχει πέσει και είναι χάλασμα

Στη συνέχεια το κτίριο ρήμαξε. Ο κόσμος το θεωρούσε στοιχειωμένο. Ο ζωγράφος και πεζογράφος Ράλλης Κοψίδης (1929-2010) που έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Μύρινα, την δεκαετία του ’30, το περιγράφει με λογοτεχνικό ύφος μεν αλλά με ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες σε άρθρο του στο σαλονικιό περιοδικό «Διαγώνιος» [τ. 1, 1965, σελ. 58-59]:

«Στην πλευρά του κάστρου που έβλεπε σ’ αυτόν τον Ρωμαίικο γιαλό, σχεδόν πάνω από τη θάλασσα μα λίγο ψηλά, βρισκότανε ένα σπίτι ερειπωμένο, μισοτελειωμένο, αφημένο στο έλεος του Θεού. Αυτό το σπίτι που το ονομάζανε «του Βόντηλα» ήτανε, λέγανε όλοι, στοιχειωμένο. Άνθρωπος δεν πατούσε νύχτα κατά εκεί…

Από την αμμουδιά καθισμένοι το βραδάκι για να δούμε τον ήλιο να βασιλεύει, το λοξοκοιτάζαμε με κάποια τρομάρα, και όπως στεκότανε με ολάνοιχτα τα παραθύρια του και τις σκεπές του, γεμάτο αγριάδα, μας φαινότανε πολύ φυσικό, που το στοιχειό διάλεξε τούτο δω ακριβώς το σπίτι για να κατοικήσει κι όχι άλλο κανένα.

Τα ντουβάρια ήτανε χοντρά παραπάνω απ’ το συνηθισμένο, φτιαγμένα με τεράστια αγκωνάρια. Πατώματα δεν είχε, ούτε παράθυρα, ούτε πόρτες, ούτε μπαλκόνια, ούτε καμινάδες, ούτε τίποτ’ άλλο εχτός από τοίχους αψηλούς, ζωσμένους εδώ κι εκεί με σίδερα χοντρά για να το κάνουνε φαίνεται πιο γερό, που είχανε σκουριάσει δίνοντας του μια όψη αξιοθρήνητη…

Είμαι σίγουρος πως θα στέκεται όρθιο ακόμα».

Κάποια στιγμή το κτίριο πέρασε στο Δήμο Μύρινας, την δεκ. ’90 αναπαλαιώθηκε και κατά καιρούς έχει στεγάσει διάφορες πολιτιστικές δραστηριότητες κι εκδηλώσεις.

 

"Το σπίτι του Βόντελλα" [σκίτσο Ράλλη Κοψίδη]

 

Ο Βόντελας και η Αγία Παρασκευή

Για την ιστορία και την εγκατάλειψη του κτιρίου, ο Κοψίδης κατέγραψε έναν θρύλο που συνδέει τον Βόντελα με την αγία Παρασκευή. Στο έργο του «Κάστρο Ηλιόκαστρο» [σελ. 65] γράφει:

«Πίσω απ’ το εκκλησάκι υψωνόταν ερειπωμένο και μοναχικό το «σπίτι του Βόντελα». Σημεία και τέρατα λέγαν γι’ αυτό. Τόχε ο κόσμος για στοιχειωμένο. Ένα χάλασμα τρίπατο με χοντρά ντουβάρια σιδεροδεμένα, ήταν κατοικία τώρα των μοχθηρών πουλιών που τα λένε κουρούνες, γαΐλες, καρακάξες…

Το σπίτι αυτό πήρε το όνομά του από κάποιον Βόντελα Ιταλό που το έχτιζε, αλλά δεν κατάφερε να το τελειώσει, γιατί ό,τι έχτιζε γκρεμιζόταν. Οι μαστόροι απορημένοι δεν ξέραν τι να κάνουν. Ώσπου μια γυναίκα θεοτική, αγιούσα, είδε στον ύπνο της λέει, την Αγία Παρασκευή, πολύ θυμωμένη, γιατί το χτίριο είχε τα αποχωρητήριά του κατά το εκκλησάκι της. Να τα βάλουν με κοτζάμ αγία δεν γινόταν. Κι έτσι το παράτησαν ατελείωτο. Κι η ερημιά εκείνη ήταν ό,τι πρέπει για να το κατοικήσουν τα στοιχειά. Σκουπίδια ήταν πεταμένα στα έρημά του υπόγεια, κατά τα έθιμα των Ελλήνων. Τις καλοκαιριάτικες νύχτες πηγαίναμε από κάτω, χωρίς να πολυζυγώνουμε, για να δούμε τάχα το φάντασμα.

-Να το στοιχειό! Λέγαμε ο ένας στον άλλο. Μα κανείς δεν ήταν σίγουρος πως το είδε.

-Να! δεν το γλέπ’ς που κρεμνιέται απ’ τα κάγκελα;

Τώρα κρύφτηκεν πάλε… όλοι όμως το περιγράφανε, άλλος έτσι, άλλος αλλιώς. Μα τα στοιχειά είναι φιλέρημα και τώρα με την «αξιοποίηση» του τόπου, θα ’χει πια φύγει».

Παρόμοια περιγραφή αυτού του θρύλου είχε δημοσιεύσει και στο περιοδικό «Διαγώνιος» της Θεσσαλονίκης το 1965 [τ. 1, σελ. 59-60]:

«Λέγανε λοιπόν γι’ αυτό το βεράνι [σ.σ. ερείπιο] πως όταν το χτίζανε η δουλειά δεν προχωρούσε, όλο και κάτι γκρεμιζότανε, όλο και κάτι δεν πήγαινε καλά. Μαστόροι πέσανε από τη σκαλωσιά, ντουβάρια γκρεμιζότανε ξαφνικά την άλλη μέρα. Σκεπή δεν καταφέρανε να του βάλουνε ποτέ ώσπου το παρατήσανε, φύγανε οι μαστόροι και τ’ αφεντικά κατατρομαγμένοι απ’ την ανεξήγητη αυτή κακοτυχία. Οι ντόπιοι λέγανε καμιά φορά πως αιτία ήτανε το παλιό εκκλησάκι της αγίας Παρασκευής που βρισκότανε λίγα μέτρα παρακάτω. Και βεβαιώνανε πως η αγία Παρασκευή θύμωσε γιατί χτίσανε τ’ αποχωρητήρια του σπιτιού προς το μέρος της εκκλησιάς της. Κι έτσι δεν άφησε με κανέναν τρόπο να τελειώσει το σπίτι του Βόντελα».

 

 Ο Ρωμαίικος γιαλός την δεκ. ’50 [φωτ. Τζοβάρας]
Κάτω δεξιά η Αγ. Παρασκευή και δίπλα το ερειπωμένο κτίριο Βόντελα
 

Προφανώς, για όλα τα παραπάνω θρυλούμενα η αγία Παρασκευή ουδεμία ευθύνη φέρει. Και τούτο, διότι όταν χτιζόταν ο Βόντελας στα 1890 ή και πιο πριν, εκκλησάκι δεν υπήρχε. Αυτό χτίστηκε σε μια πρώτη ταπεινή μορφή το 1916 και σε μέγεθος κανονικού ναού το 1928· όχι το 1925 που αναγράφεται στην επιγραφή που έχει εντοιχιστεί. Αυτό τεκμηριώνεται από φωτογραφία του 1927 που παραθέτω, στην οποία δίπλα στον εγκαταλελειμμένο Βόντελα δεν υπάρχει ναός αλλά κι από δημοσιεύματα της τοπικής εφημερίδας, στα οποία περιγράφεται με λεπτομέρειες «η εκ βάθρων ανέγερσις του ναϊδρίου του Αγίας Παρασκευής εις τον Ρωμαίικον Γιαλόν παρά την θέσιν Βόδελα» το 1928, τα οποία θα παραθέσω στη συνέχεια του άρθρου.

Στην πορεία του χρόνου η ιστορία του Βόντελα ξεχάστηκε, το ξεδοντιασμένο κτίριο στην άκρη του Ρωμαίικου δέσποζε τρομακτικό και στις ρούγες της πόλης η λαϊκή φαντασία έπλασε διάφορους θρύλους σχετικά με τα αίτια της εγκατάλειψής του.

«Το εν Κάστρω Λήμνου ναυπηγηθέν πετρελαιοκίνητον ιστιοφόρον “Λήμνος” τόννων 200, 
ιδιοκτήτου Χρυσοστόμου Φ. Βακούρα, Ιούλιος 1927». Πίσω από το σκάφος φαίνεται το ακατοίκητο αρχοντικό του Βόντελα, αλλά στα δεξιά δεν υπάρχει ο ναός της Αγ. Παρασκευής καθώς δεν είχε ανεγερθεί ακόμα.

 

Αγία Παρασκευή, το χρονικό της ανέγερσης

Ας δούμε το χρονικό της ανέγερσης της Αγίας Παρασκευής, όπως προκύπτει από δημοσιεύματα στον τύπο της εποχής. Στα 1916 υπήρχε ως «παρεκκλήσιον», σε ταπεινή μορφή, όπως αναφέρεται στην αναγγελία του εορτασμού της στην τοπική εφημερίδα [ΛΗΜΝΟΣ 24.7.1916]:

«Αύριον Δευτέραν 25 Ιουλίου παραμονήν επετείου της μνήμης Οσιομάρτυρος Παρασκευής, ψαλήσεται εσπερινός μετά κατανυκτικής παρακλήσεως περί ώραν 6½ εσπερινήν, εν τω φερωνύμω παρεκκλησίω παρά το φρούριον, ην πλείστοι θεοσεβείς θέλουσιν κατά το σύνηθες ακροασθή».

Η έκφραση «κατά το σύνηθες» υποδηλώνει πως το παρεκκλήσι υπήρχε ήδη αλλά δεν πρέπει να είχε μεγάλη ιστορία, το πολύ δύο ή τριών ετών. Η θέση του ακριβώς στη βορινή έξοδο του φρουρίου την αποκαλούμενη «Μαυροχάτι», αποκλείει κάθε πιθανότητα να είχαν επιτρέψει οι Οθωμανοί να φτιαχτεί εκεί προ του 1912. Αυτό προκύπτει άλλωστε κι από τη δημοσίευση της εφημερίδας για τον εορτασμό της επόμενης χρονιάς [ΛΗΜΝΟΣ 30.7.1917]:

«Εις το άκρον του Ρωμαίικου γιαλού και εις τας υπωρείας του λόφου ένθα το Ενετικόν φρούριον όλως αθορύβως η ευγενής και φιλόθρησκος ψυχή Χριστιανού ανήγειρε μικρόν Εκκλησίδιον, την Αγίαν Παρασκευήν. Εις ταύτην κατά την προσχθεσινήν επέτειον συνέρρευσαν αι μεν μητέρες δια να ευχηθώσιν την ταχείαν των τέκνων των επάνοδον, αι σύζυγοι δια να παρακαλέσωσι όπως σώοι οι σύζυγοί των εκ του πολέμου επιστρέψωσι και αι αδελφαί δια ν’ ανάψωσιν ένα κερί πούχουν τάξη εις την Αγίαν Παρασκευήν για την ταχείαν των αδελφών των επάνοδον».

Εκατοντάδες Λημνιοί είχαν επιστρατευτεί στην Μεραρχία Αρχιπελάγους. Υπήρχε μεγάλη αγωνία από τις οικογένειές τους καθώς το νησί αντιμετώπιζε μεγάλη έλλειψη νέων ανδρών.

Τα επόμενα χρόνια δεν αναφέρεται κάποια είδηση σχετικά με το «εκκλησίδιο», όπως το αποκαλεί η εφημερίδα. Καθώς η γιορτή της Αγ. Παρασκευής σχεδόν συνέπιπτε χρονικά με το πάνδημο πανηγύρι του Αγ. Παντελεήμονα στο Ανδρόνι, το ταπεινό παρεκκλήσι δεν προσέλκυε το ενδιαφέρον. Ήταν ένα ασήμαντο προσκυνητάρι, το οποίο δεν αναφέρεται ούτε καν ως τοπωνύμιο τον Αύγουστο του 1927 που καθελκύστηκε από τον παρακείμενο ταρσανά το ιστιοφόρο «Λήμνος» του Χρυσοστόμου Φ. Βακούρα [ΛΗΜΝΟΣ, 21.8.1927]:

«Την πρωίαν της παρελθούσης Κυριακής ήρξατο η καθέλκυσις του εν τω Ρωμαίικω γιαλώ και παρά την οικίαν Βόδελα ναυπηγηθέντος πλοίου τόννων περίπου 200. Το πρωτοφανές δια την Λήμνον θέαμα συγκέντρωσε αρκετόν πλήθος…»

Το παλιό παρεκκλήσι-προκηνυτάρι

 

Την επόμενη χρονιά ξεκίνησε η προσπάθεια να ανεγερθεί εκκλησία «κατά την θέσιν Βόδελα», έπειτα από χορηγία 38.000 δρχ που έστειλε ο Γεώργιος Μαυρέλλης [ΛΗΜΝΟΣ, 17.6.1928]:

«Ο εν Αλεξανδρεία κ. Γεώργιος Μαυρέλλης απέστειλε προς την Εκκλησιαστικήν Επιτροπήν Κάστρου δραχμάς 38.000 δι’ ανέγερσιν της Εκκλησίας Αγίας Παρασκευής κάτωθεν του Φρουρίου εις τον Ρωμαίικον Γιαλόν κατά την θέσιν Βόδελα. Η γενναία αύτη χειρονομία του εγκρίτου ομογενούς έτυχε γενικής επιδοκιμασίας καθότι επεβάλλετο η ανέγερσις του ναϊδρίου τούτου…».

Αμέσως προκηρύχτηκε μειοδοτικός διαγωνισμός για την εκ βάθρων ανέγερση με βάση σχέδιο που εκπόνησε ο μηχανικός Μιχ. Μιχαηλίδης [ΛΗΜΝΟΣ, 24.6.1928]:

«Η Εκκλησιαστική Επιτροπή Αγίας Τριάδος διακηρύττει ότι:

Εκτίθεται εις μειοδοτικήν δημοπρασίαν δι’ ενσφραγίστων προσφορών η εκ βάθρων ανέγερσις του Ναϊδρίου του Αγίας Παρασκευής εις τον Ρωμαίικον Γιαλόν παρά την θέσιν Βόδιλα, κατά τα υπό του Μηχανικού κ. Μιχαηλίδου εκπονηθέντα και συνταχθέντα σχέδια… Η δημοπρασία ενεργήσητε κατά την 27ην Ιουνίου ε.έ. ημέραν Τετάρτην και ώραν 5 μ.μ. εν τω Μητροπολιτικώ Μεγάρω…

Εν Κάστρω τη 18η Ιουνίου 1928. Η Εκκλ. Επιτροπή: Ν. Πολυταρίδης, Π. Καλλογιάννης, Α. Γιανναρούδης»

Όλα κύλησαν κατά το πρόγραμμα και στις 14 Ιουλίου τέθηκε ο θεμέλιος λίθος [ΛΗΜΝΟΣ, 15.7.28]:

«Την 9ην π.μ. της χθες εγένετο η κατάθεσις του θεμελίου λίθου του παρά τον Ρωμαίικον γιαλόν και εις την θέσιν Βόντειλα αναγερθησομένου παρεκκλησίου της Αγίας Παρασκευής».

Παράλληλα δημοσιεύτηκε κατάλογος με τα ονόματα των δωρητών, με την εισφορά ενός εκάστου, που αφορούσαν το ποσό των 38.000 δρχ. το οποίο είχε στείλει ο Γ. Μαυρέλλης από την Αλεξάνδρεια. Συνεπώς, ο Μαυρέλλης είχε την πρωτοβουλία, συνέβαλε με γενναία ποσά ο ίδιος και οι συγγενείς του, αλλά ο ναός δεν ανεγέρθηκε μόνο «δαπάναις του Γεωργίου Α. Μαυρέλλη», όπως αναφέρει η σχετική επιγραφή που υπάρχει στο ναό. Παραθέτω τη λίστα των δωρητών, στην οποία υπάρχουν γνωστά ονόματα Λημνιών της Αιγύπτου αλλά και άλλων Αλεξανδρινών [ΛΗΜΝΟΣ, 15.7.1928]:

«Κατάλογος εισφορών υπέρ ανεγέρσεως ιερού Ναού Αγίας Παρασκευής εν Κάστρω Λήμνου» (σ.σ. τα ποσά είναι σε γρόσια)

2000: Γεώργιος Μαυρέλης.

1000: Ιωάννης Μαυρέλης, Παναγιώτης Καλογεράς, Δ.Γ. Σαρρής.

500: Νότης Μαυρέλης, Νικόλαος Μαυρέλης, Χρήστος Χ΄΄Μασούρης, Κοραλία Αποστολέρη, Godffriga Pfister, Φιλ. Φραγκούλης.

300: Νικόλαος Γ. Γαροφάλλου.

200: Ευτέρπη Γ. Παστρούδη, Αδελφοί Γ. Παστρούδη, Αδελφοί Σταύρου.

100: Ν.Π. Κοκκιναράς, Σταύρος Στράφτης, Χαρ. Πανταράς, Δ. Παλαιολόγος, Ι. Κατακουζηνός, Χαράλ. Τσοκάκης, Ε. Δημητρίου, Οικογένεια Δράκου.

303: κ. Ευτέρπη Μαυρέλλη προς συμπλήρωσιν επιταγής Δραχμών 38.000.

Ήτοι εν όλω γρ. διατ. 10.003 ήτοι Δραχμαί 38.000.

Οι εργασίες ξεκίνησαν και το φθινόπωρο άλλη μία γενναία εισφορά προστέθηκε στις παραπάνω. Όπως ανακοινώθηκε στον τύπο [ΛΗΜΝΟΣ, 23.9.1928]:

«Ο κ. Παναγιώτης Ψαρώφ προσέφερεν υπέρ του ανεγειρομένου εν Κάστρω εκκλησιδίου της Αγίας Παρασκευής δραχμάς 1.500 εις μνήμην των γονέων του».

Ο Παναγιώτης Ψαρώφ ήταν γόνος παλιάς οικογένειας Λημνιών καραβοκύρηδων, μέλη της οποίας είχαν επιδείξει κι άλλοτε φιλογενή αισθήματα, όπως ο Παναγιώτης Ι. Ψαρώφ (1800-1863) κατά την ανέγερση Σχολής στο Κάστρο το 1845 κι έπειτα του μητροπολιτικού ναού, ο Παύλος Ψαρώφ που χρηματοδότησε την ανέγερση των κωδωνοστασίων της Αγ. Τριάδας το 1910, η Μαρία Ψαρώφ κ.ά. Εκτός από την συνεισφορά του για την Αγ. Παρασκευή, ο Παν. Ψαρώφ είχε ανεγείρει το εκκλησάκι της Αγ. Βαρβάρας στον αιγιαλό κάτω από το Αντρόνι, εις εκπλήρωση τάματος που έκανε, όταν το καράβι του γλίτωσε σε κάποια τρικυμία, όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο Λεων. Γεροντούδης [σ. 365]:

 «Από τη Μύρινα ακούγονταν Ψαρώφ ο Παναγιώτης που στ’ ακρογιάλι εδεκεί στ’ Αντρόνι από κάτω τ’ν Άγια Βαρβάρα έχτισε ’ντας σώθηκε το καράβι τ’ από μουγάλη θάλασσα φουρτουνιασμένη».

Στην ακρογιαλιά της Αγ. Βαρβάρας, την δεκ. ’60 ο εγγονός του, ο Αθανάσιος Ψαρώφ, με άλλους κεφαλαιούχους ανέγειρε την παγκοσμίως γνωστή ξενοδοχειακή μονάδα «Ακτή Μύρινα», τα «Ελβετικά» όπως είναι γνωστά στην τοπική κοινωνία.

 Ο ναός ολοκληρώθηκε και το Μάιο του επόμενου έτους 1929 αναγγέλθηκε πως θα εορτάσει κατά την Παρασκευή της Διακαινησίμου [εφ. ΛΗΜΝΟΣ 5.5.1929]:

«Την Παρασκευήν του Πάσχα εορτήν της Ζωοδόχου πηγής εορτάζει το κάτωθεν του φρουρίου νεόδμητον παρεκκλήσιον της Αγίας Παρασκευής και αφ’ εσπέρας μεν θέλει ψαλή εσπερινός και παράκλησις, την δε πρωίαν η θεία λειτουργία. Προσκαλούνται όθεν πάντες οι φιλέορτοι όπως παραστώσι. Η Εκκλησιαστική Επιτροπή».

Ως φαίνεται συνηθιζόταν τότε οι ναοί της Αγ. Παρασκευής να εορτάζουν και την Παρασκευή του Πάσχα, διότι υπάρχουν αναγγελίες εορτασμού για τους ομώνυμους ναούς του Θάνους και του Λιβαδοχωρίου και μάλιστα εορτασμοί πανηγυρικού χαρακτήρα. Ίσως πάλι πανηγύριζαν λόγω της παρουσίας πολλών ξενιτεμένων προσδοκώντας τον οβολό τους. Διαβάζω [ΛΗΜΝΟΣ 20.4.1930]:

«Την Παρασκευήν της Διακαινησίμου 25 τρέχοντος πανηγυρίζει μετά πάσης εκκλησιαστικής παρατάξεως και Αρχιερατικής λειτουργίας ο εν Θάνει ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής και προσκαλούνται πάντες οι φιλέορτοι όπως προσέλθωσι».

Η σχετική ανταπόκριση από το Λιβαδοχώρι [ΛΗΜΝΟΣ 27.4.1930]:

«Λειβαδοχώρι Αγία Παρασκευή. Γίνονται βέβαια πανηγύρεις καθόλον το έτος και εις πολλά μέρη της νήσου αλλά οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι κανένα εκ τούτων δεν συγκεντρώνει τον κόσμον που συγκεντρώνουν αι πανηγύρεις του Λειβαδοχωρίου εις πολλούς λόγους και ιδίως ότι το Λειβαδοχώρι είνε εκ των κεντρικωτέρων χωρίων και δι’ αυτού διέρχονται οι δύο μοναδικοί δρόμοι, τούτο οφείλεται εις το ότι μεταξύ των εορταστών διεκρίνοντο αρκετοί εκ των νεοαφιχθέντων εξ Αμερικής και Αιγύπτου οίτινες με πολύ δίκηο τρέχουν στα πανηγύρια που τα στερούνται στην ξενητειά όπως και πλήθος κοριτσιών που άλλα είνε εύμορφα άλλα νόστιμα άλλα χαριτωμένα, όλα όμως ντυμένα με την μόδα των κοντών που σβύνει ολοένα για να δοθή τόπος στα μακρυά.

Αλλά κι ο Μήτσος με την κομπανία του ακούραστος να παίζη και να συλλέγη τα φιλοδωρήματα, σκορπά το κέφι στα πόδια των χορευτών, οι οποίοι σέρνουν τον χορό με θαυμάσιο ρυθμό γύρω από μια καταπράσινη αμυγδαλιά της πλατείας εις πολλές δίπλες. Η μπύρα τρέχει παντού και προκαλεί μια ευχάριστή ευθυμία σ’ όλους. Ο χορός σχολάζει αργά και μερικές σαρένς [παρέες;] ακόμη εξακολουθούν. Τα πανηγύρια του Λειβαδοχωρίου τέλος είναι μοναδικά».

Το επόμενο καλοκαίρι το εκκλησάκι στο Ρωμαίικο πανηγύρισε για πρώτη φορά στο καθολικό του στις 26 Ιουλίου 1929 [ΛΗΜΝΟΣ 21.7.1929]:

«Την προσεχή Παρασκευήν 26 τρέχοντος εορτήν της Αγίας Παρασκευής πανηγυρίζει το παρά τον Ρωμέικον γιαλόν ομώνυμον παρεκκλήσιον μετά πάσης της εκκλησιαστικής παρατάξεως και αφ’ εσπέρας μεν θέλει ψαλή αγιασμός και παράκλησις, την δε πρωίαν η θεία λειτουργία μετά πάσης ιεροπρεπείας. Προσκαλούνται οι φιλέορτοι όπως προσέλθωσιν. Η Εκκλησιαστική Επιτροπή».

Περιγραφή της πανηγυρικής γιορτής δεν υπάρχει, ούτε την πρώτη χρονιά ούτε τις επόμενες. Όπως ανέφερα η χρονική σύμπτωση με το πάνδημο πανηγύρι του Αγ. Παντελεήμονα Ανδρωνίου που εορτάζει ακριβώς την επόμενη ημέρα 27 Ιουλίου, μονοπωλούσε όλο το ενδιαφέρον καθώς:

«Καθένα χωριό, και από τα πιο μακρυνά ακόμη της Νήσου, έστειλε τας πρεσβείας του, απαρτιζόμένας από μπουκέτο, γέννους, ηλικίας, τάξεως, ποιότητος και αριθμού. Αι πρώται αντιπροσωπείαι ήρχισαν να καταφθάνουν από τις 3 μ.μ. ώρας της παραμονής, άλλαι μεν ημιονογαδουροεποχούμεναι, άλλαι δε ποδαροδρομοκινούμεναι…», όπως έγραφε η εφ. ΛΗΜΝΟΣ στις 31.7.1916 σε ένα ολοσέλιδο άρθρο.

Συνέχιζε στο ίδιο σατυρικό ύφος, περιγράφοντας την «υποδοχή των καραβανίων υπό ανθρώπων του οίκου του Αγίου, έκαστος των οποίων ενωρίς είχε καταλάβει την θέσιν του» και παραλάμβανε τις προσφορές των πιστών. Επικεφαλής ο σεβάσμιος Παπα-Γιάννης που «είχε καταλάβει την πρακτικωτέραν θέσιν, στήσας το στρατηγείον του κάτωθι του εν τω περιβόλω του ναού δένδρου, και εκεί δεχόμενος από τες χριστιανοπούλες το σώμα του Χριστού, μορφάζων πότε, πότε, αν έβλεπε ότι καμμία ευλογημένη είχε φανή ακριβή και οικονόμα στο αλεύρι».

Συνεχίζει με την περιγραφή του απέραντου καταυλισμού των προσκυνητών, των υποζυγίων, των πραματευτάδων, των Άγγλων στρατιωτών που ατένιζαν περίεργοι την πολύχρωμη ανθρωπομάζα. Οι φερέλπιδες νέοι, και όχι μόνο, δεν λείπουν από την περιγραφή: «η αριστοκρατούσα νεολαία της πρωτευούσης αναμεμιγμένη μετά γερόντων και κομψευομένων εγγάμων και μη, και αριστοκρατών των χωρίων, καθ’ ομίλους περιδιαβάζουσα, συναντάται, ουχί βεβαίως εκ προθέσεως, με την θηλυκήν αριστοκρατίαν των τριών συνοικιών της πρωτευούσης και των χωρίων… και συνάπτει αλλεπαλλήλας οφθαλμικάς μάχας κατά το ακροβολιστικόν σύστημα».

Πανηγύρι χωρίς γλέντι δεν νοείται φυσικά: «ο ανυπότακτος ενορίτης κυρ Φώταρος, είχε στήσει ενωρίς τα προκλητικά και σκανδαλιστικά του τραπέζια και καρέκλες, καλών και προσκαλών τους επισκέπτας όπως εορτάσωσι εν χορδαίς και οργάνοις, οίνω, μπύρα, ούζω τε και παντοίοις άλλοις ποτοίς και εδέσμασι, κηρύξας ούτω τον πόλεμον κατά του Αγίου, και εκδικούμενος δια τους επιτρόπους του, οι οποίοι από πείσμα του εστένεψαν την παλτείαν του μαγαζίου του»

Κάπως έτσι συνεχίζεται η περιγραφή, με τη νυχτερινή διασκέδαση, την πρωινή λειτουργία, την προσέλευση των επισήμων, την αναχώρηση πολλών προσκυνητών για τα χωριά τους, ενώ «αρκετόν μέρος της αρσενικής και θηλυκής νεολαίας, ως και ικανών οικογενειών, υπό τους ήχους μουσικών και ασμάτων, έκαμε και μεταμεσημβρινήν συνέχειαν της εορτής, μη εννοούν να παραδεχθή λήξασαν την εορτήν προ της λήξεως της μπύρας του ούζου και των μεζέδων του κομματάρχου κυρ Φώταρου».

Το ολοσέλιδο κείμενο υπογράφει ο «Παρακυλλήνιος», μάλλον κάποιος παρεπιδημών στρατιωτικός με καταγωγή από την Κυλλήνη. Στο τέλος του άρθρου αποκαλύπτει την ταυτότητά του σε όσους τον γνώριζαν τότε, αλλά όχι και σε μας: «εις μίαν γωνίαν, ο υποφαινόμενος, μετά τινων φίλων συντελούν εις την ταχυτέραν μπυροκατανάλωσιν, πίνοντες επί τη προαγωγή του παρισταμένου και χορηγούντος φίλου κ. Γεωργίου Αδάμου άρτι προαχθέντος εις υπολοχαγόν».

Ο Βόντελας και η Αγ. Παρασκευή την δεκ. '70 [αρχείο ΕΛΙΑ]

 

Ο Βόντελας και η Αγ. Παρασκευή σήμερα

Αλλά ας επιστρέψουμε στο θέμα μας. Το λιτό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής προφανώς αδυνατούσε να ανταγωνιστεί τον σχεδόν συνεορτάζοντα δημοφιλή άγιο του Ανδρωνίου. Αποτέλεσε το προσκυνητάρι των περιοίκων, καταφύγιο εξορκισμού των στοιχειών που ενδημούσαν στο ερείπιο του Βόντελα και το σημείο από όπου ξεκινούσε ο εσπερινός περίπατος της νεολαίας στον Ρωμαίικο «από τη Βόντελα ως το Μονόπετρο», όπως θυμάται η κ. Βαρβάρα Βαγιάκου που μεγάλωσε εκεί, στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια [Διαδρομές, σ. 82-83]:

«Ξεκινούσαμε από την Αγία Παρασκευή. Προσκυνούσαμε ευλαβικά το καλά φωλιασμένο προσκυνητάρι και ανάβαμε το καντηλάκι της. Πίσω μας ακριβώς αφήναμε περιφρονητικά την ερειπωμένη Βόντελα. Τα παραθύρια της χωρίς παντζούρια και τζάμια έχασκαν ορθάνοιχτα στο Αιγαίο. Ξεφτισμένα τα στεφανώματά της, θύμιζαν αίγλη. Απάγκιο των γλάρων, των αδέσποτων και των φαντασμάτων. Έτσι τουλάχιστον την ήθελε η οργιάζουσα παιδική μας φαντασία. Ο ανύπαρκτος νυχτερινός φωτισμός της περιοχής καλλιεργούσε την εντύπωση σε μας τα παιδιά πως ήταν το βασίλειο των φαντασμάτων, που θά ’βγαιναν τη νύχτα και θα μας κυνηγούσαν. Γι’ αυτό το βράδυ ποτέ δεν φτάναμε ως εκεί».

Το απόκοσμο τοπίο, οι βράχοι του κάστρου, τα χαλάσματα γεννούσαν ιστορίες και θρύλους που πλάθονταν και ξαναπλάθονταν στις ρούγες της πόλης. Για χρόνια γήτευαν και γοήτευαν τους απλούς ανθρώπους, κυρίως τα παιδιά που αναζητούσαν τεκμήρια για να πιστέψουν όσα θρυλούμενα κυκλοφορούσαν. Ο Ράλλης Κοψίδης γράφει για τα σκαλοπάτια που πάτησε η Αγία Παρασκευή, όπως πίστευε όταν ήταν παιδί και την απογοήτευση που ένιωσε όταν τα βρήκε τσιμεντωμένα μετά από 40 χρόνια που ξαναήρθε στη Λήμνο [Κοψίδης, Το Τετράδιο του γυρισμού]

«Κατά τη νύχτα βγήκα στον Ρωμαίικο γιαλό. Η αλλαγή τον σημάδεψε κι αυτόν. Με κατάπληξη έβλεπα, μέσα απ’ τα σίδερα της σύγχρονης παιδικής ψυχαγωγίας, τα ονομαζόμενα «παιδικές χαρές», πόσο κοντά ήταν το κάστρο με τον Πέτασο, τερατώδη, απόμακρα κι οδυνηρά ακρωτήρια του αλησμόνητου γιαλού. Και ιδού, στα έκθαμβα μάτια μου, το όραμα τόσων χρόνων, το ερείπιο του σπιτιού του Βόντελα, κατοικητήριο κάθε φόβητρου παιδικού, και απειλητικών φαντασμάτων καταφύγιο. Ανάμεσα από παρκαρισμένα αγροτικά Ντάτσουν και σκουπίδια, ανέβηκα προς Αγία Παρασκευή. Τσιμεντένιες σκάλες μ’ ανέβασαν. Πού πήγαν τα πατήματα της Αγίας, που μικροί διακρίναμε στα σκαμμένα στο βράχο σκαλοπάτια… Βιάστηκα όμως να φύγω μακριά από μια θορυβώδη «ντισκοτέκ» (ή κάτι τέτοιο). Τι μ’ ένοιαζαν εμένα όλα αυτά! Πού ήταν ο άγγελος της παραμυθίας, ο οδηγός των πλανημένων, να μου δείξει από πού πάνε στο σπίτι μας;»

Η απομάγευση που κυριάρχησε στην τεχνοκρατική εποχή μας, απογοήτευσε τόσο τον ζωγράφο ώστε το 1994 που ξαναήρθε στη Λήμνο, 65χρονος πια, σύμφωνα με αφήγηση της κ. Καίτης Σαπέρα-Βρούντζου, πήγε και ξάπλωσε σε ένα σκαλοπάτι στα σκαλιά του αναστηλωμένου Βόντελα, αναπολώντας προφανώς την εποχή που ήταν παιδί, μια εποχή που «έφυγε οριστικά μαζί με τους δυνατούς χτύπους της καρδιάς και τον κοχλασμό του αίματος», όπως γράφει ο νομπελίστας συγγραφέας Ίβο Άντριτς σε ένα διήγημά του.

 Οι δυο επιγραφές με το ιστορικό της Αγ. Παρασκευής.
Η επάνω έχει λάθη τόσο στο έτος ανέγερσης (το σωστό είναι 1928),
όσο και στο όνομα του χορηγού που δεν ήταν αποκλειστικά ο Γ. Μαυρέλλης
 


Πηγές - Βοηθήματα

Ατέσης Βασίλειος πρ. Λήμνου «Ανέκδοτα έγγραφα της Μητροπόλεως Λήμνου» ΕΚΚΛΗΣΙΑ τόμ. ΚΗ΄, τεύχος 10 (15.5.1951), σελ. 130-131.

Βαγιάκου-Βλαχοπούλου Βαρβάρα, «Διαδρομέςστη Μύρινα 1940-1960», Λύχνος 2022.

Κοψίδης Ράλλης, «Το Κάστρο της Λήμνου», Διαγώνιος τ. 1 (Ιανουάριος-Μάρτιος 1965), σελ. 57-64.

Κοψίδης Ράλλης, «Κάστρο Ηλιόκαστρο», 1980.

Κοψίδης Ράλλης, «Το Τετράδιο του γυρισμού», Ιούνιος 1986.

Μπελίτσος Θ., «Συλλογή γλωσσικού υλικού από τη Λήμνο», Υπ. Αιγαίου, ΟΛΣΥ, 1999.

Μπελίτσος Θ., «Τα κοινοτικά σχολεία της Λήμνου», έκδ. Σύλλογος Ωφελίμων Βιβλίων, 1997.

Μπουτλούκου-Βρεττάκη Ευαγγελία, Βρεττάκη-Δάβου Τίνα «Πανωπέτσι, κατωπέτσι και ψίχα» 1995.

Σιδερής Κωνσταντίνος, «Λογοτεχνική κακαβιά», 1998.

Γεωργίου Παπαϊωάννου, Ιατρού εν Ασιούτ, «Μελέτη επί του εν Λήμνω ιδρυθησομένου Νοσοκομείου», εφ. Ταχυδρόμος Αλεξανδρείας, φ. 4/17 και 5/18.12.1906.

Παρακυλλήνιος [ψευδώνυμο], «Η πανύγηρις του Ανδρωνίου», εφ. ΛΗΜΝΟΣ 31.7.1916.

«Λειβαδοχώρι, Αγία Παρασκευή», εφ. ΛΗΜΝΟΣ 27.4.1930.

 Θ. Μπελίτσος, Αύγουστος 2025

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου