Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Ένα παγωτό ξυλάκι




Έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος. Μαζί έκλεισε και τ’ αυτιά της, να μην ακούει το σπαραχτικό κλάμα της Φωτεινούλας. Μάταια η γιαγιά της μικρής προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Το κοριτσάκι έκλαιγε με σπασμούς φωνάζοντας τη μαμά του. Μπήκε στο ασανσέρ δακρυσμένη. Οι φωνές της μικρής κορούλας της, μυτερά καρφιά στο στήθος της. Και τι να κάνει; Ήδη είχε καθυστερήσει. Αν έχανε το τραμ, όπως είχαν αραιώσει τα δρομολόγια λόγω καλοκαιριού, δεν θα προλάβαινε να είναι στην ώρα της στο μαγαζί. Εποχιακή ήταν, για τους καλοκαιρινούς μήνες, σε παραλιακό καφέ, από Ιούνιο ως Σεπτέμβριο. Έπειτα από οκτώ μήνες ανεργίας, δεν την έπαιρνε να χάσει τη δουλειά. Έλπιζε μήπως την κρατήσουν και το χειμώνα, έστω για λίγα μεροκάματα το μήνα, τα σαββατοκύριακα και τις γιορτές.
Το μεγάλο της πρόβλημα ήταν η μικρή, δεν είχε πού να την αφήσει. Τον Ιούνιο, όταν έκλεισε το νηπιαγωγείο, είχε βολευτεί με κάτι προγράμματα του Δήμου. Μετά την άφηνε στη μάνα της, άλλοτε πρωί άλλοτε απόγευμα, ανάλογα με τη βάρδια της. Κάθε μέρα το ίδιο σκηνικό. Ξυραφιές τα παράπονά της: «δεν σ’ αγαπάω μανούλα, δεν σ’ αγαπάω». Μαχαιριές οι φωνές και το κλάμα της. Ξεσήκωνε την πολυκατοικία. Την καταλάβαινε, όλη μέρα κλεισμένη στο δυάρι με την γιαγιά, σαν φυλακισμένη ήταν. Μα δεν είχε άλλη επιλογή. Τον άλλον ούτε που τον ένοιαξε. Τον πήρε, του εξήγησε την κατάσταση ήρεμα. Ασυγκίνητος. Στο τέλος δεν άντεξε, του έβαλε τις φωνές.
«Είναι και δικό σου παιδί, ρε γαμώτο»! Ούτε που την άκουσε, πήρε την γκόμενα και φύγανε στα νησιά.
«Τα είχαμε συμφωνήσει», της είπε, «τα καλοκαίρια θα την παίρνεις στο χωριό σου».
«Ναι, αλλά τότε ήταν αλλιώς. Τότε δούλευα στην εταιρία, την έστελνα στο χωριό, πήγαινα κι εγώ στην άδειά μου. Τότε η μάνα μου μπορούσε, τώρα με το ζόρι περπατάει. Δεν μπορώ να τις στείλω στο χωριό μόνες τους», μονολόγησε και γύρισε το βλέμμα της να δει αν την είχαν ακούσει οι λιγοστοί επιβάτες του τραμ.  
«Να τα σκεφτόσουν αυτά πριν μείνεις έγκυος, εγώ δεν ήθελα παιδί, στο είχα πει», της πέταξε το φαρμάκι. Ξαναήρθαν όλα ξανά στο μυαλό της.
«Αιτία διαζυγίου;», την είχε ρωτήσει ο δικηγόρος της, «τι να γράψω;».
«Εγκυμοσύνη», του είπε κι εκείνος έβαλε τα γέλια καθώς την είδε με την κοιλιά φουσκωμένη, ήταν ήδη στον έβδομο. Μετά σοβάρεψε καθώς του πέρασε μια ιδέα.
«Από άλλον;», την ξαναρώτησε διστακτικά.
«Όχι, του άντρα μου είναι αλλά δεν το θέλει, ούτε εμένα θέλει τώρα», απάντησε βουρκωμένη. «Του φόρτωσα ανεπιθύμητες ευθύνες, είπε». Την έπιασε νευρικό γέλιο, τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι και στην κοιλιά της η αγέννητη Φωτεινούλα κλωτσούσε με μανία τον αμνιακό σάκο. Όντως ήταν για γέλια, το πιο γελοίο ζευγάρι του πλανήτη. Ο δικηγόρος σάστισε.
«Θα την απορρίψει», της είπε.
«Μη φοβάσαι, είμαι γερό σκαρί, μου είπε ο γιατρός, δεν κινδυνεύω», νόμιζε πως της μίλησε για το έμβρυο. Ο δικηγόρος ξανάβαλε τα γέλια.
«Ο δικαστής, λέω, θα την απορρίψει την αίτηση διαζυγίου». Ξεκαρδίστηκαν και οι δύο.
«Γράψε δεν τον θέλω, δεν με θέλει, δεν θελόμαστε, γράψε ό,τι θες, τέλος πάντων, αρκεί να βγει το κωλόχαρτο. Πατέρας να σου πετύχει!», είπε δυνατά ενώ το τραμ έστριβε στην παραλιακή. Ένας παππούς που πήγαινε το εγγονάκι του στη θάλασσα, παρεξηγήθηκε.
«Κάνε μας τη χάρη κυρά μου», της πέταξε. Ευτυχώς είχε φτάσει στη στάση της, κατέβηκε κι άρχισε να τρέχει.
Μέχρι να βγει το διαζύγιο, είχε γεννήσει. Δεν ήρθε καν να την δει, ούτε το επώνυμό του ήθελε να δώσει στη μικρή. «Να της δώσεις το δικό σου», της είπε στο τηλέφωνο, «έτσι και αλλιώς χωρίζουμε, σχεδόν εξώγαμο είναι». Στο ληξιαρχείο το έπαιξε προοδευτικός, ότι δήθεν υποχώρησε επειδή η μάνα ήταν μοναχοπαίδι, για να μη χαθεί το επώνυμο. Μη χαθεί το σπάνιο επώνυμο… Δημητροπούλου, ο γελοίος.
Αργότερα άλλαξε γνώμη καθώς κατάλαβε πως είχε νομικές ευθύνες. Υπογράψαμε και ένα χαρτί. Τα σαββατοκύριακα την έπαιρνε, της έκανε όλα τα χατίρια, της αγόραζε παιχνίδια και γλυκά και μετά άντε εγώ να την ξαναφέρω στα ίσια. Άσε που όταν έκλεισε η κωλοεταιρία κι έμεινα άνεργη δεν είχα και φράγκα. Αν δεν υπήρχε η σύνταξη της μάνας μου, θα είχαμε πεινάσει.
Έφτασε στο καφέ, στο τσακ. Το αφεντικό είχε αρχίζει να μουρμουρίζει. Ευτυχώς το μαγαζί ήταν άδειο ακόμα. Έπιασε να ετοιμάζεται, το μυαλό της ξεμπλόκαρε, για πότε πήγε πέντε ούτε που το κατάλαβε. Στην επιστροφή, στο τραμ, ξανά-μανά τα ίδια σκατά στο κεφάλι της. Τα έβαλε με τον εαυτό της καθώς είχε ξεχάσει ένα αυγό-σοκολάτα με παιχνιδάκι που είχε αγοράσει της  μικρής, να την ξεγελάσει, μην αρχίσει πάλι τα παράπονα και την κλάψα. Μπήκε αγχωμένη στο ασανσέρ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, κατέβηκε. Πριν χτυπήσει το κουδούνι, άνοιξε η πόρτα.
«Μανούλα, μανούλα!», η Φωτεινή έτρεξε φωνάζοντας στην αγκαλιά της. Την γέμισε φιλιά. Την πήρε από το χέρι και κατέβηκαν από τις σκάλες. Το στόμα της πήγαινε ροδάνι. Έλεγε, έλεγε, έλεγε, έμαθε όλα τα παιδικά νέα της ημέρας, δηλαδή όλες τις εξελίξεις από τα καρτούν που είχε δει στην τηλεόραση.
«Μανούλα, χτες σου είπα ένα ψέμα», της πέταξε ξαφνικά με απολογητική διάθεση.
«Δεν πειράζει», απάντησε, «αρκεί να μην το ξανακάνεις».
«Είπα κάτι που σε στεναχώρησε», επέμεινε η Φωτεινή, «αλλά δεν ήταν αλήθεια».
«Σου είπα, δεν πειράζει».
«Είπα πως δεν σε αγαπάω αλλά δεν είναι αλήθεια», μουρμούρισε κοιτώντας τα πέδιλά της.
«Και ποια είναι η αλήθεια;», χαμογέλασε δήθεν απορημένη η μάνα.
«Η αλήθεια είναι ότι σε αγαπώ πολύύύ…», φώναξε δυνατά και της αγκάλιασε τα πόδια.
«Αυτό αξίζει ένα παγωτόόό…», φώναξε με τη σειρά της και την πήρε αγκαλιά.
Κάθισαν σε ένα παγκάκι. Σε λίγο δίπλα της ένας μικροσκοπικός κλόουν είχε πασαλείψει μύτη και μάγουλα με σοκολάτα και φράουλα.
«Χωράει η ευτυχία σε ένα παγωτό ξυλάκι;» αναρωτήθηκε κι έβαλε τα γέλια.

Θοδωρής Μπελίτσος
17 Αυγούστου 2017

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Ες αύριον τα σπουδαία!





Βραδιά πρώτη.

Είχε μπει ο Αύγουστος κι ακόμα δεν είχε σχεδιάσει τίποτε. Την Παρασκευή ξεκινούσε η άδειά της αλλά δεν είχε προγραμματίσει κάτι, κάποιο ταξίδι να ξεφύγει από τη μεγαλούπολη. Ούτε για παρέα είχε ψάξει. Έτσι κι αλλιώς συνήθως μόνη της έκανε διακοπές. Διάλεγε ένα νησί στο χάρτη, έκλεινε ένα δωμάτιο και ξεκινούσε. Παρέα πάντα έβρισκε εκεί που πήγαινε. Αφαιρέθηκε για λίγο. Έπιασε τον εαυτό της να αναπολεί παλιότερες καλοκαιρινές γνωριμίες. Έρωτες της μιας νύχτας ή της μιας εβδομάδας. Κάποιοι είχαν συνεχιστεί για λίγο διάστημα στο φέισμπουκ, ώσπου έσβησαν. Ένα λάικ, πού και πού, της θύμιζε ένα αγόρι, μια παραλία, ένα καλοκαίρι. Με τα χρόνια δεν θυμόταν πια ούτε ποιο καλοκαίρι ήταν, ούτε ποια παραλία, καμιά φορά ούτε ποιο αγόρι.
Είχε βραδιάσει. Στο μπαλκόνι κατέβαινε μια δροσερή αύρα από την Πεντέλη και το δέρμα της μπιμπίκιασε. Είχε ανατριχιάσει. Πόσο καιρό, άραγε, είχε να νιώσει την άλλη ανατριχίλα, σκέφτηκε. Εκείνη από το ανδρικό χάδι που γεννούσε τον πόθο. Από το προηγούμενο καλοκαίρι, απάντησε μόνη της. Σηκώθηκε κι έβαλε μια φανέλα με μανίκια για να διώξει την ενοχλητική σκέψη. Το τιραντέ, αραχνοΰφαντο μπλουζάκι που φορούσε, το έριξε στον κάδο με τα άπλυτα. Ήταν σχεδόν γεμάτος. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να βάλει πλυντήριο, διότι αν τελικά αποφάσιζε να πάει διακοπές δεν θα είχε ούτε εσώρουχο καθαρό.
Ένα ρολόι από κάποιο καμπαναριό άρχισε να χτύπα. Το κινητό ήταν δίπλα της, στο τραπεζάκι, αλλά προτίμησε να μετρήσει τους χτύπους της καμπάνας. Ένας, δύο, τρεις… έντεκα! Τέτοια ώρα στο νησί, σκέφτηκε, σε οποιοδήποτε νησί, έστηνε καρτέρι ο έρωτας στα μπαράκια. Μουσική, σφηνάκια, ματιές, ένα κέρασμα, λίγες σάχλες -προφάσεις γνωριμίας- καλαμπούρια του ποτού, δήθεν ρομάντζα στο γιαλό. Αγγίγματα δοκιμαστικά, απαλά. Αγγίγματα δυναμικά, με στόχο. Αγγίγματα ερεθιστικά, απελευθερωτικά.
Δεν νύσταζε ακόμα. Άνοιξε την κατάψυξη, πήρε ένα κουτί οικογενειακό παγωτό κι άρχισε να τρώει με το κουτάλι μέσα από το πλαστικό κουβαδάκι.
Ωραίο κουβαδάκι, σκέφτηκε. Μόλις τελειώσει το παγωτό, θα το πάρω να παίζω στην άμμο. Αλλά πού; Ακόμα δεν είχε αποφασίσει το «αν», το «πού» θα ακολουθούσε.
Ξανάβαλε το παγωτό στην κατάψυξη. Αύριο θα έτρωγε το υπόλοιπο και μετά θα αποφάσιζε οριστικά σε ποια παραλία θα πήγαινε να παίξει με το κουβαδάκι, να αναζητήσει την ανατριχίλα του πόθου.
Το σιγούρεψε στο μυαλό της, το έδεσε καλά. Τέρμα η μιζέρια. Αύριο οπωσδήποτε θα αποφάσιζε. Μόλις τελείωνε το παγωτό, θα σκεφτόταν σοβαρά πού θα πήγαινε διακοπές. Η σκέψη αυτή, της έφερε ηρεμία. Μια γαλήνη κάλυψε το μυαλό και το σώμα της.
Ες αύριον τα σπουδαία, ψιθύρισε και ξάπλωσε.
Αποκοιμήθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Βραδιά δεύτερη.

Μετά τη δουλειά έπεσε ξερή για ύπνο. Ξύπνησε πεινασμένη κατά τις εφτάμισι. Ο ήλιος ακόμα χάιδευε τις τέντες στα απέναντι μπαλκόνια. Στο βάθος η Πεντέλη τον περίμενε υπομονετικά να δύσει ώστε να στείλει την δροσερή της αύρα.
Παράγγειλε δυο σουβλάκια κι έναν φρέντο και κάθισε στο μπαλκόνι. Στη γειτονιά υπήρχε μια χαλαρότητα. Το συνεργείο είχε κατεβάσει τα ρολά. Στο φαρμακείο είχε σβήσει ο φωτεινός πράσινος σταυρός και είχαν ανάψει τα φώτα ασφαλείας. Το χαρτοπωλείο είχε κλείσει από μέρες, αφού χωρίς τα σχολεία δεν είχε δουλειά. Στο καφενείο δεν ακουγόταν ούτε ένα τάβλι. Στο προποτζίδικο δυο-τρεις αραχτοί χάζευαν κάποιο αδιάφορο ματς στην τηλεόραση. Θέσεις για παρκάρισμα, όσες ήθελες. Όσοι βρίζονταν το χειμώνα για μια θέση, τώρα βρίζονταν σε κάποια παραλία για μια ξαπλώστρα.
Το μηχανάκι φάνηκε στη γωνία. Χτύπησε το κουδούνι της.
-Η παραγγελία σας.
-Έλα στον δεύτερο.
-Ο κύριος Βαγγέλης από το σουβλατζίδικο σας στέλνει μια κόκα κόλα δώρο, της είπε ο ντιλιβεράς.
-Λάρτζ ο Βαγγέλας, σχολίασε κι ένα αυθόρμητο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Το πρώτο της χαμόγελο, σκέφτηκε, έπειτα από μέρες.   
-Πότε κλείνετε; τον ρώτησε.
-Την Παρασκευή, της απάντησε. Για δύο εβδομάδες.
Τα τελευταία σουβλάκια, σκέφτηκε καθώς έτρωγε. Από την Παρασκευή ούτε σουβλάκια δεν θα βρίσκω. Έφαγε στα γρήγορα και πήγε στο ψυγείο να πάρει τον φρέντο. Τον είχε βάλει εκεί για να μη ζεσταθεί. Μόλις άνοιξε την πόρτα του ψυγείου, θυμήθηκε το παγωτό. Θυμήθηκε τη χθεσινή της απόφαση.
Πρέπει να αποφασίσω, σκέφτηκε. Απόψε, οπωσδήποτε.
Ήπιε τον καφέ με μικρές-μικρές γουλιές. Δεν είχε όρεξη για παγωτό.
Άσε αποφασίζω αύριο, ξανασκέφτηκε. Να τελειώσω και το παγωτό.
Γδύθηκε κι έπεσε στο κρεβάτι. Έβαλε τα ρούχα στα άπλυτα. Ο κάδος είχε ξεχειλίσει.
Αύριο θα βάλω πλυντήριο, θα φάω το υπόλοιπο παγωτό και θα αποφασίσω, σκέφτηκε με μια σιγουριά που την ξάφνιασε.
Ες αύριον τα σπουδαία!
Αποκοιμήθηκε ήρεμη.

Βραδιά τρίτη.

Σήμερα ο μεσημεριανός ύπνος μετά τη δουλειά ήταν σκέτο μαρτύριο. Ένας τόνος από άπλυτα την είχε σκεπάσει και δεν μπορούσε να ανασάνει. Ο Βαγγέλας έσκαβε μανιασμένα το σωρό των ρούχων. Εκείνη τον κοιτούσε από ψηλά, χωρίς ανάσα. Την βρήκε ξέπνοη και της έδωσε το φιλί της ζωής, μαζί με ένα τελευταίο σουβλάκι και μια κόκα-κόλα δώρο. Κάτι είχε βάλει στο σουβλάκι, γιατί ένιωσε την ξεχασμένη ανατριχίλα κι ένα φούντωμα χαμηλά, στην κοιλιά. Ή μήπως ήταν από το φιλί; Ο Βαγγέλας έγινε έρωτας, έγινε φαλλός τεράστιος, μεγαλύτερος από το κορμί της. Τρόμαξε και ξύπνησε καταϊδρωμένη. Το σεντόνι ήταν υγρό και το εσώρουχό της, επίσης. Μισοκοιμισμένη άνοιξε το συρτάρι και πήρε το τελευταίο καθαρό βρακάκι. Πρέπει να βάλω πλυντήριο σκέφτηκε, την ώρα που βυθιζόταν ξανά στη μεσημεριανή χαύνα.
Βρέθηκε σε μια αμμουδιά, φορούσε το κόκκινο μαγιό που της άρεσε, παρέα με το Βαγγέλα, σε φάση ακατάλληλη δι’ ανηλίκους. Τριγύρω ο κόσμος ασχολιόταν με τα κουβαδάκια του και αδιαφορούσε. Είχε ζέστη πολλή. Έσκαγε. Έτρεξε στην κατάψυξη αλλά το παγωτό είχε λιώσει και σιχαινόταν να το φάει. Το πέταξε μαζί με το κουβαδάκι. Μαζί με αυτό πέταξε και τις ελπίδες της να αποφασίσει σε ποια παραλία θα ερωτευτεί φέτος. Τα χέρια της κολλούσαν. Ο Βαγγέλας την έσπρωξε γελώντας στη θάλασσα να ξεπλυθεί. Το νερό ήταν μπούζι. Ξεπάγιασε και ξύπνησε.
Έτρεμε ολόκληρη. Ο ανεμιστήρας δούλευε στο φουλ και καθώς δεν φορούσε παρά μόνο το σλιπάκι, είχε ξεπαγιάσει. Σηκώθηκε, τον έκλεισε και φόρεσε ένα μπλουζάκι.
Έφτιαξε ένα σάντουιτς και βγήκε στο μπαλκόνι. Άρχισε να ψάχνει στο κινητό. Δεν γούσταρε να πάρει κανέναν. Ο ένας της μύριζε, ο άλλος της βρωμούσε. Ούτε κατάλαβε πότε πέρασε η ώρα.
Ξημέρωνε Πέμπτη.
Έπρεπε να αποφασίσει.
Έπρεπε να αποφασίσει, τώρα!
Έβγαλε από την κατάψυξη το παγωτό και το αποτελείωσε. Είχε πλέον κουβαδάκι. Απόμενε να βρει παραλία.
Ξημερώματα έβαλε πλυντήριο. Το πρώτο δεν έφτασε, έβαλε και δεύτερο. Τώρα είχε και ρούχα καθαρά. Προορισμό δεν είχε.
Ες αύριον...! 
Άλλη μια αναβολή, η τελευταία, υποσχέθηκε στον εαυτό της.
Πήγε στη δουλειά σχεδόν άυπνη. Δεν ήταν η πρώτη φορά.

Βραδιά τελευταία.

Ξύπνησε μετά τις οκτώ. Πεινούσε. Σηκώθηκε, έκανε ένα ντους κι έβαλε το εφαρμοστό θαλασσί μπλουζάκι με τη γυμνή πλάτη και τις κεντητές θηλές μπροστά, που έκρυβαν τις αληθινές που χοροπηδούσαν από μέσα.
Τράβηξε προς το σουβλατζίδικο. Παράγγειλε δύο, χωρίς τζατζίκι.
-Η κόκα-κόλα δώρο, της χαμογέλασε ο Βαγγέλας. Πάντα χαμογελαστός αυτός ο τύπος.
-Αύριο κλείνεις, έμαθα, του πέταξε με πονηρό χαμόγελο. Και πού θα λιάζεσαι, παρακαλώ;
-Στη Χιλιαδού, την ξέρεις; Εγώ και το πέλαγος.
-Με παρέα;
-Παρέα θα βρεθεί. Το θέμα είναι να ξεφύγεις για λίγο από τα καθημερινά.
Έφαγε τα σουβλάκια, ήπιε την κόκα-κόλα.
-Μπορεί να βρεθούμε, του φώναξε φεύγοντας.
-Αμέ, γιατί όχι; Η όμορφη παρέα είναι πάντα ευπρόσδεκτη, κοκκίνισε ο Βαγγέλας και πέταξε δυο πίττες στη σχάρα.
Οι ματιές τους συναντήθηκαν και τα χαμογελαστά πρόσωπα έγιναν δύο.
Καθώς απομακρυνόταν, ένιωσε τη γυμνή της πλάτη να μπιμπικιάζει και τις θηλές του στήθους να σφίγγουν και να πιέζουν το μπλουζάκι.
Η απόφαση είχε παρθεί.
Κοιμήθηκε με την προσμονή της θερινής ανατριχίλας.
Ες αύριον τα σπουδαία!

Θοδωρής Μπελίτσος
Ν. Σμύρνη, 2 Αυγούστου 2017

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Ο Σταύρος Τραγάρας και τα Χουρκούδιατ’

Ο Ατσκιώτ’ς Αριστοφάν’ς



Πριν από λίγες ημέρες είχα την τύχη να παρακολουθήσω την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Ένας κατεξοχήν αριστοφανικός ερμηνευτής, ο Τζίμης Πανούσης, σκόρπισε το γέλιο υποδυόμενος τον Τρυγαίο, έναν απελπισμένο Αθηναίο αμπελουργό που έχει καταστραφεί από τον πόλεμο και στην προσπάθειά του να σταματήσει το κακό, τρέφει με το μοναδικό προϊόν που του περισσεύει, που είναι τα περιττώματά του, τα «σκατά» του, ένα σκαθάρι ώστε αυτό να μεγαλώσει, να το καβαλικέψει και να πάει στον Όλυμπο να παραπονεθεί, να παρακαλέσει τους θεούς να ελευθερώσουν την Ειρήνη. Εκεί βρίσκει μόνο τον Ερμή, τον θεό και του εμπορίου, που λίγο νοιάζεται αφού τα κέρδη των εμπόρων έχουν πολλαπλασιαστεί από τον Πόλεμο. Τότε ο Τρυγαίος στρέφεται στον απλό κόσμο και με τη βοήθειά του ελευθερώνουν την Ειρήνη. Στη συνέχεια ο Αριστοφάνης με το κείμενό του γελοιοποιεί τους πολεμοκάπηλους στρατηγούς της Αθήνας και της Σπάρτης και τους εμπόρους των όπλων.

Ο Σταύρος Τραγάρας

Γιατί τα γράφω αυτά; Διότι Αριστοφάνηδες υπάρχουν και στις μέρες μας. Μα λίγοι τους ακούν, ακόμα λιγότεροι τους διαβάζουν και ελάχιστοι προβληματίζονται. Ένας από αυτούς τους άσημους Αριστοφάνηδες -και το γράφω μετά λόγου γνώσεως- είναι ο γιατρός, ποιητής, ζωγράφος και πεζογράφος Σταύρος Τραγάρας από την Ατσική της Λήμνου. Χρόνια τώρα με τα χρονογραφήματά του θίγει τα κακώς κείμενα και σατιρίζει τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές παθογένειες της ελληνικής πραγματικότητας. Χρησιμοποιώντας το λημνιακό τοπικό ιδίωμα, άλλοτε με πεζό λόγο και άλλοτε με στίχους, χαρίζει χαμόγελο και παράλληλα προβληματίζει τον κάθε σκεπτόμενο πολίτη. Τα κείμενα αυτά, που είναι γραμμένα από το 2000 ως το 2017 και ξεπερνούν τα 180, τα συγκέντρωσε σε έναν τόμο με τίτλο «Τα Χουρκούδια», δηλαδή τα νεογνά, τα μωράκια. Τον τίτλο αυτό είχε δώσει σε ένα από τα σατιρικά στιχουργήματά του (σσ. 255-257), στο οποίο παρομοιάζει με χουρκούδια τους πολιτικούς αρχηγούς, όταν διαβουλεύονταν το Νοέμβριο του 2011 για να βρεθεί διάδοχη κατάσταση μετά την εξώθηση σε παραίτηση του Γ. Παπανδρέου:
Κι ούλο παίζνε τα χουρκούδια
Σάκαλα κι κρυφτουτσίκ
Κι ποιος να χαλάσ’ τ’ μπαρίγια
Κι να τς ριξ γιρό καμτσίκ’.
Τα πρώτα έντεκα κείμενα, από το 2000 ως το 2003, τα έγραψε στην εφημερίδα «Η Φωνή της Ατσικής». Συνέχισε, σχεδόν σε δεκαπενθήμερη βάση, στην εφ. «Λήμνος», από το 2007 ως το 2014. Τα υπόλοιπα (περίπου 40), είναι αναρτημένα στο διαδίκτυο. Όλα συνοδεύονται είτε από σκίτσα δικά του ή άλλων είτε από φωτογραφίες.

Ο Σταύρος Τραγάρας δεν αφήνει τίποτε ασχολίαστο. Ξαναδιαβάζοντας τα κείμενα θυμάσαι τα σοβαρά, ασόβαρα αλλά και τραγικά που συνέβησαν στον τόπο μας κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Οι τίτλοι είναι αποκαλυπτικοί.
«Η Λημνιά συντχιά δεύτερ γλώσσα τ’ γκουβέρνου» (2001): για την άποψη της Άννας Διαμαντοπούλου να καθιερωθούν τα αγγλικά ως δεύτερη επίσημη γλώσσα.

«Α μπομπαρδίσουμ’ τ’ Κοντοπούλ» (2002): για τον απειλούμενο βομβαρδισμό του Ιράκ.
«Ο κώλος μας σφνιζ’» (10/7/07): για την απαξιωτική φράση του Υπ. Ναυτιλίας Μαν. Κεφαλογιάννη προς τους Λήμνιους αντιπροσώπους που ζητούσαν καλύτερη συγκοινωνία.
«Παπαρολογίες και παπάρια» (10/6/08): με αφορμή μια συζήτηση στη Βουλή.
«Τέρμα ο τζίγαρος» (22/9/10): για την απαγόρευση του καπνίσματος.
«Η βίζιτα τ’ πορδυπουργού στ’ Λήμνο» (22/10/10): με αφορμή την επίσκεψη του Γ. Παπανδρέου στο Μούδρο της Λήμνου. Ο Τραγάρας καθιερώνει στο εξής την επωνυμία «πορδυπουργός» για τον εκάστοτε πρωθυπουργό, παίζοντας με το λημνιακό ιδίωμα και την τοπική λέξη «πορδής: φοβιτσιάρης».
«Ο Στρος κάν’ κι τα πλερών’ η χώρα» (25/5/11): με αφορμή το σεξουαλικό σκάνδαλο του Στρος Καν στη Ν. Υόρκη, παίζει με το επώνυμο και τη λημνιά λέξη «κάν’: κάνει σεξ».
«Γαδάρ’ και μλάρια» (6/7/11): για τους προπηλακισμούς πολιτικών από πολίτες.
«Η μνα» (26/10/11): με αφορμή φράση της Αλέκας Παπαρήγα ότι ας φύγουμε από την Ευρ. Ένωση κι ας έχουμε νόμισμα την αρχαία «μνα», ο Τραγάρας συσχετίζει τη λέξη με τη λημνιά «μνι: αιδοίο» και φτιάχνει ένα ξεκαρδιστικό κείμενο.
«Λε μαλάκες» (30/11/11): με αφορμή σχετικό χαρακτηρισμό του Πάγκαλου για τους αγανακτισμένους.
«Άχτουνγκ, άχτουνγκ» (18/4/12): για τα σχεδιαζόμενα κέντρα φιλοξενίας μεταναστών.
«Το πασόκ μας το βαθγιό» (20/5/12): για το ξεκαθάρισμα του Ευ. Βενιζέλου στο ΠΑΣΟΚ.
«Το χρονοντούλαπο τς ιστορίας κι ο ντουλάπς τ’ Κούβαρου» (18/7/12): σχολιασμός του καταποντισμού των παλιών κομμάτων, ιδίως του ΠΑΣΟΚ, στις εκλογές.
«Οι καταθέσεις στην Ελβετία κι ο γάδαρος τ’ Καλαρχάκ’» (15/8/12): για την αναζήτηση αδήλωτων εισοδημάτων σε ελβετικές τράπεζες.
«Η ανάπτυξ κι οι μπισκότες τ’ Βαγή» (10/10/12): για την ανάπτυξη που όλο έρχεται και δεν φαίνεται πουθενά.
«Βνιες, βοδόξλα κι εναλλάκτικα καύσιμα» (23/1/13): με αφορμή το ακριβό πετρέλαιο.
«Ο πολλαπλασιαστής και τα κλάσματα» (13/3/13): για το λάθος του ΔΝΤ, όπου παίζει με τις λέξεις κλάσμα και κλάσ'μο.
«Συρζανέλα, η μιγάς αμαζόνα», «Συρζοκαμενούδια» (22/3/13): για την συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ στην πρόταση μομφής κατά του τότε υπουργού οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα. Ίσως ο Τραγάρας ήταν ο πρώτος που επισήμανε δημόσια τη διαφαινόμενη σύμπραξη των δύο κομμάτων.
«Φον κλεφταυγουλάδες» (9/10/13): για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα από χρυσαυγίτες.
«Η ανατροπή του συστήματος και το ανατρεπόμενο τ’ Κωνσταντή» (2/3/15): με αφορμή τους μεγαλόσχημους που δήλωναν αντισυστημικοί, μετά την εκλογή Τσίπρα.
«Το νυχτέρι της τρελής» (14/8/15): για τις ιδιοτροπίες της Ζωής Κωνσταντοπούλου.
«Τσουτσλοθρήνος» (2/4/16): για την κακόγουστη θεατρική παράσταση στο Ηρώδειο του Βέλγου Γιαν Φαμπρ.


Οι «πολιτικοί αναλυτές» του Τραγάρα, ο Γιώργαρος Πουρπουργιανός και ο Μενελής Λεμπέσαρος, με το πηγαίο λαϊκό χιούμορ τους, ανατρέπουν κατεστημένες αντιλήψεις και καταγράφουν το λαϊκό αποτροπιασμό για όσα παράλογα για τον κοινό νου συμβαίνουν στην πολιτική καθημερινότητα, την ίδια ώρα που όλοι [πολιτικοί, ΜΜΕ, ξερόλες ειδήμονες δημοσιογράφοι και λοιποί παρατρεχάμενοι] είχαν βαλθεί να προσβάλουν την κοινή λογική και τη νοημοσύνη του λαού.
Ο Τραγάρας είναι απολαυστικός, ξεκαρδιστικός, δηκτικός, βωμολόχος, κάποιες φορές υπέρ το δέον. Ο ίδιος έχει επίγνωση πως κάποιοι θα ενοχληθούν από το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί. Σημειώνει στο τελευταίο του κείμενο που έχει τίτλο «Η αντρουπτσάρα» (1/3/17, σσ. 621-622):

«Δεν σας αρέσουν τα βωμολοχικά; Αισθάνεστε αμηχανία ή συστολή όταν τα ακούτε; Μήπως τα βρίσκετε χυδαία; Ποιος όρισε και ξεχώρισε τις ‘κακές’ από τις ‘καλές’ λέξεις; Σε ποιον δεοντολογικό κώδικα… είναι καταγεγραμμένη αυτή η διαίρεση; Αγαπητοί αναγνώστες μη ταρασσέσθω υμών η καρδία. Ο μόνος διαχωριστικός κώδικας είναι αυτός της απύθμενης υποκρισίας και της δηλητηριώδους άγνοιας, που φορτώνει ενοχές. Όλες οι λέξεις είναι ωραίες, ακόμα και οι… άσχημες».

Ο στόχος του Τραγάρα δεν είναι να απευθυνθεί στα ζωώδη ένστικτα του καθενός. Στόχος του είναι να στηλιτεύσει τον υποκριτικό καθωσπρεπισμό των κάθε λογής ανευθυνο-υπεύθυνων που οδήγησαν την ελληνική κοινωνία στο βάραθρο. Και το πετυχαίνει με μεγάλη επιτυχία. Και φυσικά ενοχλεί. Ενοχλεί καθώς θίγει την αισθητική που, είτε συνειδητά είτε όχι, έχουμε υιοθετήσει θεωρώντας όλοι μας πως οι καλοί τρόποι, το σαβουάρ βιβρ, συνοδεύονται από καλές προθέσεις. Όμως, όπως αποδείχτηκε περίτρανα τα τελευταία χρόνια, οι μεγαλύτερες απατεωνιές έγιναν από «ευυπόληπτους» πολίτες, με «θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά».
Ξαναδιαβάζοντας τα κείμενα του Σταύρου Τραγάρα, διότι τα περισσότερα τα είχα διαβάσει όταν πρωτο-δημοσιεύτηκαν, θυμήθηκα την περίπτωση του Νικόλα από τη Νέα Ιωνία, με τον οποίο υπηρετούσαμε μαζί φαντάροι. Αν και ήμασταν στην ίδια σειρά, ο Νικόλας απέφευγε συστηματικά να κάνει παρέα με μένα και δυο-τρεις άλλους από τη διμοιρία μας. Απορούσα, ώσπου μια μέρα τον άκουσα να λέει: «Μακριά από τους γυαλάκηδες». Τότε κατάλαβα. Όλοι οι «ανεπιθύμητοι» είχαμε κάτι κοινό, φορούσαμε γυαλιά. Στον κώδικα αξιών του Νικόλα που είχε βγάλει μόνο το δημοτικό, οι «γυαλάκηδες» αντιπροσώπευαν τους μορφωμένους που είναι καλοί στα λόγια αλλά στην πράξη είτε δεν τα εφαρμόζουν είτε ακόμα χειρότερα σε ξεγελούν και σε τουμπάρουν.
«Μακριά από τους γυαλάκηδες», λοιπόν. Μακριά από τα καλογραμμένα, υποκριτικά κείμενα, τα διφορούμενα, «ήξεις αφήξεις» λόγια. Διαβάστε τα βωμόλοχα κείμενα του Τραγάρα χωρίς ενστάσεις, χωρίς αισθητικές ή άλλες προκαταλήψεις, σταθείτε στην ουσία και όχι στο λεξιλόγιο.
Θα τελειώσω γράφοντας δυο λόγια για τη λαογραφική και γλωσσική αξία που έχει το βιβλίο του Τραγάρα. Η επιλογή του να γράψει στη «λημνιά συντχιά», στο λημνιακό γλωσσικό ιδίωμα, συνιστά μια μεγάλη προσφορά στην γλωσσική μελέτη του. Στα 180 κείμενα αποθησαυρίζεται ένα τεράστιος πλούτος τοπικών λέξεων. Διότι ο Τράγαρας εκτός από το ό,τι καταγράφει τοπικές λέξεις με την παραδοσιακή προφορά τους και την ερμηνεία τους, επί πλέον τις χρησιμοποιεί με ενεργητικό τρόπο στα κείμενα, σε ποικίλους λεκτικούς τύπους, σε σύνθετα, παράγωγα, μέσα σε φράσεις, παροιμίες, στίχους, με διαφορετικό νόημα κατά περίπτωση. Είναι πολύ μεγάλη αυτή η προσφορά και θα εκτιμηθεί εν καιρώ, όταν το βιβλίο μελετηθεί από ειδικούς επιστήμονες.

Θοδωρής Μπελίτσος
Ν. Σμύρνη, 28/7/2017


Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Η «ΛΗΜΝΟΣ» ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΚΟΤΣΑΛΗ

Το πρώτο φύλλο [Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 1997].
Δίπλα στον τίτλο η επισήμανση "Το ΡΑΔΙΟ ΑΛΦΑ και γραπτά, γιατί μένουν",
ώστε να συνδεθεί η νέα εφημερίδα με τον επιτυχημένο ραδιοσταθμό.
Από κάτω οι "προγραμματικές δηλώσεις" του Ηλία Κότσαλη,
στις οποίες υπήρξε απόλυτα συνεπής και δύο φλέγοντα θέματα:
Το Μουσείο για τα απολιθώματα [που δεν έγινε ποτέ]
Η Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων [που επίσης δεν ιδρύθηκε]
Τον Φεβρουάριο που μας πέρασε συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από το 1997 που κυκλοφόρησε η βδομαδιάτικη «Λήμνος» του Ηλία Κότσαλη. Μια επέτειος σημαντική για επαρχιακή εφημερίδα, και μάλιστα για ένα μικρό σε πληθυσμό νησί, διότι στην ιστορία του τύπου λίγες είναι οι εφημερίδες που καταφέρνουν να κλείσουν εικοσαετία. Στην δε ιστορία του λημνιακού τύπου, σύμφωνα με μια καταγραφή που είχα κάνει προ ετών [βλ. ΛΗΜΝΙΑΚΑ 2012, σελ. 161-171] από τις 40-45 περίπου εφημερίδες-περιοδικά που εκδόθηκαν κατά καιρούς είτε στο νησί είτε από συλλόγους Λημνίων της διασποράς, μόλις τρεις ξεπέρασαν τα 20 χρόνια ζωής: η «Λήμνος» του Μανώλη Κωνσταντινίδη (1915-1964), το «Λημνιακό Βήμα» του Γιώργου Χατζηχαραλάμπους (1975-2011) και η «Φωνή του Μούδρου/των Μουδρινών» (1983-2013) του Συλλόγου Μουδρινών της Αθήνας. Η «Λημνιακή Φωνή» του Σταματέρη, που εκδόθηκε επίσης το Φεβρουάριο του 1997, πλησίασε αλλά δεν έφτασε την εικοσαετία.
Ο Ηλίας Κότσαλης επί το έργον 
[φωτ. Παντελής Πραβλής]

Από μόνο του, λοιπόν, το γεγονός της εικοσαετούς κυκλοφορίας, κάθε εβδομάδα, χωρίς διακοπή -980 φύλλων περίπου- είναι αξιομνημόνευτο. Αποτελεί ένα εκδοτικό θαύμα. Αλλά δεν θα σταθώ σε αυτό. Δεν γνωρίζω αν ο Ηλίας το έχει συνειδητοποιήσει -συνήθως όσοι γράφουν, ή γενικότερα δημιουργούν, δεν αντιλαμβάνονται την ιστορικότητα του έργου τους κατά τη στιγμή της δημιουργίας- αλλά η «Λήμνος» του Κότσαλη στέκεται επάξια δίπλα στη «Λήμνο» του Κωνσταντινίδη. Αποτελεί πλέον ένα εξέχον κομμάτι της νεότερης εκδοτικής ιστορίας του νησιού.


Αμερική...
...Αυστραλία...
...Αφρική. Όπου υπάρχουν Λημνιοί, φτάνει και η "ΛΗΜΝΟΣ".

Η «Λήμνος» του Κότσαλη, που κάποια στιγμή ξεπέρασε τους 2.000 συνδρομητές, φτάνει σε όλο τον πλανήτη, όπου υπάρχουν Λήμνιοι πρώτης, δεύτερης, ακόμα και τρίτης γενιάς. Αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τη «φαντασιακή πατρίδα» χιλιάδων ανθρώπων που κουβαλούν τη Λήμνο μέσα τους, αν και κάποιοι από αυτούς δεν την έχουν καν επισκεφτεί ή λείπουν πολλές δεκαετίες. Η εφημερίδα ζωντανεύει γι’ αυτούς το μακρινό, αγαπημένο νησί στη Μελβούρνη, στο Μόντρεαλ, στη Νέα Υόρκη, στη Νότια Αφρική, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στο Μόναχο, σε δεκάδες πόλεις  της Ελλάδας, όπου ζουν.


Ανταπόκριση από τη Νέα Υόρκη
  
Η «Λήμνος» εκδόθηκε σε μια εποχή που ακόμα δεν είχαν διαδοθεί τα ηλεκτρονικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι μέσω της εφημερίδας οι μεν εντόπιοι ενημερώνονταν για τα τρέχοντα στο νησί, οι δε ομογενείς γίνονταν κοινωνοί της λημνιακής καθημερινότητας. Και οι μεν και οι δε, ως φορείς της κοινής παράδοσης, καθώς είχαν όμοια έθιμα, συνήθειες, συμπεριφορές, μέσω της εφημερίδας παρέμειναν συνδεδεμένοι με την λημνιακή τοπικότητα, ανεξάρτητα με το αν κατοικούσαν ή όχι στη Λήμνο. Η αλληλοενημέρωση και ο αλληλοεπηρεασμός μέσω των αναγνωσμάτων της εφημερίδας ενίσχυσε στους Λημνίους την αίσθηση της αδελφότητας, της συντροφικότητας και της ομοπατρίας. Ανύψωσε σε ιδανικό το όμαιμον για ανθρώπους, οι οποίοι ουδέποτε έχουν συναντηθεί και ενδεχομένως ούτε πρόκειται να συναντηθούν. Δηλαδή, εκτός των άλλων, η εφημερίδα δημιούργησε μια φαντασιακή κοινότητα εθνοτοπικού χαρακτήρα από άτομα που δεν ζουν πλέον στο νησί, ίσως δεν έχουν πάει ποτέ σε αυτό αλλά τους συνδέει η ανάγκη να ενημερώνονται για τα χωριά, για τους κατοίκους του, για τα γεγονότα που συμβαίνουν εκεί κλπ.


Το πολιτιστικό ένθετο "ΠΟΛΙΟΧΝΗ"
φιλοξένησε σημαντικές μελέτες.


Στο πρώτο φύλλο, την Τετάρτη 12 Φλεβάρη του μακρινού 1997, το editorial, όπως αποκαλούν οι εφημεριδάνθρωποι το εισαγωγικό κείμενο κάθε νέου εντύπου, έγραφε:

«Θα μιλήσουμε ανοιχτά! Ό,τι υπάρχει μέχρι σήμερα στον τοπικό τύπο δεν το θεωρούμε ικανοποιητικό. Η ενημέρωση είναι ελλιπής, αργοπορημένη και το χειρότερο μεροληπτική. Υπάρχουν ευτυχώς οι εφημερίδες Συλλόγων που βγαίνουν στην Αθήνα που είναι γεμάτες νοσταλγία και ζεστασιά! Οι βασικές εφημερίδες όμως της Λήμνου εξυπηρετούν εξόφθαλμα προσωπικές επιδιώξεις και τίποτα δεν είναι χειρότερο για μια εφημερίδα. Με αυτές τις διαπιστώσεις ξεκινάμε μια προσπάθεια για να αλλάξουμε το τοπίο.
-Η ταχύτερη, πληρέστερη και αμερόληπτη ενημέρωση είναι ο στόχος μας.
-Οι δημοκρατικές αρχές, η ανάσα μας.
-Τα κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη, το μέλημά μας!
-Η αγωνιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων της Λήμνου και των κατοίκων της, η τακτική μας.
-Το περιβάλλον και η ιστορία του νησιού μας, το πάθος μας.
Δεν είναι μεγάλα λόγια και δύσκολα όλα αυτά. Ίσως φαίνονται τέτοια σε κάποιους που δεν έχουν μάθει να ζούνε με αυτά. Δυσκολίες θα υπάρξουν στην ‘ταχύτερη και πληρέστερη ενημέρωση’ κι εκεί θα δώσουμε τη μάχη, τα υπόλοιπα τα θεωρούμε δεδομένα».

Ποτέ δεν υπήρξε "πράσινος" ο Ηλίας, ούτε πολιτικά ούτε καν ποδοσφαιρικά.
Όμως η δημοσιογραφική συνέπεια του επέβαλε να βγει με αυτό το πρωτοσέλιδο
χωρίς "ναι μεν, αλλά". Δείγμα του δημοσιογραφικού ήθους του ανδρός.

Φυσικά η «μάχη» για ταχύτερη ενημέρωση ήταν χαμένη από χέρι, λόγω της ραγδαίας εξέλιξης της τεχνολογίας, όχι μόνο για μια απόμακρη, βδομαδιάτικη, επαρχιακή εφημερίδα, αλλά ακόμα και για μεγάλα αθηναϊκά συγκροτήματα. Άλλα στις υπόλοιπες «προγραμματικές» δηλώσεις του ο Ηλίας Κότσαλης υπήρξε συνεπέστατος.


Το διαχρονικό πρόβλημα της ανεπαρκούς ακτοπλοϊκής συγκοινωνίας
του νησιού κυριαρχεί σε πολλά πρωτοσέλιδα της εφημερίδας.

Πού άραγε οφείλεται η επιτυχία της εφημερίδας; Όποιος έχει γνωρίσει τον Ηλία Κότσαλη ξέρει την απάντηση. Το ήθος του ανδρός και κυρίως το δημοσιογραφικό ήθος που επέδειξε και επιδεικνύει μέσα από το έντυπό του και το ραδιοσταθμό του, αποτελούσε και αποτελεί τη βάση για την αποδοχή της «Λήμνου» ως κοινού τόπου για τους Λημνιούς, ανεξαρτήτως χωριού καταγωγής, πολιτικών αντιλήψεων και οικονομικού στάτους. Ο Ηλίας Κότσαλης λειτούργησε πάντοτε δημοσιογραφικά και ποτέ μεροληπτικά υπέρ ενός ή άλλου πολιτικού φορέα ή παράγοντα. Ακόμα και όταν πολιτεύτηκε ο αδερφός του, ο γιατρός Γιώργος Κότσαλης, ο Ηλίας δεν έγινε μονόπλευρος, όπως θα είχε κάθε δικαίωμα. Πρόβαλε την υποψηφιότητα του Γιώργου ισομερώς με των υπολοίπων. Αυτός είναι ο Ηλίας Κότσαλης! ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ με κεφαλαία. Γι’ αυτό η εφημερίδα και ο σταθμός του εκτιμήθηκαν από αναγνωστικό κοινό και ακροατές, χωρίς απαραίτητα να συμφωνούν όλοι με τις πολιτικές του απόψεις, τις οποίες όλοι γνωρίζουν, καθότι μικρός ο τόπος και όλα είναι φανερά.


Τα προβλήματα πάντα στο πρωτοσέλιδο.
Οι εκδηλώσεις της Πανεπιστημιακής Σχολής...
...το Συνέδριο Αποδήμων...
...η ANZAC DAY

Τον Ηλία γνώρισα το χειμώνα του 1985-86, όταν υπηρετούσα στο Γυμνάσιο Μούδρου και δεν ήμουν ακόμα «Λημνιός». Είχε έρθει να κάνει ρεπορτάζ στο Μούδρο, για λογαριασμό της μηνιάτικης εφημερίδας «Λήμνος» που έβγαζε τότε ένας άτυπος Σύλλογος Νέων Λήμνου, φιλικά προσκείμενος στην ΚΝΕ αν δεν απατώμαι. Εγώ κατοικούσα στο Μούδρο και ήμουν πρόεδρος της ΕΛΜΕ -θήτευσα και σε αυτό το πόστο για ένα δεκάμηνο- και με αναζήτησε. Πήγαμε στο σπίτι του αείμνηστου Βύρωνα Δαρδαγάνη, τότε προέδρου της κοινότητας Μούδρου, ο οποίος του μίλησε για τα προβλήματα του χωριού. Επικρατούσε μια φοβερή φουρτούνα, ένας νοτιάς που απειλούσε να βυθίσει τις ψαροβάρκες ακόμα και μέσα στο λιμάνι. Ένα από τα αιτήματα τότε ήταν να φτιαχτεί στο Μούδρο ένας βραχίονας για την προστασία των ψαράδικων καϊκιών που άραζαν στο λιμανάκι.


Ο Ηλίας Κότσαλης, στο κυνήγι του ρεπορτάζ..
[φωτ. Δημήτρης Μπουλώτης]

«Μια φωτογραφική μηχανή!», μου φώναξε. «Βρες μια μηχανή, να αποδείξουμε ότι οι ψαράδες έχουν δίκιο!».
Η φωτογραφία εκείνη, με μια βάρκα να βουλιάζει μέσα στο λιμάνι(!) του Μούδρου λόγω του νοτιά, ήταν η πρώτη μου συνεργασία με τον Ηλία Κότσαλη. Μετά χαθήκαμε. Τον ξανασυνάντησα το καλοκαίρι του 1994 στο Ράδιο ΑΛΦΑ. Είχε εγκαταλείψει τα βαπόρια και τους κυματισμούς των ωκεανών και είχε αρχίσει να παλεύει με τα ραδιοκύματα των ερτζιανών. Ήμουν «Λημνιός» πλέον, με παπά και με κουμπάρο, και είχα βγάλει το πρώτο μου βιβλίο «Η Λήμνος και τα χωριά της». Ανανεώσαμε την παλιά γνωριμία και κάθε καλοκαίρι τα λέγαμε στο σταθμό. Πάντα είχε να κάνει καίριες ερωτήσεις και ποτέ δεν με απέτρεψε από το να πω κάτι.


Στο πολιτιστικό ένθετο "ΠΟΛΙΟΧΝΗ": 
Ένα βιβλίο για τον Άη Στράτη και τα 
"Κασπακνά παραμύθια" του Χρ. Κολλερού... 
Από το Καρπάσι στην Αυστραλία
Ο "Βρετανικός" στη Λήμνο το 1915-1916


Κάποια στιγμή αποφάσισε να βγάλει την εφημερίδα. Δεν ήταν απλό πράγμα καθώς είχε να αντιμετωπίσει το καθιερωμένο «Λημνιακό Βήμα», τα «Λημνιακά Νέα» του Κώστα Κωνστάντιου, τους «Λημνιακούς Παλμούς» που είχε μόλις ξεκινήσει η ΟΛΣΥ, χώρια τα τοπικά φύλλα «Φωνή του Μούδρου» και «Καλλιοπίτικα». Επίσης, σχεδόν ταυτόχρονα γεννήθηκε η «Λημνιακή Φωνή», με την οποία συνοδοιπόρησαν σχεδόν για δυο δεκαετίες, μέχρι που η «Φωνή» σίγησε εκδοτικά και παρέμεινε μόνο ηλεκτρονική. Όμως, ενώ η μία μετά την άλλη οι υπόλοιπες εφημερίδες διέκοψαν την έκδοση, η «Λήμνος» του Κότσαλη αποδείχτηκε σκληρό καρύδι.
Άντεξε, ακόμα κι όταν εμφανίστηκαν τα πολύχρωμα και καλοτυπωμένα σε πολυτελές χαρτί αλλά βραχύβια, όπως αποδείχτηκε, έντυπα: «Αίολος», «Λημνία Γη», «Τα Λήμνια» κ.ά.


Οι ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ της Χαρ. Ζαμπετάκη-Πλιάτσκα
από παλιές εφημερίδες

Άντεξε, και όταν στα δύσκολα μνημονιακά χρόνια καταργήθηκε η ταχυδρομική ατέλεια των περιοδικών εντύπων, οπότε για να αντιμετωπίσει το επιπλέον έξοδο, έγινε και διανομέας της εφημερίδας εντός του νησιού.  
Άντεξε, παρά το ό,τι διατήρησε την κλασική, ασπρόμαυρη εκτύπωση σε δημοσιογραφικό χαρτί, που μουτζουρώνει τα δάχτυλα και δεν εντυπωσιάζει.
Άντεξε, διότι ο κόσμος ξέρει να ξεχωρίζει την ουσία από τη φαμφάρα, παρά τον καταιγισμό που δέχεται καθημερινά από παντού.


Μαρία Λαμπαδαρίδου...
...Χρήστος Μπουλώτης...
...Ρούλα Σαμαϊλίδου, Αλέξ. Νικολάκαρος.
Όλο το πνευματικό δυναμικό του νησιού υπάρχει στη "ΛΗΜΝΟ"

Σήμα κατατεθέν της εφημερίδας το πρωτότυπο και έξυπνο εύρημα στον σχεδιασμό του τίτλου, καθώς στη θέση του ‘Μ’ στο όνομα ‘ΛΗΜΝΟΣ’, υπάρχει ο χάρτης του νησιού. Ένας συμβολισμός, με τον οποίο η εφημερίδα δήλωνε πως δεν ταυτιζόταν με ό,τι έντυπο είχε προϋπάρξει με τον ίδιο τίτλο, χωρίς απαραίτητα να το απορρίπτει. Προδιέθετε για κάτι διαφορετικό. Πως θα ήταν η «Λήμνος» του Κότσαλη και όχι η συνέχεια κάποιας άλλης. Η καινοτομία δεν έμεινε μόνο στο σχεδιασμό του τίτλου, διότι τότε θα ήταν απλά μια καρικατούρα. Η διαφορετικότητα αποδείχτηκε στο περιεχόμενο.


Αφιέρωμα στα 60 χρόνια από τη μεγάλη τραγωδία του 1939
με ανατύπωση της τότε εφημερίδας ΛΗΜΝΟΣ

Φυσικά, καλύπτει την τρέχουσα τοπική επικαιρότητα: πολιτική, οικονομική, κοινωνική, αθλητική. Οι κινητοποιήσεις για τη συγκοινωνία, οι προσπάθειες για την ίδρυση της πανεπιστημιακής σχολής, το πρόβλημα των κουνελιών, η ανάδειξη των γενικών προβλημάτων του νησιού ή ειδικότερα κάποιων κοινοτήτων, οι διαμαρτυρίες, οι προτάσεις, έχουν κεντρική θέση στην εφημερίδα, η οποία είναι κομμάτι της τοπικής κοινωνίας και εκφράζει τον παλμό της. Πάντα με σεβασμό στην είδηση, συχνά και με άποψη, με σχολιασμό αλλά χωρίς να αποκρύβει ή να συγκαλύπτει.


Λεωνίδας Βελιαρούτης: Ένα από τα πολλά λογοτεχνικά του άρθρα
Σταύρος Τραγάρας: έγραφε για χρόνια το Ευθυμογράφημα
Όλγα Ματζάρη, ιστορική μελέτη...
Ο Δημ. Ντόντος δημοσιεύει τακτικά αναμνήσεις...

Η ακηδεμόνευτη ματιά στα τοπικά ζητήματα δεν έγινε αποδεκτή εύκολα σε μια κοινωνία μαθημένη αλλιώς. Τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του σταθμού και της έκδοσης της εφημερίδας ορισμένοι είχαν ενοχληθεί και είχαν προχωρήσει ακόμα και σε μηνύσεις, σε μια προσπάθεια αν όχι να φιμώσουν, τουλάχιστον να επιβάλουν ένα είδος αυτολογοκρισίας, αλλά χωρίς επιτυχία.
Σταδιακά η φήμη του Ηλία ως δημοσιογράφου ξέφυγε από το στενό λημνιακό και νομαρχιακό πλαίσιο. Δεν είναι τυχαίο, πως εδώ και χρόνια όποτε συμβαίνουν στη Λήμνο γεγονότα πανελλήνιου ενδιαφέροντος, τον Κότσαλη αναζητούν οι δημοσιογράφοι των αθηναϊκών ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών μέσων για μια επιτόπια άποψη και περιγραφή των συμβάντων.
Η αποτύπωση της επικαιρότητας αποτελεί το ένα κομμάτι της εφημερίδας. Το ένα τετρασέλιδο, περίπου. Αλλά η καρδιά της «Λήμνου» χτυπά στο δεύτερο τετρασέλιδο, στο οποίο έδωσε βήμα σε όλους τους πνευματικούς ανθρώπους του τόπου. Αυτό το δεύτερο τετρασέλιδο κυκλοφορεί συνήθως μαζί με το πρώτο αλλά με ξεχωριστή αρίθμηση, ως επόμενο φύλλο της εφημερίδας, ώστε να ανταποκρίνεται στην εβδομαδιαία, εκδοτική υποχρέωση.


Το "Ιστορικό οδοιπορικό" μου, χωριό προς χωριό, κράτησε σχεδόν δυόμισι χρόνια,
χωρίς διαμαρτυρία από τον Ηλία.
Τον "Αθλητισμό στη Λήμνο" δημοσίευσε ο Ηλίας
αγόγγυστα επί 10 μήνες. Το να πω ένα "ευχαριστώ" δεν φτάνει.

Σχεδόν από το ξεκίνημα καθιέρωσε ένα πολιτιστικό ένθετο με τίτλο: «ΠΟΛΙΟΧΝΗ. Πολιτιστική εφημερίδα. Ιστορία, Τέχνες, Λαογραφία», στο οποίο δημοσίευε θέματα σχετικά με την ιστορία και τον πολιτισμό του νησιού, εκδηλώσεις, εκδόσεις βιβλίων κλπ.
Η στήλη «ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΛΗΜΝΟΣ», κάποιες φορές και πρωτοσέλιδη, αγαπήθηκε ιδιαίτερα καθώς δίνει λόγο στους ομογενείς. Ανάλογη κυριακάτικη εκπομπή είχε και στο ραδιοσταθμό σε συνεργασία με ομογενειακό σταθμό της Αυστραλίας.
Στις «ΦΩΤΟΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ» για πολλά χρόνια, πριν ακόμα εισβάλει το Φέισμπουκ στη ζωή μας, αναβίωνε το παρελθόν καθώς ο ένας μετά τον άλλο άνοιγαν τα συρτάρια και δημοσίευαν παλιές φωτογραφίες.
Κων. Γ. Κατσένης: Δύο από τις πολλές ιστορικές μελέτες του. 
Ο συγγραφέας ευχαριστεί τον Ηλ. Κότσαλη για την "αμέριστη εμπιστοσύνη"


Τα ειδικά αφιερώματα, τα οποία συχνά κάλυπταν ολόκληρο τεύχος της εφημερίδας, υπήρξαν άλλη μια πρωτοποριακή ιδέα που αγαπήθηκε. Αφιερώματα σε πρόσωπα και γεγονότα του παρελθόντος που σημάδεψαν την τοπική κοινωνία καθώς και σε τοπικά έθιμα.
Η έκδοση της εφημερίδας αποτέλεσε [και συνεχίζει να αποτελεί] για μένα και τους άλλους γραφιάδες του νησιού ένα σταθερό καταφύγιο έκφρασης, χωρίς λογοκρισία. Ο Ηλίας δεν λέει όχι, ακόμα κι όταν πρόκειται για δύσκολα κείμενα με υποσημειώσεις, που θα όφειλαν να μπουν σε κάποιο εξειδικευμένο έντυπο και όχι σε εφημερίδα. Περιδιαβάζοντας τα 20 χρόνια της έκδοσης, καταμέτρησα πάνω από 50 άτομα που κατά καιρούς δημοσίευσαν συνεργασίες τους στην «Λήμνο». Και όχι μία φορά αλλά πολλές φορές ο καθένας. Άτομα που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές ηλικιακά, προέρχονται από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, ανήκουν σε διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά περιβάλλοντα. Ο Ηλίας, πιστός στον πλουραλισμό, δεν αποκλείει κανέναν. Όλο σχεδόν το πνευματικό δυναμικό του νησιού έχει φιλοξενηθεί στην εφημερίδα, διαμορφώνοντας το ύφος της. Ορισμένοι καθιέρωσαν μόνιμες στήλες που αγαπήθηκαν, όπως:


Έμμετρες "ευχές"  του Γρηγόρη Μανινάκη για το Νέο Έτος
Σκίτσα του σπουδαίου ζωγράφου Ράλλη Κοψίδη

Τα σατιρικά ευθυμογραφήματα του Σταύρου Τραγάρα.
Τα Κασπακνά παραμύθια του Χρήστου Κολλερού.
Οι ιστορικές αναδρομές από παλιές εφημερίδες της Χαρούλας Ζαμπετάκη-Πλιάτσκα.
Τα χρονογραφήματα του Θοδωρή Δημητριάδη.
Τα νοσταλγικά αφηγήματα του Δημήτρη Ντόντου, του Αθαν. Κουντουρά, της Βαρβάρας Βαγιάκου, της Αλεξάνδρας Καραβία, της Χριστίνας Κάβουρα, του Νίκου Βαγιάκου κ.ά.
Οι λογοτεχνικές παρεμβάσεις του Λεωνίδα Βελιαρούτη.
Τα ιστοριοδιφικά άρθρα του Αριστοφάνη Κουλερή, Αλέξ. Νικολάκαρου, Αριστείδη Τσοτρούδη, Καίτης Σαπέρα, Γιώργου Κωνσταντίνου κ.ά.
Οι ιστορικές μελέτες του Κωνσταντίνου Γ. Κατσένη, του Βαγγέλη Μάντζαρη κ.ά.
Οι αρχαιοδιφικές έρευνες της Χριστίνας Μαραγκού, της Όλγας Ματζάρη κ.ά.
Τα εκκλησιολογικά και θεολογικά άρθρα του π. Δημητρίου Αμπανάβα.
Οι στίχοι του Γρηγόρη Μανινάκη, της Ευαγγελίας Μπουτλούκου κ.ά.


Μια από τις αφηγήσεις της Βαρβάρας Βαγιάκου-Βλαχοπούλου
Ο τακτικός χρονογράφος Θόδωρος Δημητριάδης
Ποδοσφαιρικές αναμνήσεις του Νίκου Βαγιάκου

Δεν έλειψαν οι συνεργασίες των λογοτεχνών του νησιού: Μαίρης Λαμπαδαρίδου, Χρήστου Μπουλώτη, Ρούλας Σαμαϊλίδου, των εκπαιδευτικών: Ουρανίας Βαγιάκου, Μανώλη Ρόκκου, Δέσποινας Παπαδοπούλου, Παναγ. Φραγκέλη, Κώστα Κοντέλλη, Άσπας Αρώνη, Δέσποινας Δούκα, Κώστα Μαδυτινού, Κώστα Σκούρα, Κ. Παπαδάκη, Θεόδωρου Μπελίτσου και πολλών άλλων, κι ακόμα: Διογένη Δάλλη, Χρήστου Κακαρνιά, Ερμή Καβουρίδη, Γιώργου Κότσαλη, Αριέτας Μεγκάρρη, Νίκου Μπακάλη, Δημήτρη Μπουλώτη, Παντελή Πραβλή, Σπύρου Παξιμαδά, Σωτηρίας Μπουτλούκου, Δημ. Ζερβού, Ιωάννη Γκαλιούρη κλπ, κλπ. Και του ίδιου του Ηλία Κότσαλη, φυσικά.


Αθλητικές Σελίδες της εφημερίδας.

Επικεντρώθηκα περισσότερο στα κείμενα που συνδέονται με τον πολιτισμό του νησιού, διότι αυτά κυρίως τραβούν το ενδιαφέρον μου και έχω κρατήσει αποκόμματα. Συνεπώς, είμαι σίγουρος πως παρέλειψα κάποιους συνεργάτες της εφημερίδας, που η αρθρογραφία τους δεν ήταν στα ενδιαφέροντά μου και ζητώ την κατανόησή τους. Επίσης, μέσα από τις στήλες της εφημερίδας πάντοτε προβάλλονται οι εκδόσεις και παρουσιάσεις βιβλίων Λημνίων, οι θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις, συναυλίες, εκδηλώσεις συλλόγων κλπ.


Το φύλλο που κυκλοφορεί αρ. 979 - 26 Απριλίου 2017.
Νομίζω ότι από όσα ανέφερα αναδεικνύονται ο πλουραλισμός της εφημερίδας, το διακριτό στίγμα της στο σύγχρονο λημνιακό πολιτισμικό τοπίο, η διαχρονικότητα των θεμάτων της και η θετική συνεισφορά της στη λημνιακή κοινωνία. Όλα αυτά δεν έγιναν κατά τύχη. Αποτελούν το έργο ενός ανθρώπου που είχε όραμα, για το οποίο πάλεψε και παλεύει ακόμα, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πλέον όλα τα έντυπα.
ΗΛΙΑΣ ΚΟΤΣΑΛΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
με κεφαλαία!

Θα κλείσω με μια πρόταση. Γνωρίζω πως ο Ηλίας στέλνει τα φύλλα της εφημερίδας του στην Καρατζάδειο Βιβλιοθήκη. Ασφαλώς, διατηρεί και δικό του αρχείο. Θεωρώ πως το επόμενο βήμα είναι η ψηφιοποίηση των φύλλων αυτών. Είναι απαραίτητο να γίνει αυτό και είναι υποχρέωση να υπάρξει κάποια σχετική πρωτοβουλία. Διότι η «ΛΗΜΝΟΣ» του Ηλία Κότσαλη αποτελεί από μόνη της ένα πολύτιμο αρχείο για τη μελέτη της νεότερης λημνιακής ιστορίας.

Θοδωρής Μπελίτσος
Νέα Σμύρνη, 4 Μαΐου 2017