Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Το ά-λογο σκίρτημα του μακρινού Νοέμβρη

«Άραγε να ’μαι κάποιος άλλος
που προσπαθεί να ονειρευτεί»
Δημ. Ζερβουδάκης


Θυμήσου! Ήμασταν άοπλοι και δεν φορούσαμε κουκούλα.




Ίσως ανηφορίσω και φέτος προς το Πολυτεχνείο, εκεί που κάποτε ονειρευτήκαμε το αδύνατο. Με βαριά καρδιά, δεν τα μπορώ τα μνημόσυνα. Ξέρω, δεν θα βρω το Διομήδη, ούτε το Σωκράτη, ούτε το Βασίλη, ούτε τη Σταματίνα, ούτε τον Ιάκωβο. Αυτοί ξέμειναν εκεί, ίσως γελάνε κρυμμένοι πίσω από το ματωμένο κεφάλι. Δεν θα βρω ούτε τη Μαρία, ούτε το Στέφανο, ούτε τον Χρύσανθο. Θα λείπουν, έγινε δύσκολη γι’ αυτούς η ανηφόρα προς το Πολυτεχνείο. Άραγε θα θυμηθούν, τουλάχιστον, το ά-λογο σκίρτημα της καρδιάς που νιώσαμε όλοι εκείνο τον μακρινό Νοέμβρη;

-ο-ο-ο-

Ομόνοια 2017. Ανέβηκα τις κυλιόμενες και βρέθηκα στο πολυεθνικό βασίλειο της πλατείας. Γελαστοί Αφρικανοί, με ντιβιντί αραδιασμένα σε σεντόνια πάνω στο πεζοδρόμιο, έτοιμοι να τα μαζέψουν μόλις πέσει σύρμα. Απελπισμένοι Ασιάτες, με απορημένο βλέμμα: «πώς βρέθηκα εγώ εδώ;». Αλβανοί, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, με όρθιες ταβανόβουρτσες, ατρόμητοι φύλακες, περιμένουν το σύνθημα.
Καφενείον «εν Ομονοία», κυρίες με μαλλί κομμωτηρίου περιφέρουν την ανία τους. Κατράντζος σπορ, τι θυμάσαι τώρα; Λουμίδης, αγαπημένες μυρωδιές. Το βλέμμα πέφτει απέναντι, στου Μπακάκου, και η σπαραχτική φωνή του Δημήτρη μού τρυπάει το αυτί: «Έχουμε ανάγκη από φάρμακα, από ιατρικό υλικό, από επιδέσμους…».
«Η πλατεία ήταν γεμάτη…», αχ βρε Διονύση.
Σινέ Αλάσκα, σεξ και καράτε, με ένα εισιτήριο δύο ταινίες. Πλατεία Λαυρίου, κλαρίνα ο Έλατος, «επαρχιώτης στην Ομόνοια», πάλι ο Διονύσης. Ξενοδοχείο Ελικών στη Δώρου, έρωτες της μιας βραδιάς, ίσως και της πρώτης φοράς.
Η στοά με τα σουβλατζίδικα με βγάζει στην Πατησίων. Αριστερά το ερείπιο του Μινιόν, «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης 80», διάχυτη μυρωδιά κατρουλιού. Σιγά την επανάσταση!
Ανηφορίζω προς το Πολυτεχνείο. Με βαριά καρδιά. Δύσκολη η ανηφόρα προς το αδύνατο. Δεν φτάνει μια ζωή για να την ανέβεις... αν την ανέβεις. Ίσως και να μη θέλεις.
«Ελευθερία, Ψωμί, Παιδεία».
Μοιάζει παραμύθι αλλά δεν είναι. Συνέβη!
Στουρνάρη. Κόσμος στο Μετσόβιο, κάθε ηλικίας, ο καθένας με τη δική του καραμέλα. Στα μεγάφωνα τα γνωστά θούρια: Παπακωνσταντίνου, Θεοδωράκης, Σαββόπουλος. Από ένα ταξί, στο φανάρι, Ζερβουδάκης. Ψαγμένος ο ταξιτζής. Σκύβω ν’ ακούσω καλύτερα:

Μέσα μου υπάρχει το ταξίδι,
βαθιά φωλιάζει στην καρδιά.

Το ταξίδι που ξεκίνησε ένα μακρινό Νοέμβρη. Το ταξίδι που δεν έχει τέλος.
Νεολαίοι μέσα κι έξω από τα κάγκελα. Προς τα Εξάρχεια μαυροκόκκινες σημαίες. Απέναντι το λεωφορείο των ΜΑΤ, δια παν ενδεχόμενον.
«Αδέλφια μας στρατιώτες, είμαστε άοπλοι…», πάλι η φωνή του Δημήτρη.
Μέσα από την είσοδο η σπασμένη καγκελόπορτα που τσάκισε τα πόδια της Πέπης. «Ήμασταν άοπλοι!», δάκρυσα. Μόνο εκεί δακρύζω. [1]
Έξω από την είσοδο οι lictores της ΚΝΕ, αναμένουν το γενικό γραμματέα να καταθέσει στεφάνι. Αχ βρε Δημήτρη [2], στο Μούδρο το ’85 κατέβασες το μισό στρατόπεδο στη γιορτή και στην πορεία και απάγγελνες Μαγιακόφσκι. Τώρα καταθέτεις στεφάνι με συνοδεία των ΚΝΑΤ. Πού χάθηκε το όνειρο άραγε;

Θυμήσου! Ήμασταν πολλοί.


Το ματωμένο κεφάλι του Μέμου Μακρή, σκεπασμένο με γαρίφαλα. Τα υπόλοιπα ματωμένα κεφάλια; Τα αληθινά. Τι απέγιναν;
Να σου πω εγώ, πετάγεται ο άκαπνος ξερόλας, ο κακός εαυτός μου: ο Μίμης γυρολόγος περιφέρει τη σκέψη του ένθεν κακείθεν, η Μαρία επίτροπος της Ευρώπης των μονοπωλίων, ο Κώστας θείο βρέφος της εξουσίας, η Τόνια αντιπρύτανης, ο Στέφανος υπουργός της Αλλαγής, ο Νίκος γεν. γραμματέας, ο Χρύσανθος εξ απορρήτων του Αντώνη Σαμαρά, ο Στέλιος δήμαρχος, ο Δημήτρης πολιτευτής, η Νάντια υπουργός έστω για λίγο, ο Νίκος ένθερμος εκσυγχρονιστής, η τάδε εδώ, ο δείνα αλλού... και πάει λέγοντας. [3]
Μα εγώ δεν μιλώ γι’ αυτά τα κεφάλια. Αλλά και αυτά ακόμα, δεν μπορεί, κάτι ένιωσαν τότε. Αυτό το κάτι που δεν φεύγει ποτέ, όσο και να θέλεις να το αποδιώξεις. Γι’ αυτό το ά-λογο κάτι, το πέραν της λογικής σκίρτημα, συνεχίζουμε να ζούμε. Αν δεν υπήρχε, δεν θα είχε νόημα η ανηφόρα.
Αλλά, όπως είπα, δεν μιλώ γι’ αυτά τα κεφάλια. Ούτε για τον Αλέξανδρο, το Μήτσο, το Χριστόδουλο, το Σάββα [4] και τους άλλους, που νόμισαν πως το λάβαρο του αγώνα ήταν ιδιοκτησία τους και το έκαναν σημαία εξ ονόματός μας, χωρίς να μας ρωτήσουν. Ξέχασαν πως οι αποφάσεις, τότε, ήταν συλλογικές, πως παλεύαμε για δημοκρατία όχι για εκδίκηση. Αυτούς δεν μπορώ να τους συγχωρήσω. Όχι μόνο γιατί πήραν ανθρώπινες ζωές αλλά, κυρίως, γιατί σκότωσαν το σύμβολο. Ούτε μπορώ να καταλάβω όσους τους θαυμάζουν. Δεν γίνεται τη μια μέρα να παλεύεις για να καταργηθεί η θανατική ποινή και την επόμενη να υπερασπίζεσαι αυτόν που σκότωσε στο όνομα κάποιας ιδεολογίας. Απλά δεν γίνεται! Ναι, η γενιά του Πολυτεχνείου είμαστε, αλλά όχι της 17 Νοέμβρη. Θυμήσου: «Ήμασταν άοπλοι και δεν φορούσαμε κουκούλα»!
Δεν μιλώ, λοιπόν, γι’ αυτά τα κεφάλια. Ή, τέλος πάντων, όχι μόνο γι’ αυτά. Μιλώ για τα φαντάσματα που είναι κρυμμένα κάτω από την ποδοπατημένη σημαία-βρικόλακα, αυτήν που κάθε χρόνο την ανασταίνουν και την περιφέρουν ως λάφυρο ανάξιοι επίγονοι, κομματικοί αυλοκόλακες, νεολαίοι δυστυχώς.
Μιλώ για τα φαντάσματα που χάθηκαν στη σκόνη του χρόνου. Για τα ξεχασμένα θύματα, το Διομήδη, το Σπύρο, το Σωκράτη, την Toril, το Βασίλη [5] και τόσους άλλους που μόνο κάποια μάνα τους θυμάται ακόμα, αν ζει κι αυτή. Και έχεις και τους νοσταλγούς να διαλαλούν από τα μπαλκόνια «Κανείς δεν σκοτώθηκε στο Πολυτεχνείο», χωρίς να βρίσκεται κάποιος να τους ρίξει μια πατσαβούρα. Κι ακόμα τον Ιάκωβο και τη Σταματίνα που έφυγαν γιατί θέλησαν να κρατήσουν τη φλόγα ζωντανή.[6]
Μιλώ για το Νίκο που ζει σακάτης με ηρεμιστικά. Μιλώ για το Γιώργο που μετά τη «συνέντευξη» στο Μαστοράκη χάθηκε κι έφυγε μικρός από τη ζωή. Για την Ιωάννα που μοιράζει απλόχερα όνειρα μέσα από τα βιβλία της. Για το Γιώργο, το γιατρό, που συνεχίζει να παλεύει με τους ιούς.[7]
Μιλώ για τον άγνωστο υπάλληλο, το δάσκαλο, το μηχανικό, το βιοτέχνη, την άγνωστη δικηγόρο, γιατρό, αρχιτέκτονα, εργάτρια, μάνα και ίσως γιαγιά σήμερα. Για όσους δεν εξαργύρωσαν το σκίρτημα του μακρινού Νοέμβρη. Γι’ αυτούς που κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, θυμούνται, κι ας μην τους θυμάται κανείς. Κι ας μην τους ξέρει κανείς. Που δεν θέλησαν να τους ξέρει κανείς. Τους αρκεί που γνωρίζουν οι ίδιοι ότι βρέθηκαν εκεί. Τους αρκεί που κράτησαν αναμμένη τη φλόγα που τους φώτισε τότε. Τους αρκεί που συνεχίζουν το ατελεύτητο ταξίδι.
Ξέρουν καλά πως αυτοί ήταν το «Πολυτεχνείο». Ξέρουν καλά πως χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε ούτε η τσακισμένη καγκελόπορτα ούτε η ποδοπατημένη σημαία. Και σαρκάζουν, όταν αγορεύουν οι ρήτορες του εφήμερου, οι θεατρίνοι της εξουσίας.
Χωρίς τη φοιτητριούλα δεν θα είχες εξαργυρώσει τίποτε, φιλόδοξε πολιτευτάκια! 
Νάτος πάλι ο παλιός Διονύσης.

-ο-ο-ο-

Ίσως ανηφορίσω και φέτος προς το Πολυτεχνείο, εκεί που κάποτε ονειρευτήκαμε το αδύνατο. Εκεί που νιώσαμε για πρώτη φορά το ά-λογο σκίρτημα που μας σφράγισε. Με βαριά καρδιά, δεν τα μπορώ τα μνημόσυνα. Τώρα ξέρω, είναι δύσκολη η ανηφόρα. Δεν φτάνει μια ζωή για να την ανέβεις... αν την ανέβεις. Κι ας πούμε ότι φτάνεις στην κορυφή, μετά; Ίσως και να μην θέλεις να φτάσεις.
Άλλωστε η διαδρομή είναι που αξίζει, όπως έγραψε με δικά του λόγια, πριν από δεκαετίες, ο σπουδαίος Αλεξανδρινός.

Θοδωρής Μπελίτσος
Νοέμβρης 2017

-ο-ο-ο-

ΥΓ. Τα ονόματα δεν είναι φανταστικών προσώπων. Ίσως κάποια τα έχεις ήδη αναγνωρίσει.
[1] Δημήτρης Παπαχρήστος (ο εκφωνητής), Πέπη Ρηγοπούλου.
[2] Δημήτρης Κουτσούμπας, γεν. γραμματέας του ΚΚΕ.
[3] Μίμης Ανδρουλάκης, Μαρία Δαμανάκη, Κώστας Λαλιώτης, Τόνια Μοροπούλου, Στέφανος Τζουμάκας, Νίκος Αντώνογλου, Χρύσανθος Λαζαρίδης, Στέλιος Λογοθέτης, Δημήτρης Χατζησωκράτης, Νάντια Βαλαβάνη, Νίκος Χριστοδουλάκης.
[4] Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, Μήτσος Κουφοντίνας, Χριστόδουλος Ξηρός, Σάββας Ξηρός.
[5] Διομήδης Κομνηνός, Σπύρος Κοντομάρης, Σωκράτης Μιχαήλ, Toril Engeland, Βασίλης Φάμελλος.
[6] Ιάκωβος Κουμής, Σταματίνα Κανελλοπούλου.
[7] Νίκος Ρεβελάκης, Γιώργος Δρογγάρης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Γιώργος Παυλάκης (ο γιατρός).



Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Το φαγάδικο




Υπήρχε ένα παλιό φαγάδικο, που κάποτε πρόσφερε νόστιμους μεζέδες. 
Κάποια στιγμή ξέμεινε από καλό μάγειρα. 
Στην πιάτσα άνοιξαν κι άλλα μαγαζιά, πιο ελκυστικά. 
Υπήρχαν και κάτι χρέη στην εφορία, χρεοκόπησε το μαγαζί. 
Επειδή ήταν μαγαζί-γωνία, εννιά μάγειροι, άλλοι έμπειροι κι άλλοι νέοι και φιλόδοξοι, σκέφτηκαν να συνεργαστούν και να το ανακαινίσουν.
Για να μην τσακωθούν ποιος θα γίνει αρχιμάγειρας, κάλεσαν τους παλιούς πελάτες να διαλέξουν εκείνοι ποιον προτιμούσαν.
Πήγαν αυτοί, συγκινημένοι για την τιμή που τους έγινε.
Άλλωστε στο παλιό μαγαζί είχαν κάνει αξέχαστα φαγοπότια.
Διάβασαν το μενού, παράγγειλαν. 
"Εννιά μάγειροι το παλεύουν", σκέφτηκαν, "ένας καλός θα υπάρχει!"
Ήρθαν τα πιάτα, δοκίμασαν, χαιρέτισαν ευγενικά κι αποχώρησαν με την ίδια σκέψη:
"Καλύτερα να παραμείνει κλειστό, είχαμε τουλάχιστον κάποιες καλές αναμνήσεις".
Και τα εννιά φαγητά ήταν ξαναζεσταμένα!


 "Σκέψεις εν όψει του νερόβραστου-μπλουμ ντιμπέιτ" 
Θ. Μύθος, 5 Νοέμβρη 2017

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Η λασπωμένη σημαία





Ένα μισοζώντανο κορμί με απλανές βλέμμα, σωριασμένο στο χιονισμένο δρόμο, ανίκανο να κουνηθεί, της έγνεφε με ένα κομματιασμένο χέρι που σπαρταρούσε. Τα δάκρυα τρέχανε ποτάμι, και τα δικά του και τα δικά της. Τον φόρτωσε όπως-όπως στο μουλάρι και τον πήρε στο μαντρί. Τρεις ημέρες αργότερα τον έθαψε στον αυλόγυρο. Δεν μπόρεσε να της πει ούτε τ’ όνομά του. Μόνο «μάνα» έλεγε. Εκείνη τον φιλούσε στο μέτωπο κι αυτός ξανά «μάνα, μάνα», μέχρι που έσβησε. Η μεταλλική ταυτότητα στο λαιμό του κάτι έγραφε, μα εκείνη γράμματα δεν γνώριζε.

-ο-ο-ο-

«Η δασκάλα μας είπε να ψάξουμε για ενθύμια ή μαρτυρίες από τον πόλεμο του σαράντα για τη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου», ανάγγειλε ο κανακάρης της. «Θα ρωτήσω τον παππού», συνέχισε και η μαμά του έχασε τον ύπνο της.
«Τι γυρεύει πάλι αυτή η χαμένη», έβρισε μέσα της καθώς θυμήθηκε πως ο πατέρας της, ο μεγαλομπακάλης της μικρής τους κωμόπολης, το μόνο που έκανε στην Κατοχή ήταν να κρύβει και να μοσχοπουλά τα τρόφιμα και να γεμίζει με λίρες το σεντούκι τους.
«Το σημαιοφόρο τον ανακοίνωσε;», ρώτησε δειλά.
«Είπε θα μας πει την ημέρα της γιορτής», απάντησε ο μικρός.
Ως προνοητική μαμά είχε καταστρώσει μακροχρόνιο σχέδιο. Τα είχε οργανώσει όλα στην εντέλεια. Όταν ο μοναχογιός πήγε στο σχολείο, εκείνη φρόντισε να εκλεγεί στο Σύλλογο Γονέων. Όσο ανέβαινε τις τάξεις ο κανακάρης, τόσο ανέβαινε κι εκείνη στην ιεραρχία του Δ.Σ.: μέλος, γραμματέας, ταμίας, αντιπρόεδρος και φέτος, ο γιος στην Έκτη κι εκείνη πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων-Κηδεμόνων. Είχε γίνει το δεξί χέρι του Διευθυντή. Αυτή να φροντίσει να πλυθούν και να κρεμαστούν οι κουρτίνες, αυτή να βρει μπογιατζή για την αίθουσα εκδηλώσεων, αυτή να νοικιάσει τη μικροφωνική για τις σχολικές γιορτές. Έ, φέτος ήταν η σειρά του Διευθυντή να της το ανταποδώσει, τουτέστιν να χρίσει τον γιόκα της σημαιοφόρο.
Από τότε που τον γέννησε, ονειρευόταν αυτή τη στιγμή. Να τον δει να βαδίζει με βήμα καμαρωτό στην κεντρική λεωφόρο, με τη μπλε στολή κρατώντας τη γαλανόλευκη, να φθάνει στην εξέδρα, στην κεντρική πλατεία, μπροστά από τους επισήμους και εκείνη, καλοχτενισμένη, καλοβαμμένη, με την μεταξωτή εσάρπα στους ώμους, με τα χρυσαφικά της να αστράφτουν στα αυτιά, στο λαιμό και στα χέρια της, να δέχεται τα συχαρίκια από την μικρή κοινωνία της μικρής κωμόπολης.
Να ξεπλύνει και την ντροπή που ένιωθε από παιδάκι, όταν έβλεπε να ξινίζουν τη μούρη τους κάτι ψηλομύτες, μόλις έλεγε το επώνυμό της και τη ρωτούσαν «του παντοπώλου;». Αυτό το «παντοπώλου», που έκρυβε πίσω του τη σπόντα «του μαυραγορίτη» -όλα ήταν πασίγνωστα στην μικροκοινωνία τους- είχε φροντίσει να το διορθώσει καθώς από τα δεκαεννιά της είχε γίνει σύζυγος ανθυπασπιστού. Μόνο που της βγήκε αχαΐρευτος, μπαστουνόβλαχο τον έλεγε η μάνα της, ούτε στις δεξιώσεις την πήγαινε ούτε στα επίσημα γεύματα, ούτε καν στο τσάι της κυρίας διοικητού. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες, στο καφενείο για τάβλι και την Κυριακή στο γήπεδο να φωνάζει για την ομάδα.
Αλλά τον κανακάρη της τον μεγάλωνε αλλιώς. Είχε όνειρα αυτή. Για Εύελπι τον προόριζε και για την ώρα σημαιοφόρο. Το Διευθυντή τον είχε του χεριού της, ήταν όλα καλά μελετημένα. Άλλωστε, τη δικαιούταν τη σημαία το αστέρι της. Δεκάρι σε όλα τα μαθήματα είχε στην Πέμπτη. Εντάξει, υστερούσε λίγο στην έκφραση, στις εκθέσεις, αλλά είχε βοηθήσει εκείνη καλώντας τη δασκάλα στο σπίτι δυο τρεις φορές, είτε για καφέ είτε για ένα απεριτίφ, οπότε σιγούρεψε το δεκάρι και στην έκθεση-έκφραση.
Με την περσινή δασκάλα τα είχε πάει καλά, αλλά η φετινή, της Έκτης, προέκυψε κάπως ακατάδεχτη και πάει να της καταστρέψει το σχεδιασμό. Άκου, ενθύμια από το σαράντα! Ποιος φυλάει παλιατσαρίες κυρά μου; ήθελε να της πει, αλλά συγκρατήθηκε. Έπρεπε να διατηρήσει την ψυχραιμία της, διότι είχε ένα στόχο να επιτύχει.
Στη σκέψη της επανήλθε το προσφιλές θέμα. Μόνο τρεις από την τάξη είχαν πλήρη δεκάρια, το ένα το είχε η κόρη μιας Αλβανίδας καθαρίστριας που αν δεν αδιαφορούσε από μόνη της θα εύρισκε τρόπο να την παραγκωνίσει, οπότε ο υιός είχε σίγουρη τη σημαία για τη μία από τις δύο παρελάσεις είτε της 28ης Οκτωβρίου είτε της 25ης Μαρτίου.
«Μαμά», ήρθε τρέχοντας ο μικρός. «Κοίτα τι μου έδωσε ο παππούς;», φώναξε κρατώντας έναν στρατιωτικό μπερέ. «Τον φορούσε όταν πολέμησε στην Αλβανία», καμάρωσε ο πιτσιρικάς και τον φόρεσε κι εκείνος χαιρετώντας στρατιωτικά.
Εκείνη δαγκώθηκε. Ήξερε πως ο πατέρας της δεν είχε πολεμήσει. Είχε επιστρατευτεί, όπως όλοι οι συνομήλικοί του, αλλά δεν είχε πάει στο μέτωπο, καθότι είχε τις προσβάσεις του στο καθεστώς.
«Ωραία! Είναι ό,τι πρέπει», απάντησε ενώ μέσα της παρακαλούσε να μη βρεθεί καμιά πικρόχολη και θυμηθεί την αλήθεια για τον παντοπώλη.

-ο-ο-ο-

Όπως κάθε μεσημέρι, η Φλώρα πρόσμενε με στρωμένο το τραπέζι την εγγονή της, την Ελβίρα, να γυρίσει από το σχολείο. Στα εβδομήντα πέντε χρόνια της είχε ζήσει πολλά, μα ήταν ακόμα δραστήρια και ενεργή. Όταν έπεσε το παλιό καθεστώς, η ζωή στο χωριό τους, το Ντρένοβο, έξω από την Κορυτσά, έγινε δύσκολη. Ο γιος και η νύφη της, τής άφησαν την Ελβίρα και ήρθαν στην Ελλάδα προς αναζήτηση τύχης. Τρία χρόνια αργότερα έφεραν κι αυτήν στην ορεινή κωμόπολη όπου έστησαν το νέο τους σπιτικό. Ο γιος στις οικοδομές, η νύφη της καθαρίστρια σε σπίτια, κι εκείνη στη φροντίδα της μικρής Ελβίρας, που ήταν το καμάρι και η ελπίδα της. Φέτος τέλειωνε το δημοτικό. Ρουφούσε τα γράμματα, όπως το σφουγγάρι το νερό.
«Δασκάλα θα γίνω γιαγιά», έλεγε και ξανάλεγε και η Φλώρα θυμόταν τη δική της ζωή στα βουνολάγκαδα της Μοράβα και σκούπιζε κρυφά ένα δάκρυ. Θυμόταν το μαντρί που μεγάλωσε, μαζί με τα πρόβατα του πατέρα της. Το καλοκαίρι στα κορφοβούνια, το χειμώνα κοντά στο χωριό, στο οροπέδιο του Ντρένοβο. Θυμόταν τους Ιταλούς που λέγανε ότι η γλώσσα που μιλούσαν μοιάζει με Ιταλικά. Μετά τους Έλληνες που λέγανε ότι αφού είστε ορθόδοξοι πρέπει να μάθετε ελληνικά ώστε να καταλαβαίνετε το Ευαγγέλιο. Κι έπειτα τους κομμουνιστές που τους άφησαν να μιλάνε όπως ήθελαν αλλά τις εκκλησιές τις έκλεισαν και δεν τους άφηναν να βαφτίζουν τα παιδιά με θρησκευτικά ονόματα. Έτσι το γιο της τον έβγαλε Λεόν αλλά τον φώναζε Λιόντα και την εγγονή της Ελβίρα, που πα να πει «πανέμορφη», τους είχε πει ο ληξίαρχος.
Μπερδεμένοι οι συντοπίτες της, ανάκατοι, ούτε ήξεραν τι να πιστέψουν. Οι περισσότεροι ήταν Χριστιανοί, άσχετα αν δεν πατούσαν στην εκκλησία. Άλλοι μιλούσαν σλάβικα μα σε πολλά σπίτια υπήρχε και μια γιαγιά Αρβανίτισσα, άλλοι λαλούσαν τα γκρέκικα αλλά με βαριά προφορά, διαφορετική από εκείνους στο Αργυρόκαστρο, και οι περισσότεροι τα αρμούνικα μα κάποιοι είχαν και έναν παππού που γνώριζε ελληνικά κι έψελνε στην εκκλησιά. Υπήρχαν και μουσουλμάνοι που μιλούσαν αλβανικά και μερικοί τούρκικα ή βουλγάρικα. Μπερδεμένες φυλές με κοινή μοίρα, συνέχιζαν για δεκαετίες να δουλεύουν στα χωράφια και στα βοσκοτόπια τους, στα εργαστήρια ή στα μαγαζιά τους, χωρίς να σκέφτονται και πολύ το μέλλον καθώς το καθεστώς τους είχε πείσει ότι περιβάλλονται από εχθρούς. Ώσπου προέκυψε η ανατροπή και οι νέοι σκαρφάλωσαν την οροσειρά της Μοράβα και ξεχύθηκαν να χορτάσουν την πείνα τους στην Ελλάδα. Εκεί όλοι έγιναν Κώστας, Γιάννης, Νίκος ή Βαγγέλης. Τι σημασία είχαν τα ονόματα πλέον;
«Γιαγιά», η Ελβίρα, που μπήκε φουριόζα στο σπίτι, διέκοψε την αναπόλησή της.
«Κοπιλούδαμ’», χαμογέλασε η Φλώρα και την αγκάλιασε.
«Η δασκάλα είπε να βρούμε κάτι από τον πόλεμο του σαράντα για τη γιορτή. Θυμάσαι να μου πεις καμιά ιστορία;».
Έβαλε φαγί στα πιάτα και έπιασε να τρώει αλλά το μυαλό της ταξίδεψε πάλι στο βουνό της, στη χιονισμένη Μοράβα του σαράντα. Νιόπαντρη βοσκοπούλα ήταν, όταν φτάσανε οι Έλληνες. Τους καλοδέχτηκαν, γιατί με τους Ιταλούς είχαν υποφέρει καθώς συμπεριφέρθηκαν σαν κατακτητές. Συνεργάστηκαν μόνο με όσους δήλωσαν υποταγή στον Πάπα και με τους μουσουλμάνους. Όσο για τους υπόλοιπους, τους έπαιρναν τα ζώα χωρίς να πληρώνουν, μπαίνανε στα σπίτια όποτε γούσταραν, άρπαζαν κορίτσια για το κέφι τους, δεν τους σταματούσε κανείς.
Ναι, τους καλοδέχτηκαν τους Έλληνες. Θυμήθηκε τα λασπωμένα πρόσωπα, τα παγωμένα πόδια τους, την κούραση, μα και το φωτεινό χαμόγελο της νίκης που είχαν όλα τα παλληκάρια.
Ναι, τους είχαν καλοδεχτεί τους Έλληνες. Τους ένιωθαν δικούς τους ανθρώπους, αν και δεν μπορούσαν να καταλάβουν καλά-καλά τι τους λέγανε. Τους βοήθησαν. Κι εκείνη είχε βοηθήσει. Στη μεγάλη μάχη της Μοράβα, στην προέλαση προς την Κορυτσά, είχε κουβαλήσει στην πλάτη της παξιμάδια για το τσάι τους και ξύλα για τα καζάνια και για να ζεσταίνονται. Και κάλτσες είχε πλέξει από το μαλλί των προβάτων τους.
Ναι, τους είχαν καλοδεχτεί τους Έλληνες, κι ας μην συνταιριάζανε οι λαλιές τους.
Ήταν ακόμα στο βουνό εκείνο το Νοέμβρη, γιατί φοβήθηκαν να κατεβούν στην κοιλάδα. Στο μαντρί τους, τους βρήκε ο πόλεμος. Τα ζωντανά τους ήταν τα πρώτα θύματα. Μέσα Νοέμβρη ήταν, οι φαντάροι είχαν φύγει βιαστικά προς την Κορυτσά να προλάβουν τους Ιταλούς που υποχωρούσαν, όταν βρήκε γερμένο κάτω από ένα έλατο, σωριασμένο στο χιόνι, ένα μισοζώντανο κορμί με απλανές βλέμμα. Ανίκανος να κουνηθεί, της έγνεφε με το κομματιασμένο του χέρι. Σπαρταρούσε τυλιγμένος σε ένα γαλανόλευκο πανί. Τα δάκρυα τρέχανε ποτάμι, και τα δικά του και τα δικά της. Τον φόρτωσε στο μουλάρι και τον πήρε στο μαντρί. Τρεις ημέρες αργότερα τον έθαψε στον αυλόγυρο. Δεν μπόρεσε να της πει ούτε τ’ όνομά του. Μόνο «μάνα» έλεγε. Εκείνη τον φιλούσε στο μέτωπο κι αυτός ξανά «μάνα, μάνα», μέχρι που έσβησε. Η μεταλλική ταυτότητα στο λαιμό του κάτι έγραφε, μα εκείνη γράμματα δεν γνώριζε.
«Τον βάφτισα σημαιοφόρο», τέλειωσε την ιστορία της η Φλώρα. Έτσι τον θυμόταν στις αναμνήσεις της, όταν χάιδευε το λερωμένο από το αίμα του λασπωμένο πανί που φύλαξε στο σεντούκι της.

-ο-ο-ο-

Η σχολική γιορτή είχε σχεδόν τελειώσει. Τα παιδιά έδειχναν τα ενθύμια που είχαν φέρει από τα σπίτια τους και διάβαζαν τις ιστορίες τους. Η κυρία ανθυπασπιστού καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Σε λίγο θα γινόταν η κλήρωση για τους σημαιοφόρους αλλά δεν είχε καταφέρει να πείσει τη δασκάλα. Καλά το κατάλαβε από την αρχή ότι είναι μυστήρια. Στο γραφείο που πήγε και τους βρήκε, ο Διευθυντής -άλλος μουρόχαβλος και αυτός- είπε μια κουβέντα ότι θα ήταν καλό για το σχολείο να επιλεγεί ως σημαιοφόρος ο γιος της προέδρου του Συλλόγου Γονέων, η οποία τόσο βοηθάει το σχολείο, αλλά μόλις εκείνη η κατσίκα της Έκτης επέμεινε να τηρηθεί ο κανονισμός και να γίνει κλήρωση μεταξύ των τριών αριστούχων, αυτός δεν μίλησε καθόλου. Διευθυντής… σου λένε μετά. Της ήρθε να βάλει τις φωνές. «Πού τους βλέπεις τους τρεις αριστούχους, κυρά μου; Η μάνα της Αλβανίδας δεν καταδέχθηκε να έρθει καν στη γιορτή».
«Τα αριστεία δεν είναι για τους γονείς», της πέταξε η κατσίκα σα να είχε ακούσει τη σκέψη της κι απομακρύνθηκε. Ευτυχώς, γιατί με την φούρκα που είχε, θα την ξεμάλλιαζε.
Στη γιορτή κόντεψε να λιγοθυμήσει. Η αφήγηση του γιού της -εκείνη του την είχε γράψει αποβραδίς- που μίλησε για τα ανδραγαθήματα του παππού του στο μέτωπο φορώντας τον μπερέ, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Χλιαρά χειροκροτήματα, ενώ το αυτί της έπιασε και ένα πικρόχολο σχόλιο: «Σιγά μην τα έκανε αυτά ο παντοπώλης».
Το χειρότερο ήρθε, όταν η κόρη της Αλβανίδας αφηγήθηκε την ιστορία της γιαγιάς της. Σείστηκε το θέατρο από το χειροκρότημα, όταν σηκώθηκε η γιαγιά Φλώρα, που τόλμησε το παλιοθήλυκο να την φέρει στη γιορτή ντυμένη με την ηπειρώτικη στολή που είχε φυλάξει, λέει, από το γάμο της.
«Έχουμε μπροστά μας την ιστορία ζωντανή», αναφώνησε ο Διευθυντής και έδωσε συγχαρητήρια στο κορίτσι. «Αυτές οι γυναίκες κουβάλησαν στην πλάτη τους τη λευτεριά», συνέχισε. Η κυρία ανθυπασπιστού είχε χάσει το χρώμα της. Μα το χειρότερο γι’ αυτήν δεν είχε έρθει ακόμα.
Η γιαγιά Φλώρα ξεδίπλωσε την ποτισμένη με το αίμα του άγνωστου σημαιοφόρου, λασπωμένη σημαία, που είχε φυλάξει για πενήντα πέντε χρόνια στο σεντούκι της και την παρέδωσε στην εγγονή της.
«Νομίζω πως δικαιωματικά η Ελβίρα Τόπη είναι η φετινή σημαιοφόρος μας», αναφώνησε ο Διευθυντής, την ώρα που η κυρία ανθυπασπιστού έβγαινε από την αίθουσα κυνηγώντας τα έξι χαμένα χρόνια της ζωής της.

Θοδωρής Μπελίτσος

Ν. Σμύρνη, 28η Οκτωβρίου 2017

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Αναλώθηκα


            Αναλώθηκα, ερευνώντας παλιά αρχεία.
Αναλώθηκα, ξεθάβοντας ζωές περασμένες.
Αναλώθηκα, αναζητώντας στο παρελθόν την ελπίδα.
Αναλώθηκα, αγνοώντας το παρόν της θλίψης.
Αναλώθηκα, ελπίζοντας να προβλέψω το μέλλον.
Αναλώθηκα, αναζητώντας το προαιώνιο γιατί.

Θ. Μύθος, Σεπτέμβρης 2017.

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

«Ζωές μετά…» - Η παρουσίαση του βιβλίου



Το χρονικό της βραδιάς

Θ. Μπελίτσος, Χρ. Μυγδάλη, Ειρ. Μαργαρίτη, Π. Δουρέκα

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017
Βιβλιοπωλείο Ad Libitum, Νικομηδείας 18 Ν. Σμύρνη

Την εκδήλωση συντόνισε η φιλόλογος κ. Πέπη Δουρέκα, η οποία με το σύζυγό της, τον κ. Κώστα, έχουν το βιβλιοπωλείο Ad Libitum. Στο ξεκίνημα παρουσίασε το συγγραφέα Θ. Μπελίτσο και στη συνέχεια την ηθοποιό και σκηνοθέτη κ. Ειρήνη Μαργαρίτη, η οποία διάβασε ένα κεφάλαιο από το βιβλίο.
Ακολούθως η κεντρική ομιλήτρια, κ. Χριστιάνα Μυγδάλη, ανέλυσε το περιεχόμενο του βιβλίου, επισημαίνοντας πως πρόκειται για ένα υβριδικό κείμενο που απαιτεί ιδιαίτερη προσέγγιση από τον αναγνώστη και από τον μελετητή, ο οποίος ασφαλώς δυσκολεύεται να το κατατάξει σε συγκεκριμένη κατηγορία (π.χ. διήγημα, νουβέλα ή δοκίμιο). Τόνισε τον καταλυτικό ρόλο που έχουν κάποιοι από τους χαρακτήρες του έργου για την εξέλιξη του μύθου αλλά κατά βάση θεωρεί πως το ρόλο του Βροχοποιού παίζει το τραγικό γεγονός της μεγάλης πυρκαγιάς και εκεί εντόπισε το ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση του έργου. Τέλος, αναφέρθηκε στους προβληματισμούς του συγγραφέα για το ρόλο των αισθήσεων στο ταξίδι προς την ευτυχία.
Στον επόμενο σύνδεσμο παρατίθεται το πλήρες κείμενο της ομιλίας της Χριστιάνας Μυγδάλη που είχε τίτλο: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΥΤΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ.
Η Ειρήνη Μαργαρίτη διάβασε ένα ακόμα κεφάλαιο και στη συνέχεια μίλησε ο συγγραφέας. Ακολούθησε η ανάγνωση ενός ακόμα μικρού αποσπάσματος από την κ. Μαργαρίτη και η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με μικρή συζήτηση με τη συμμετοχή των ακροατών.

Θ.Μ.

-ο-ο-ο-


Η ομιλία του Θοδωρή Μπελίτσου


[φωτ. Γρηγόρης Μπελίτσος]

Φίλες και φίλοι
Καλησπέρα σας

Είναι μεγάλη τιμή για μένα η αποψινή παρουσία σας εδώ και σας ευχαριστώ από καρδιάς που αποφασίσατε να διαθέσετε λίγο από το χρόνο σας για να παρευρεθείτε. Κυρίως οφείλω να ευχαριστήσω τις τρεις κυρίες που συγκρότησαν το πάνελ της συζήτησης στην εκδήλωση μας. Σας τις θυμίζω.

Η κ. Πέπη Δουρέκα, η οποία συντόνισε την κουβέντα, είναι μάχιμη φιλόλογος. Λίγο την γνωρίζω αλλά ξέρω πως τιμά τον κλάδο των εκπαιδευτικών, αγαπά τη λογοτεχνία, προωθεί σχετικές δράσεις στο σχολείο που διδάσκει, ώστε οι μαθητές να γνωρίσουν τα καλά κείμενα, να αγαπήσουν το γράψιμο και το καλό βιβλίο. Επιπλέον γράφει στίχους που έχουν μελοποιηθεί από τραγουδοποιούς. Πρόσφατα, ο Κώστας Τριανταφυλλίδης συμπεριέλαβε τρία τραγούδια της στο προσωπικό του άλμπουμ «Αστρικός Χάρτης». Από αυτά ίσως έχετε ακούσει το «Αγάπες που παλιώσατε» που έχει τραγουδήσει ο Γιώργος Νταλάρας. Εκτός από συντονίστρια της συζήτησης, η κ. Δουρέκα μαζί με τον σύζυγό της, τον κ. Κώστα, είναι οι οικοδεσπότες που μας φιλοξενούν απόψε στο Ad Libitum, τον ζεστό αυτό χώρο, ο οποίος, σε δύσκολους καιρούς, αποτελεί μια όαση πολιτισμού στη γειτονιά μας.

Η κ. Ειρήνη Μαργαρίτη, με τις πολλαπλές ιδιότητες, αφού είναι σκηνοθέτης, ηθοποιός και συγγραφέας, είναι ένας νέος άνθρωπος με αγάπη για τον πολιτισμό και έντονη δραστηριότητα. Γράφει θεατρικά, ποίηση, διηγήματα, έχει ήδη δύο βιβλία στο ενεργητικό της που εγκωμιάστηκαν από τους ειδικούς, έχει δημοσιεύσει σε ποιητικές ανθολογίες, είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού «Αποικία». Όμως θέλω κυρίως να τονίσω ότι είναι πρωτοπόρος, διότι είναι από τις ελάχιστες γυναίκες σκηνοθέτιδες στο ελληνικό θέατρο. Η ισότιμη εκπροσώπηση των δύο φύλων στο χώρο του θεάτρου αποτελεί μια ανοιχτή συζήτηση διεθνώς. Μάλιστα πρόσφατα διάβασα, ότι τη νέα σεζόν όλα τα έργα του Σαίξπηρ που θα ανεβάσει το Royal Shakespeare Company θα σκηνοθετηθούν από γυναίκες, ακριβώς για να προβληθεί αυτή η, όχι και τόσο γνωστή, πλευρά της γυναικείας δημιουργίας. Και για αυτό το λόγο αισθάνομαι ευγνώμων που δέχτηκε να έρθει εδώ και να διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο μου, με την αισθαντική φωνή της που απογείωσε τα κείμενα.
[φωτ. Γρηγόρης Μπελίτσος]
Για την κ. Χριστιάνα Μυγδάλη ακούσατε ότι είναι φιλόλογος, ότι είναι μεταφράστρια, ότι διδάσκει στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Την γνώρισα ως μαθητής της, όταν δίδασκε σε μια σειρά σεμιναρίων στο Παν. Αθηνών, σε μια αναστροφή των ηλικιών θα λέγαμε, αφού κάλλιστα θα μπορούσα να την είχα εγώ μαθήτρια όταν ήμουν καθηγητής, αν τυχόν δίδασκα στο σχολείο που φοιτούσε. Τότε διαπίστωσα την εξαιρετική μεταδοτικότητα που έχει ως εκπαιδευτικός. Σε κάνει να γνωρίσεις σε βάθος και να αγαπήσεις τα κείμενα που διδάσκει. Είχα επίσης την τύχη να συνεργαστώ μαζί της, όταν ανέλαβε να μεταφράσει στα αγγλικά τις μελέτες μου που δημοσιεύτηκαν στην αγγλική έκδοση του τόμου για το Μουσείο Σπογγαλιείας και Ναυτικής Παράδοσης Ν. Κούταλης Λήμνου. Τότε θαύμασα τη μεθοδικότητά της ως μεταφράστρια και την επικέντρωσή της στη λεπτομέρεια. Γνωρίζω το πάθος της για τη λογοτεχνία, γνωρίζω πως αγαπά το βιβλίο και στα βιογραφικά που ακούστηκαν οφείλω να προσθέσω ότι πριν από λίγα χρόνια ανέλαβε την ευθύνη της έκδοσης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω», σε μια ύστατη προσπάθεια να το διασώσει πριν το καταπιεί κι αυτό το διαδίκτυο, όπως τόσα και τόσα. Είμαι τυχερός που αποδέχτηκε την πρόσκλησή μου να παρουσιάσει απόψε το βιβλίο μου.

[φωτ. Γρηγόρης Μπελίτσος]
Πολλοί από σας με γνωρίζετε ως συγγραφέα ιστορικών βιβλίων και όχι ως λογοτέχνη. Η αλήθεια είναι ότι πάντα με γοήτευε η γραπτή αφήγηση και συχνά πάλευα να δημιουργήσω δικές μου ιστορίες, με αφορμή διάφορα ερεθίσματα αλλά ελάχιστα από αυτά τα κείμενα δημοσίευα. Μου αρέσει να αποδίδω στιγμιότυπα, συναισθήματα, εικόνες και να ξυπνώ κοιμισμένες ευαισθησίες. Δεν ξέρω αν αυτό με κάνει λογοτέχνη, αφήνω άλλους να το κρίνουν.
Θέλω να βλέπω αισιόδοξα τη ζωή, μα χωρίς να αιθεροβατώ. Παρόλα αυτά κάποιες φορές προκύπτουν μελαγχολικά στοιχεία στα γραπτά μου, ίσως διότι η πραγματικότητα με διαψεύδει. Προφανώς, το ζητούμενο είναι η αναζήτηση της ευτυχίας, της παγκόσμιας αλήθειας, θα έλεγα. Άραγε υπάρχει απάντηση σε αυτό; Θεωρώ πως απαντήσεις μπορεί να έχει κανείς πολλές, το δύσκολο είναι να θέσει τα ερωτήματα.
Στις φυσικές επιστήμες, είμαι χημικός να σας θυμίσω, ξέρουμε πως για να φτάσεις στην ερμηνεία ενός άγνωστου φαινομένου πρέπει να κάνεις πρώτα την κατάλληλη υπόθεση και μετά να σχεδιάσεις το σχετικό πείραμα. Δηλαδή το ερώτημα προηγείται της απάντησης. Ισχύει άραγε και στην προσωπική ζωή αυτό; Νομίζω πως ισχύει. Η διατύπωση των ερωτημάτων, προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τη μορφή των απαντήσεων.
Για παράδειγμα, ας πούμε ότι κάποιος σκοντάφτει στο πεζοδρόμιο. Μπορεί να αναρωτηθεί: «Μα τι σκαλοπάτι είναι αυτό, ποιος το έφτιαξε έτσι;». Ίσως δεν το συνειδητοποιεί αλλά έχει ήδη προσδιορίσει το είδος της απάντησης καθώς αναζητά την αιτία του προβλήματος σε κάποιον άλλον.
Ένας άλλος μπορεί να πει: «Μα πώς και δεν είδα το σκαλοπάτι, στραβώθηκα;». Και αυτός, έτσι όπως διατυπώνει το ερώτημα, έχει ορίσει την απάντηση, καθώς θεωρεί πως το πρόβλημα οφείλεται σε δικό του λάθος.
Ένας τρίτος ίσως αναρωτηθεί μήπως κάποιος τον μάτιασε. Αυτός ήδη αναζητά την απάντηση σε υπερφυσικά αίτια, εκτός λογικής.
Οι απαντήσεις, λοιπόν, που αναζητάμε καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τα ερωτήματα. Το ζητούμενο δεν είναι τι απάντηση ψάχνεις να βρεις αλλά το πώς;
[φωτ. Γιάννης Πιπερίδης]
Θα αναρωτιέστε, γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Μα είναι απλό. Διότι δεν θέλω να μιλήσω για το βιβλίο. Μου είναι δύσκολο να μιλήσω για ένα κείμενο που γράφτηκε με σκοπό να αποδώσει λογοτεχνικά αγωνίες και διλήμματα που έχω εγώ και ίσως άλλοι δεν τις έχουν. Πάντως οι χαρακτήρες του βιβλίου καλούνται να απαντήσουν σε ερωτήματα σαν αυτά που προανέφερα και προσπαθούν να βρουν τη δική τους αλήθεια.
Για την ουσία του βιβλίου πήρατε μια ιδέα από όσα ακούστηκαν. Εγώ δεν θέλω να πω πολλά. Θα σας πω όμως δυο λόγια για τις αφορμές που γέννησαν αυτά τα κείμενα. Η ιδέα για τη συγγραφή τους γεννήθηκε πριν από δυόμισι περίπου χρόνια, όταν παρακολούθησα ένα σεμινάριο, με θέμα «Τεκμήρια Πολιτισμού: Μνήμη και προοπτική», στο οποίο η διδάσκουσα κ. Μυγδάλη, προσέγγισε το θέμα όχι μέσω αρχειακών εγγράφων, όπως νόμιζα όταν γράφτηκα σε αυτό το σεμινάριο, αλλά μέσα από ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά κείμενα. Οι εργασίες εκείνου του σεμιναρίου έδωσαν το έναυσμα της συγγραφής.
Το ερέθισμα για τη δημιουργία ήταν ένα συγκλονιστικό, τραγικό γεγονός που είχε συμβεί πριν από πολλές δεκαετίες στο νησί της Λήμνου, στο οποίο χάθηκαν πολλοί άνθρωποι. Με απασχόλησε κυρίως το πώς κάποιοι από το φιλικό ή συγγενικό περιβάλλον των θυμάτων προσάρμοσαν το προσωπικό τους μέλημα ζωής, έτσι ώστε να συμπεριλάβουν σε αυτό και το μέλημα των αγαπημένων τους προσώπων που χάθηκαν.
Είχα κάποιες ιστορίες υπόψη μου, τις οποίες προσάρμοσα λογοτεχνικά και ξεκίνησε το γράψιμο. Όμως, από τη στιγμή που η συγγραφή ξεκίνησε, αυτονομήθηκε, πήρε το δικό της δρόμο. Στην εξέλιξη της μυθοπλασίας προέκυψαν κι άλλοι χαρακτήρες που ζητούσαν μερίδιο παρουσίας. Αν και δεν είχαν σχέση με το τραγικό συμβάν, τα γεγονότα τους επηρεάζουν και τους βοηθούν να βρουν τη δική τους αλήθεια, να βρουν ένα νόημα στην προσωπική τους πορεία. Υπεισέρχεται και ο υπερφυσικός παράγοντας, που δεν είναι ακριβώς υπερφυσικός. Είναι περισσότερο μια εσωτερική δύναμη που πηγάζει από την ανάγκη για δημιουργία. Και σταδιακά προέκυψε το αποτέλεσμα που θα διαβάσετε. Είναι λιτό, διότι προτιμώ τη μικρή φόρμα και νομίζω ότι μου ταιριάζει καλύτερα, παρά το ότι κάποιοι με παροτρύνουν να γράψω πιο εκτενή κείμενα. Μπορεί να το κάνω κάποια στιγμή, όταν νιώσω έτοιμος.
Παρακαλώ, ειδικά όσοι είστε από τη Λήμνο, μην αναζητήσετε πραγματικά γεγονότα σε ό,τι περιγράφεται στο βιβλίο, άλλωστε επίτηδες δεν αναφέρω το όνομα του νησιού για να μη νομιστεί πως περιγράφονται αληθινές ιστορίες. Όλα συνέβησαν στο μυαλό του συγγραφέα και πουθενά αλλού.
Πριν τελειώσουμε, ας ακούσουμε ένα ακόμη απόσπασμα από την κ. Μαργαρίτη κι έπειτα, αν θεωρείτε ακόμα πως αξίζει να πάρετε το βιβλίο, υπάρχει εδώ για να σας το υπογράψω κιόλας, αλλά και κάτω στο ισόγειο.
Σας ευχαριστώ.

Θοδωρής Μπελίτσος
Παρουσίαση του βιβλίου «Ζωές μετά…»
Βιβλιοπωλείο Ad Libitum, N. Σμύρνη
Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

-ο-ο-ο-

ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Ειρήνη Μαργαρίτη γεννήθηκε το 1979 και μεγάλωσε στην Αντίκυρα Βοιωτίας. Σπούδασε θέατρο και εργάζεται ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, την Α. Στελλάτου, τον Γ. Παλούμπη, την Γ. Μαυραγάνη, τoν Peter Gothar, την Esther Andre Gonzalez κ.ά. Έχει σκηνοθετήσει τα: Unemployed – Δέκα Μητροπολιτικές Ιστορίες, το Blackout (μια μικρή διαμαρτυρία), βασισμένο στη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις», τη θεατρική διαδρομή-ξενάγηση Christmas Number’s – Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη, το Playhouse (του Martin Crimp) και για το Φεστιβάλ Αθηνών (2017) και το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά μια σειρά θεατρικών δράσεων σε σπίτια πολιτών υπό τον τίτλο «Οι Πειραιώτες ανοίγουν τα σπίτια τους» και θέμα την γεφύρωση των πολιτισμικών, φυλετικών και θρησκευτικών διαφορών.
Γράφει ποίηση και διήγημα και είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού «Αποικία». Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά, βουλγαρικά και σέρβικα. Το 2016 συμμετείχε στο OMNIBUS Reading Tour, μια πρωτοβουλία του CROWD (Creating Other Ways of Dissemination), σε μια διαδρομή που ξεκίνησε από το Ελσίνκι και κατέληξε στη Λεμεσό, με τη συμμετοχή πάνω από 100 συγγραφέων από 37 χώρες (Στάση Βουλγαρία-Σερβία).
Συμμετοχή σε ανθολογίες: Ανθολογία ποιητικών διαλόγων (εκδ. Γκοβόστης, 2015), Ο ταχυδρόμος φέρνει γράμματα ποιήματα (εκδόσεις Ελληνικά Ταχυδρομεία), Ξένων αιμάτων τρύγος (εκδόσεις Γαβριηλίδη 2014) κ.ά.
Η ποιητική συλλογή της: Φλαμίνγκο (εκδόσεις Μελάνι, 2014) ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, για το αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού Αναγνώστης, και απέσπασε το βραβείο «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων για πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή. Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι η συλλογή διηγημάτων της με τίτλο: Επιλεγμένα Είδη.

-ο-ο-ο-

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΜΥΓΔΑΛΗ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Χριστιάνα Μυγδάλη είναι φιλόλογος και μεταφράστρια. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει τα βιβλία: «Η τέχνη της ρουτίνας» του Μέισον Κάρι (εκδ. Key Books 2014) και (με τον Βασίλη Ντζούνη) «Η δουλειά του ηθοποιού με τον εαυτό του: Η ενσάρκωση» του Κωνσταντίν Στανισλάβσκι (εκδ. Πλέθρον 2017). Είναι διδάκτωρ Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Έχει διδάξει Νεοελληνική Λογοτεχνία και Πολιτισμό στην Ελλάδα και την Αγγλία και ασχολείται συστηματικά με την πρακτική της θεραπευτικής ανάγνωσης. Διδάσκει μετάφραση και διαπολιτισμό στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την ομιλία της κ. Μυγδάλη θα βρείτε εδώ.


-ο-ο-ο-


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΥΤΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ
ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΥΤΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

της Χριστιάνας Μυγδάλη

Λένε πως το Σαββατοκύριακο θα έχουμε καταιγίδες στην Αττική. Και σκέφτομαι πώς θα ήταν αν αυτές οι καταιγίδες επρόκειτο να ακολουθήσουν μια μακρά περίοδο ξηρασίας. Πώς θα αισθάνονταν τα μέλη της φαντασιακής κοινότητας στην οποία ανήκουμε, αν στο διαδίκτυο, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο και στις εφημερίδες προαναγγέλλονταν οι ίδιες καταιγίδες, μα έρχονταν να σώσουν τον τόπο από τον κίνδυνο της λειψυδρίας. Οι σκέψεις αυτές συνιστούν το απλούστερο παράδειγμα που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω, προκειμένου να εξηγήσω το αφαιρετικό σχήμα στο οποίο με οδήγησε η ανάγνωση του έργου του οποίου την έκδοση σήμερα εδώ γιορτάζουμε.

 Οι Ζωές Μετά ζουν μαζί μου εδώ και δύο χρόνια, μιας και είχα την τύχη να παρακολουθήσω την σύλληψη της ιδέας, την δόμηση της αφήγησης, την αποδόμηση των σαφών μηνυμάτων που αυτή αρχικά εμπεριείχε, και, τέλος, την καταγραφή μιας προς το παρόν οριστικής εκδοχής της. Σε όλα αυτά τα στάδια, οι αλλαγές που υπέστη το αρχικό υλικό ήταν αμέτρητες, υπήρξε ωστόσο ένα στοιχείο που διατηρήθηκε αμετάβλητο. Το έργο, από την σύλληψη μέχρι και την επιτέλεσή του, διαπραγματεύεται διαρκώς την ενεργοποίηση των μηχανισμών της αλλαγής. Και είναι αυτό το στοιχείο που μου επιτρέπει να κατατάξω τις Ζωές Μετά στα υβριδικά κείμενα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας που, ενώ δεν σπανίζουν πια στην εποχή μας, σπάνια γίνονται αντικείμενο συστηματικής μελέτης. Αυτό συμβαίνει γιατί λόγω του sui generis τρόπου σύλληψης, εξίσου sui generis οφείλει να είναι και η προσέγγιση που απαιτεί κάθε υβρίδιο, πράγμα που το καθιστά ακατάλληλο προς κατηγοριοποίηση. Αποφεύγοντας ωστόσο να σκύψει κανείς πάνω στο υβρίδιο, χάνει ένα από τα πιο οξυδερκή ερμηνευτικά εργαλεία της εποχής που το παρήγαγε. Επειδή το υβρίδιο, μην έχοντας να υπακούσει σε ειδοποιούς κανόνες, μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια στα αιτήματα της συγχρονίας μέσα στην οποία δημιουργείται.

Ας επιστρέψω όμως στον καιρό. Στο έργο του Μπελίτσου, συναντάμε δύο χαρακτήρες που, αν θέλαμε να τους κατατάξουμε σε έναν ανθρώπινο τύπο, θα μπορούσαμε να τους βάλουμε στην ευρύτερη κατηγορία του Βροχοποιού. Όπου Βροχοποιός εστί ο άνθρωπος που έρχεται ξαφνικά σε έναν τόπο προκειμένου φαινομενικά να επιλύσει ένα υπαρκτό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κοινότητα στην οποία εισβάλλει, όπως η μακρά ξηρασία, ενώ στην ουσία αυτό που κάνει είναι να αφυπνίζει όσα από τα μέλη της κοινότητας είναι έτοιμα να αλλάξουν, και να τα εκπαιδεύει ώστε να γίνουν με τη σειρά τους οι Βροχοποιοί της κοινότητας και οι φορείς της αλλαγής στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Άμα τη ολοκληρώσει του έργου του, ο Βροχοποιός εξαφανίζεται. Το έργο αυτό, όπως προκύπτει και από την αφήγηση του Μπελίτσου, μπορεί να διαρκεί από μία στιγμή, όπως στην περίπτωση της μυστηριώδους Γιασμίνας που περνάει από το Νησί και φεύγει χωρίς να αφήσει ίχνος, μέχρι μία ζωή, όπως στην περίπτωση του Νιαζί Ι Μισρί, που ζει και πεθαίνει στο Νησί, διδάσκοντας, επηρεάζοντας, τιμώμενος και διωκόμενος, μέχρι να έρθει κι η δική του σειρά να ξεχαστεί, για να τον ανασύρει ο συγγραφέας, μετά από δυόμιση αιώνες, και να τον βάλει να χαμογελάσει βλέποντας ότι υπάρχουν ακόμα ορισμένοι αναζητητές της αλήθειας που δεν καταφεύγουν σε μεσάζοντες, αλλά την ψάχνουν βαθιά μέσα τους. 

Αυτό όμως που εγώ προσωπικά βρίσκω ακόμα πιο ενδιαφέρον στην αφήγηση του Μπελίτσου, είναι ότι, στο εν λόγω έργο, το ρόλο του Βροχοποιού δεν τον υποδύονται στην ουσία αυτοί οι χαρακτήρες, αλλά έχει ενσαρκωθεί σε ένα τραγικό γεγονός, την πυρκαγιά στον κινηματογράφο, το οποίο αφαιρώντας τις ζωές των θυμάτων, έρχεται να αλλάξει άρδην τις ζωές των επιζώντων, και να τις κάνει Ζωές Μετά

Κάνω εδώ μια μικρή παρένθεση για να εξετάσω πώς έχει τις τελευταίες δεκαετίες χρησιμοποιηθεί το πρόθεμα μετα- για να περιγράψει τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε όταν μιλάμε για την έννοια που το ακολουθεί (μεταγλώσσα, μετακουλτούρα). Αν λοιπόν αντιστρέφαμε τη σειρά των λέξεων του τίτλου, το βιβλίο του Μπελίτσου θα μπορούσε να τιτλοφορείται Μεταζωές

Η αλήθεια είναι ότι μπήκα στον πειρασμό να του το προτείνω ως εναλλακτική λύση όταν δίσταζε να οριστικοποιήσει το Ζωές Μετά, αλλά δεν το έκανα, κυρίως επειδή αυτό που καθιστά το έργο του Μπελίτσου υβριδικό είναι η ισορροπία που κρατάει ανάμεσα στη φιλοσοφική πραγματεία και την λογοτεχνική αφήγηση. Προκρίνοντας τον τίτλο Μεταζωές, ελλόχευε ο κίνδυνος να βαρύνει λίγο η ζυγαριά προς τη μεριά του πρώτου, κι αυτό επ’ ουδενί δεν θα ωφελούσε το έργο και τους αναγνώστες του, σύγχρονους και μεταγενέστερους. Εδώ ωστόσο το αναφέρω, γιατί μπορεί να μας δώσει ένα ερμηνευτικό κλειδί, τόσο για το συγκεκριμένο έργο, όσο και για το σύνολο του έργου του Μπελίτσου. 

Συγκεκριμένα, οι Ζωές Μετά συνιστούν ένα κείμενο που συνδιαλέγεται με τις ατομικές και τις συλλογικές θεωρήσεις περί βίου, προτείνοντας μία διαρκή αναδιαπραγμάτευση του νοήματος, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, μέσα από τις ουσιαστικές συναντήσεις στις οποίες επιλέγουμε να συμμετάσχουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Εννοώ εδώ πως το έργο του Μπελίτσου, εκτός από τη μεταμορφωτική δύναμη ενός γεγονότος για τις ζωές πολλών ανθρώπων, αφηγείται παράλληλα και μία αφηρημένη ιστορία, εκείνη της συγκρότησης ταυτότητας, πράγματος ρευστού και αενάως μετακινούμενου, που ωστόσο οφείλουμε να παρακολουθούμε και να ελέγχουμε διαρκώς, αν θέλουμε να δρούμε ως συνειδητά υποκείμενα, και μάλιστα ως μέλη μιας πραγματικής ή φαντασιακής κοινότητας.

Εδώ ακριβώς τέμνονται οι θεωρητικοί μου προβληματισμοί των τελευταίων χρόνων με τη σκέψη του Μπελίτσου. Έχοντας πια διδάξει για μία πενταετία τις θεωρητικές έννοιες που κατοχύρωσα στη διάρκεια των ακαδημαϊκών σπουδών μου, διαμορφώνω εδώ και αρκετό καιρό, μία νέα ερευνητική πρόταση, που έχει να κάνει με την αναζήτηση της ευτυχίας στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, μέσα από πρακτικές παραδοσιακά ανατολικές. Και, σε εποχή συναισθηματικής και διανοητικής ξηρασίας, βροχοποιά έργα όπως αυτό του Μπελίτσου, μπορούν έστω και ερήμην τους να δώσουν κατεύθυνση ή να σχηματοποιήσουν ορισμένες ιδέες που, σπερματικά μόνο, υπάρχουν ανέκαθεν βαθιά μέσα μας, αλλά περιμένουν κάτι που θα ενεργοποιήσει τη διαδικασία ανάδυσής τους. Έτσι λοιπόν, οι Ζωές Μετά, μου φώτισαν μία παράμετρο προς εξέταση στο θέμα που αυτόν τον καιρό διαπραγματεύομαι, και που είναι ο ρόλος που διαδραματίζουν οι αισθήσεις μας, όχι μόνο στη γνωριμία μας με τον κόσμο και την επιβίωσή μας μέσα σε αυτόν, αλλά και με τους τρόπους και τα μέσα που επιλέγουμε για να μετακινηθούμε ενώ ταξιδεύουμε προς την ευτυχία. 

Με το προσωπείο των ιδεών του φιλοσόφου, ο συγγραφέας προβαίνει σε μία επανεξέταση της λειτουργίας των αισθήσεων, που, ενδεχομένως, συνιστά και μία κοινωνική κριτική για τις επικρατούσες τάσεις της εποχής μας. 
Αρχικά, καταφέρεται σκληρά εναντίον της αίσθησης που λείπει κι από μένα:

Η όραση, λέει, είναι ο δικτάτορας των αισθήσεων. Η όραση είναι εγωιστική αίσθηση. Σου δημιουργεί σκέψεις αλλά όχι επαφή. Η όραση δημιουργεί ψευδαισθήσεις και προσδοκίες.

Σε μία εποχή όπου τα πάζλ των προσωπικοτήτων μας συντίθενται κατά κύριο λόγο από ένα σύνολο εικόνων που εμείς επιλέγουμε να προβάλλουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, νομίζω αυτή η διατύπωση βρίσκει την καρδιά του στόχου της.
Έπειτα, περνάει σε μία επανεκτίμηση της ακοής, που τη συνδέει ωστόσο άρρηκτα με την πρόθεση:

Η ακοή βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Επαληθεύει ή διαψεύδει τη φαντασίωση. Αρκεί να θέλεις ν’ ακούσεις!

Και τέλος, στην κορυφή της πυραμίδας των αισθήσεων, βάζει την όσφρηση, την πιο ενστικτώδη και την λιγότερο ανεπτυγμένη από όλες τις αισθήσεις στο σύγχρονο κόσμο. Μας θυμίζει πως:

Η όσφρηση ολοκληρώνει τις σχέσεις. Η μυρωδιά δεν πιάνεται. Αιωρείται. Τη νιώθεις αλλά δεν υπάρχει κιόλας. Αυτό είναι που την κάνει γοητευτική. Δεν αποθηκεύεται ούτε αρχειοθετείται. Είναι το λανθάνον τεκμήριο του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ιδιότυπη αυτή η ιδέα περί ολοκλήρωσης μόνο μέσω της όσφρησης. Ωστόσο εξαιρετικά συμβατή με την πίστη ότι η αλήθεια ενυπάρχει ήδη μέσα στον καθένα από μας και το μόνο που χρειάζεται να γίνει προκειμένου να αναδυθεί είναι να έρθουμε σε επαφή με το κατάλληλο ερέθισμα. Το όλον ενυπάρχει στα μέρη του και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να το αναγνωρίσουμε.
Έπειτα, πολύ συνοπτικά, ο συγγραφέας, δια στόματος φιλοσόφου, απενοχοποιεί και εξυψώνει την αφή, σε έναν εικονικό κόσμο:

Το χάδι, στερεώνει τις σχέσεις και τις κρατά σφιχτοδεμένες

και κατακεραυνώνει τη γεύση, σε μια εποχή που η κατανάλωση είναι ο ικανότερος μηχανισμός συντήρησης ενός συστήματος που βασίζεται στην ανισότητα, και, κατά συνέπεια, προωθεί την αδυνατότητα να τείνουμε προς τη συλλογική ευημερία και ευτυχία.

Μόνο μη ξεπέσεις στη γεύση, τα έχασες όλα.

Μοιάζει να μας δίνει εδώ ο συγγραφέας μία τελευταία προειδοποίηση.
Τελικά τι προκρίνει το έργο του Μπελίτσου; Μια φιλοσοφική ενατένιση της ζωής που συμφιλιώνει τον άνθρωπο με τα όρια του, ή μία καλλιτεχνική της προσέγγιση που τον καλεί να τα ξεπεράσει; Με αυτό το ερώτημα ανοιχτό σας καλώ το Σαββατοκύριακο που μας έρχεται, αν μείνετε σπίτι, γιατί έρχονται και καταιγίδες, να δείτε τον Βροχοποιό, ταινία του 1956 με τον Μπαρτ Λάνκαστερ και την Κάθριν Χέιμπορν, και, προπαντός, να διαβάσετε τις Ζωές Μετά, μία ή και περισσότερες φορές στη βεράντα, ή, έστω, με τα παράθυρα ανοιχτά, για να μπορείτε να μυρίσετε και τη βροχή.
 Γιατί…

Η μυρωδιά εμφανίζεται για μια στιγμή και χάνεται. 
Αλλά αυτή τη μοναδική στιγμή μπορεί να αλλάξει την πορεία μιας ζωής, την πορεία μιας σχέσης, τις τύχες του κόσμου.

«Ζωές μετά…» του Θοδωρή Μπελίτσου
Βιβλιοπωλείο Ad Libitum, Nέα Σμύρνη
Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Θ. Μπελίτσος, Χρ. Μυγδάλη, Ειρ. Μαργαρίτη, Π. Δουρέκα
-ο-ο-ο-


ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΜΥΓΔΑΛΗ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Χριστιάνα Μυγδάλη είναι φιλόλογος και μεταφράστρια. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει τα βιβλία: «Η τέχνη της ρουτίνας» του Μέισον Κάρι (εκδ. Key Books 2014) και (με τον Βασίλη Ντζούνη) «Η δουλειά του ηθοποιού με τον εαυτό του: Η ενσάρκωση» του Κωνσταντίν Στανισλάβσκι (εκδ. Πλέθρον 2017). Είναι διδάκτωρ Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Έχει διδάξει Νεοελληνική Λογοτεχνία και Πολιτισμό στην Ελλάδα και την Αγγλία και ασχολείται συστηματικά με την πρακτική της θεραπευτικής ανάγνωσης. Διδάσκει μετάφραση και διαπολιτισμό στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.