Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Αναλώθηκα


            Αναλώθηκα, ερευνώντας παλιά αρχεία.
Αναλώθηκα, ξεθάβοντας ζωές περασμένες.
Αναλώθηκα, αναζητώντας στο παρελθόν την ελπίδα.
Αναλώθηκα, αγνοώντας το παρόν της θλίψης.
Αναλώθηκα, ελπίζοντας να προβλέψω το μέλλον.
Αναλώθηκα, αναζητώντας το προαιώνιο γιατί.

Θ. Μύθος, Σεπτέμβρης 2017.

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

«Ζωές μετά…» - Η παρουσίαση του βιβλίου



Το χρονικό της βραδιάς

Θ. Μπελίτσος, Χρ. Μυγδάλη, Ειρ. Μαργαρίτη, Π. Δουρέκα

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017
Βιβλιοπωλείο Ad Libitum, Νικομηδείας 18 Ν. Σμύρνη

Την εκδήλωση συντόνισε η φιλόλογος κ. Πέπη Δουρέκα, η οποία με το σύζυγό της, τον κ. Κώστα, έχουν το βιβλιοπωλείο Ad Libitum. Στο ξεκίνημα παρουσίασε το συγγραφέα Θ. Μπελίτσο και στη συνέχεια την ηθοποιό και σκηνοθέτη κ. Ειρήνη Μαργαρίτη, η οποία διάβασε ένα κεφάλαιο από το βιβλίο.
Ακολούθως η κεντρική ομιλήτρια, κ. Χριστιάνα Μυγδάλη, ανέλυσε το περιεχόμενο του βιβλίου, επισημαίνοντας πως πρόκειται για ένα υβριδικό κείμενο που απαιτεί ιδιαίτερη προσέγγιση από τον αναγνώστη και από τον μελετητή, ο οποίος ασφαλώς δυσκολεύεται να το κατατάξει σε συγκεκριμένη κατηγορία (π.χ. διήγημα, νουβέλα ή δοκίμιο). Τόνισε τον καταλυτικό ρόλο που έχουν κάποιοι από τους χαρακτήρες του έργου για την εξέλιξη του μύθου αλλά κατά βάση θεωρεί πως το ρόλο του Βροχοποιού παίζει το τραγικό γεγονός της μεγάλης πυρκαγιάς και εκεί εντόπισε το ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση του έργου. Τέλος, αναφέρθηκε στους προβληματισμούς του συγγραφέα για το ρόλο των αισθήσεων στο ταξίδι προς την ευτυχία.
Στον επόμενο σύνδεσμο παρατίθεται το πλήρες κείμενο της ομιλίας της Χριστιάνας Μυγδάλη που είχε τίτλο: ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΥΤΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ.
Η Ειρήνη Μαργαρίτη διάβασε ένα ακόμα κεφάλαιο και στη συνέχεια μίλησε ο συγγραφέας. Ακολούθησε η ανάγνωση ενός ακόμα μικρού αποσπάσματος από την κ. Μαργαρίτη και η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με μικρή συζήτηση με τη συμμετοχή των ακροατών.

Θ.Μ.

-ο-ο-ο-


Η ομιλία του Θοδωρή Μπελίτσου


[φωτ. Γρηγόρης Μπελίτσος]

Φίλες και φίλοι
Καλησπέρα σας

Είναι μεγάλη τιμή για μένα η αποψινή παρουσία σας εδώ και σας ευχαριστώ από καρδιάς που αποφασίσατε να διαθέσετε λίγο από το χρόνο σας για να παρευρεθείτε. Κυρίως οφείλω να ευχαριστήσω τις τρεις κυρίες που συγκρότησαν το πάνελ της συζήτησης στην εκδήλωση μας. Σας τις θυμίζω.

Η κ. Πέπη Δουρέκα, η οποία συντόνισε την κουβέντα, είναι μάχιμη φιλόλογος. Λίγο την γνωρίζω αλλά ξέρω πως τιμά τον κλάδο των εκπαιδευτικών, αγαπά τη λογοτεχνία, προωθεί σχετικές δράσεις στο σχολείο που διδάσκει, ώστε οι μαθητές να γνωρίσουν τα καλά κείμενα, να αγαπήσουν το γράψιμο και το καλό βιβλίο. Επιπλέον γράφει στίχους που έχουν μελοποιηθεί από τραγουδοποιούς. Πρόσφατα, ο Κώστας Τριανταφυλλίδης συμπεριέλαβε τρία τραγούδια της στο προσωπικό του άλμπουμ «Αστρικός Χάρτης». Από αυτά ίσως έχετε ακούσει το «Αγάπες που παλιώσατε» που έχει τραγουδήσει ο Γιώργος Νταλάρας. Εκτός από συντονίστρια της συζήτησης, η κ. Δουρέκα μαζί με τον σύζυγό της, τον κ. Κώστα, είναι οι οικοδεσπότες που μας φιλοξενούν απόψε στο Ad Libitum, τον ζεστό αυτό χώρο, ο οποίος, σε δύσκολους καιρούς, αποτελεί μια όαση πολιτισμού στη γειτονιά μας.

Η κ. Ειρήνη Μαργαρίτη, με τις πολλαπλές ιδιότητες, αφού είναι σκηνοθέτης, ηθοποιός και συγγραφέας, είναι ένας νέος άνθρωπος με αγάπη για τον πολιτισμό και έντονη δραστηριότητα. Γράφει θεατρικά, ποίηση, διηγήματα, έχει ήδη δύο βιβλία στο ενεργητικό της που εγκωμιάστηκαν από τους ειδικούς, έχει δημοσιεύσει σε ποιητικές ανθολογίες, είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού «Αποικία». Όμως θέλω κυρίως να τονίσω ότι είναι πρωτοπόρος, διότι είναι από τις ελάχιστες γυναίκες σκηνοθέτιδες στο ελληνικό θέατρο. Η ισότιμη εκπροσώπηση των δύο φύλων στο χώρο του θεάτρου αποτελεί μια ανοιχτή συζήτηση διεθνώς. Μάλιστα πρόσφατα διάβασα, ότι τη νέα σεζόν όλα τα έργα του Σαίξπηρ που θα ανεβάσει το Royal Shakespeare Company θα σκηνοθετηθούν από γυναίκες, ακριβώς για να προβληθεί αυτή η, όχι και τόσο γνωστή, πλευρά της γυναικείας δημιουργίας. Και για αυτό το λόγο αισθάνομαι ευγνώμων που δέχτηκε να έρθει εδώ και να διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο μου, με την αισθαντική φωνή της που απογείωσε τα κείμενα.
[φωτ. Γρηγόρης Μπελίτσος]
Για την κ. Χριστιάνα Μυγδάλη ακούσατε ότι είναι φιλόλογος, ότι είναι μεταφράστρια, ότι διδάσκει στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Την γνώρισα ως μαθητής της, όταν δίδασκε σε μια σειρά σεμιναρίων στο Παν. Αθηνών, σε μια αναστροφή των ηλικιών θα λέγαμε, αφού κάλλιστα θα μπορούσα να την είχα εγώ μαθήτρια όταν ήμουν καθηγητής, αν τυχόν δίδασκα στο σχολείο που φοιτούσε. Τότε διαπίστωσα την εξαιρετική μεταδοτικότητα που έχει ως εκπαιδευτικός. Σε κάνει να γνωρίσεις σε βάθος και να αγαπήσεις τα κείμενα που διδάσκει. Είχα επίσης την τύχη να συνεργαστώ μαζί της, όταν ανέλαβε να μεταφράσει στα αγγλικά τις μελέτες μου που δημοσιεύτηκαν στην αγγλική έκδοση του τόμου για το Μουσείο Σπογγαλιείας και Ναυτικής Παράδοσης Ν. Κούταλης Λήμνου. Τότε θαύμασα τη μεθοδικότητά της ως μεταφράστρια και την επικέντρωσή της στη λεπτομέρεια. Γνωρίζω το πάθος της για τη λογοτεχνία, γνωρίζω πως αγαπά το βιβλίο και στα βιογραφικά που ακούστηκαν οφείλω να προσθέσω ότι πριν από λίγα χρόνια ανέλαβε την ευθύνη της έκδοσης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω», σε μια ύστατη προσπάθεια να το διασώσει πριν το καταπιεί κι αυτό το διαδίκτυο, όπως τόσα και τόσα. Είμαι τυχερός που αποδέχτηκε την πρόσκλησή μου να παρουσιάσει απόψε το βιβλίο μου.

[φωτ. Γρηγόρης Μπελίτσος]
Πολλοί από σας με γνωρίζετε ως συγγραφέα ιστορικών βιβλίων και όχι ως λογοτέχνη. Η αλήθεια είναι ότι πάντα με γοήτευε η γραπτή αφήγηση και συχνά πάλευα να δημιουργήσω δικές μου ιστορίες, με αφορμή διάφορα ερεθίσματα αλλά ελάχιστα από αυτά τα κείμενα δημοσίευα. Μου αρέσει να αποδίδω στιγμιότυπα, συναισθήματα, εικόνες και να ξυπνώ κοιμισμένες ευαισθησίες. Δεν ξέρω αν αυτό με κάνει λογοτέχνη, αφήνω άλλους να το κρίνουν.
Θέλω να βλέπω αισιόδοξα τη ζωή, μα χωρίς να αιθεροβατώ. Παρόλα αυτά κάποιες φορές προκύπτουν μελαγχολικά στοιχεία στα γραπτά μου, ίσως διότι η πραγματικότητα με διαψεύδει. Προφανώς, το ζητούμενο είναι η αναζήτηση της ευτυχίας, της παγκόσμιας αλήθειας, θα έλεγα. Άραγε υπάρχει απάντηση σε αυτό; Θεωρώ πως απαντήσεις μπορεί να έχει κανείς πολλές, το δύσκολο είναι να θέσει τα ερωτήματα.
Στις φυσικές επιστήμες, είμαι χημικός να σας θυμίσω, ξέρουμε πως για να φτάσεις στην ερμηνεία ενός άγνωστου φαινομένου πρέπει να κάνεις πρώτα την κατάλληλη υπόθεση και μετά να σχεδιάσεις το σχετικό πείραμα. Δηλαδή το ερώτημα προηγείται της απάντησης. Ισχύει άραγε και στην προσωπική ζωή αυτό; Νομίζω πως ισχύει. Η διατύπωση των ερωτημάτων, προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τη μορφή των απαντήσεων.
Για παράδειγμα, ας πούμε ότι κάποιος σκοντάφτει στο πεζοδρόμιο. Μπορεί να αναρωτηθεί: «Μα τι σκαλοπάτι είναι αυτό, ποιος το έφτιαξε έτσι;». Ίσως δεν το συνειδητοποιεί αλλά έχει ήδη προσδιορίσει το είδος της απάντησης καθώς αναζητά την αιτία του προβλήματος σε κάποιον άλλον.
Ένας άλλος μπορεί να πει: «Μα πώς και δεν είδα το σκαλοπάτι, στραβώθηκα;». Και αυτός, έτσι όπως διατυπώνει το ερώτημα, έχει ορίσει την απάντηση, καθώς θεωρεί πως το πρόβλημα οφείλεται σε δικό του λάθος.
Ένας τρίτος ίσως αναρωτηθεί μήπως κάποιος τον μάτιασε. Αυτός ήδη αναζητά την απάντηση σε υπερφυσικά αίτια, εκτός λογικής.
Οι απαντήσεις, λοιπόν, που αναζητάμε καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τα ερωτήματα. Το ζητούμενο δεν είναι τι απάντηση ψάχνεις να βρεις αλλά το πώς;
[φωτ. Γιάννης Πιπερίδης]
Θα αναρωτιέστε, γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Μα είναι απλό. Διότι δεν θέλω να μιλήσω για το βιβλίο. Μου είναι δύσκολο να μιλήσω για ένα κείμενο που γράφτηκε με σκοπό να αποδώσει λογοτεχνικά αγωνίες και διλήμματα που έχω εγώ και ίσως άλλοι δεν τις έχουν. Πάντως οι χαρακτήρες του βιβλίου καλούνται να απαντήσουν σε ερωτήματα σαν αυτά που προανέφερα και προσπαθούν να βρουν τη δική τους αλήθεια.
Για την ουσία του βιβλίου πήρατε μια ιδέα από όσα ακούστηκαν. Εγώ δεν θέλω να πω πολλά. Θα σας πω όμως δυο λόγια για τις αφορμές που γέννησαν αυτά τα κείμενα. Η ιδέα για τη συγγραφή τους γεννήθηκε πριν από δυόμισι περίπου χρόνια, όταν παρακολούθησα ένα σεμινάριο, με θέμα «Τεκμήρια Πολιτισμού: Μνήμη και προοπτική», στο οποίο η διδάσκουσα κ. Μυγδάλη, προσέγγισε το θέμα όχι μέσω αρχειακών εγγράφων, όπως νόμιζα όταν γράφτηκα σε αυτό το σεμινάριο, αλλά μέσα από ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά κείμενα. Οι εργασίες εκείνου του σεμιναρίου έδωσαν το έναυσμα της συγγραφής.
Το ερέθισμα για τη δημιουργία ήταν ένα συγκλονιστικό, τραγικό γεγονός που είχε συμβεί πριν από πολλές δεκαετίες στο νησί της Λήμνου, στο οποίο χάθηκαν πολλοί άνθρωποι. Με απασχόλησε κυρίως το πώς κάποιοι από το φιλικό ή συγγενικό περιβάλλον των θυμάτων προσάρμοσαν το προσωπικό τους μέλημα ζωής, έτσι ώστε να συμπεριλάβουν σε αυτό και το μέλημα των αγαπημένων τους προσώπων που χάθηκαν.
Είχα κάποιες ιστορίες υπόψη μου, τις οποίες προσάρμοσα λογοτεχνικά και ξεκίνησε το γράψιμο. Όμως, από τη στιγμή που η συγγραφή ξεκίνησε, αυτονομήθηκε, πήρε το δικό της δρόμο. Στην εξέλιξη της μυθοπλασίας προέκυψαν κι άλλοι χαρακτήρες που ζητούσαν μερίδιο παρουσίας. Αν και δεν είχαν σχέση με το τραγικό συμβάν, τα γεγονότα τους επηρεάζουν και τους βοηθούν να βρουν τη δική τους αλήθεια, να βρουν ένα νόημα στην προσωπική τους πορεία. Υπεισέρχεται και ο υπερφυσικός παράγοντας, που δεν είναι ακριβώς υπερφυσικός. Είναι περισσότερο μια εσωτερική δύναμη που πηγάζει από την ανάγκη για δημιουργία. Και σταδιακά προέκυψε το αποτέλεσμα που θα διαβάσετε. Είναι λιτό, διότι προτιμώ τη μικρή φόρμα και νομίζω ότι μου ταιριάζει καλύτερα, παρά το ότι κάποιοι με παροτρύνουν να γράψω πιο εκτενή κείμενα. Μπορεί να το κάνω κάποια στιγμή, όταν νιώσω έτοιμος.
Παρακαλώ, ειδικά όσοι είστε από τη Λήμνο, μην αναζητήσετε πραγματικά γεγονότα σε ό,τι περιγράφεται στο βιβλίο, άλλωστε επίτηδες δεν αναφέρω το όνομα του νησιού για να μη νομιστεί πως περιγράφονται αληθινές ιστορίες. Όλα συνέβησαν στο μυαλό του συγγραφέα και πουθενά αλλού.
Πριν τελειώσουμε, ας ακούσουμε ένα ακόμη απόσπασμα από την κ. Μαργαρίτη κι έπειτα, αν θεωρείτε ακόμα πως αξίζει να πάρετε το βιβλίο, υπάρχει εδώ για να σας το υπογράψω κιόλας, αλλά και κάτω στο ισόγειο.
Σας ευχαριστώ.

Θοδωρής Μπελίτσος
Παρουσίαση του βιβλίου «Ζωές μετά…»
Βιβλιοπωλείο Ad Libitum, N. Σμύρνη
Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

-ο-ο-ο-

ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Ειρήνη Μαργαρίτη γεννήθηκε το 1979 και μεγάλωσε στην Αντίκυρα Βοιωτίας. Σπούδασε θέατρο και εργάζεται ως ηθοποιός και σκηνοθέτης. Συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, την Α. Στελλάτου, τον Γ. Παλούμπη, την Γ. Μαυραγάνη, τoν Peter Gothar, την Esther Andre Gonzalez κ.ά. Έχει σκηνοθετήσει τα: Unemployed – Δέκα Μητροπολιτικές Ιστορίες, το Blackout (μια μικρή διαμαρτυρία), βασισμένο στη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου «Κάτι θα γίνει, θα δεις», τη θεατρική διαδρομή-ξενάγηση Christmas Number’s – Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη, το Playhouse (του Martin Crimp) και για το Φεστιβάλ Αθηνών (2017) και το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά μια σειρά θεατρικών δράσεων σε σπίτια πολιτών υπό τον τίτλο «Οι Πειραιώτες ανοίγουν τα σπίτια τους» και θέμα την γεφύρωση των πολιτισμικών, φυλετικών και θρησκευτικών διαφορών.
Γράφει ποίηση και διήγημα και είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού «Αποικία». Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά, βουλγαρικά και σέρβικα. Το 2016 συμμετείχε στο OMNIBUS Reading Tour, μια πρωτοβουλία του CROWD (Creating Other Ways of Dissemination), σε μια διαδρομή που ξεκίνησε από το Ελσίνκι και κατέληξε στη Λεμεσό, με τη συμμετοχή πάνω από 100 συγγραφέων από 37 χώρες (Στάση Βουλγαρία-Σερβία).
Συμμετοχή σε ανθολογίες: Ανθολογία ποιητικών διαλόγων (εκδ. Γκοβόστης, 2015), Ο ταχυδρόμος φέρνει γράμματα ποιήματα (εκδόσεις Ελληνικά Ταχυδρομεία), Ξένων αιμάτων τρύγος (εκδόσεις Γαβριηλίδη 2014) κ.ά.
Η ποιητική συλλογή της: Φλαμίνγκο (εκδόσεις Μελάνι, 2014) ήταν υποψήφια για το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, για το αντίστοιχο βραβείο του περιοδικού Αναγνώστης, και απέσπασε το βραβείο «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων για πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή. Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι η συλλογή διηγημάτων της με τίτλο: Επιλεγμένα Είδη.

-ο-ο-ο-

ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΜΥΓΔΑΛΗ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Χριστιάνα Μυγδάλη είναι φιλόλογος και μεταφράστρια. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει τα βιβλία: «Η τέχνη της ρουτίνας» του Μέισον Κάρι (εκδ. Key Books 2014) και (με τον Βασίλη Ντζούνη) «Η δουλειά του ηθοποιού με τον εαυτό του: Η ενσάρκωση» του Κωνσταντίν Στανισλάβσκι (εκδ. Πλέθρον 2017). Είναι διδάκτωρ Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Έχει διδάξει Νεοελληνική Λογοτεχνία και Πολιτισμό στην Ελλάδα και την Αγγλία και ασχολείται συστηματικά με την πρακτική της θεραπευτικής ανάγνωσης. Διδάσκει μετάφραση και διαπολιτισμό στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την ομιλία της κ. Μυγδάλη θα βρείτε εδώ.


-ο-ο-ο-


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΥΤΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΕΣ
ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΥΤΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ

της Χριστιάνας Μυγδάλη

Λένε πως το Σαββατοκύριακο θα έχουμε καταιγίδες στην Αττική. Και σκέφτομαι πώς θα ήταν αν αυτές οι καταιγίδες επρόκειτο να ακολουθήσουν μια μακρά περίοδο ξηρασίας. Πώς θα αισθάνονταν τα μέλη της φαντασιακής κοινότητας στην οποία ανήκουμε, αν στο διαδίκτυο, στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο και στις εφημερίδες προαναγγέλλονταν οι ίδιες καταιγίδες, μα έρχονταν να σώσουν τον τόπο από τον κίνδυνο της λειψυδρίας. Οι σκέψεις αυτές συνιστούν το απλούστερο παράδειγμα που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω, προκειμένου να εξηγήσω το αφαιρετικό σχήμα στο οποίο με οδήγησε η ανάγνωση του έργου του οποίου την έκδοση σήμερα εδώ γιορτάζουμε.

 Οι Ζωές Μετά ζουν μαζί μου εδώ και δύο χρόνια, μιας και είχα την τύχη να παρακολουθήσω την σύλληψη της ιδέας, την δόμηση της αφήγησης, την αποδόμηση των σαφών μηνυμάτων που αυτή αρχικά εμπεριείχε, και, τέλος, την καταγραφή μιας προς το παρόν οριστικής εκδοχής της. Σε όλα αυτά τα στάδια, οι αλλαγές που υπέστη το αρχικό υλικό ήταν αμέτρητες, υπήρξε ωστόσο ένα στοιχείο που διατηρήθηκε αμετάβλητο. Το έργο, από την σύλληψη μέχρι και την επιτέλεσή του, διαπραγματεύεται διαρκώς την ενεργοποίηση των μηχανισμών της αλλαγής. Και είναι αυτό το στοιχείο που μου επιτρέπει να κατατάξω τις Ζωές Μετά στα υβριδικά κείμενα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας που, ενώ δεν σπανίζουν πια στην εποχή μας, σπάνια γίνονται αντικείμενο συστηματικής μελέτης. Αυτό συμβαίνει γιατί λόγω του sui generis τρόπου σύλληψης, εξίσου sui generis οφείλει να είναι και η προσέγγιση που απαιτεί κάθε υβρίδιο, πράγμα που το καθιστά ακατάλληλο προς κατηγοριοποίηση. Αποφεύγοντας ωστόσο να σκύψει κανείς πάνω στο υβρίδιο, χάνει ένα από τα πιο οξυδερκή ερμηνευτικά εργαλεία της εποχής που το παρήγαγε. Επειδή το υβρίδιο, μην έχοντας να υπακούσει σε ειδοποιούς κανόνες, μπορεί να απαντήσει με ακρίβεια στα αιτήματα της συγχρονίας μέσα στην οποία δημιουργείται.

Ας επιστρέψω όμως στον καιρό. Στο έργο του Μπελίτσου, συναντάμε δύο χαρακτήρες που, αν θέλαμε να τους κατατάξουμε σε έναν ανθρώπινο τύπο, θα μπορούσαμε να τους βάλουμε στην ευρύτερη κατηγορία του Βροχοποιού. Όπου Βροχοποιός εστί ο άνθρωπος που έρχεται ξαφνικά σε έναν τόπο προκειμένου φαινομενικά να επιλύσει ένα υπαρκτό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κοινότητα στην οποία εισβάλλει, όπως η μακρά ξηρασία, ενώ στην ουσία αυτό που κάνει είναι να αφυπνίζει όσα από τα μέλη της κοινότητας είναι έτοιμα να αλλάξουν, και να τα εκπαιδεύει ώστε να γίνουν με τη σειρά τους οι Βροχοποιοί της κοινότητας και οι φορείς της αλλαγής στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Άμα τη ολοκληρώσει του έργου του, ο Βροχοποιός εξαφανίζεται. Το έργο αυτό, όπως προκύπτει και από την αφήγηση του Μπελίτσου, μπορεί να διαρκεί από μία στιγμή, όπως στην περίπτωση της μυστηριώδους Γιασμίνας που περνάει από το Νησί και φεύγει χωρίς να αφήσει ίχνος, μέχρι μία ζωή, όπως στην περίπτωση του Νιαζί Ι Μισρί, που ζει και πεθαίνει στο Νησί, διδάσκοντας, επηρεάζοντας, τιμώμενος και διωκόμενος, μέχρι να έρθει κι η δική του σειρά να ξεχαστεί, για να τον ανασύρει ο συγγραφέας, μετά από δυόμιση αιώνες, και να τον βάλει να χαμογελάσει βλέποντας ότι υπάρχουν ακόμα ορισμένοι αναζητητές της αλήθειας που δεν καταφεύγουν σε μεσάζοντες, αλλά την ψάχνουν βαθιά μέσα τους. 

Αυτό όμως που εγώ προσωπικά βρίσκω ακόμα πιο ενδιαφέρον στην αφήγηση του Μπελίτσου, είναι ότι, στο εν λόγω έργο, το ρόλο του Βροχοποιού δεν τον υποδύονται στην ουσία αυτοί οι χαρακτήρες, αλλά έχει ενσαρκωθεί σε ένα τραγικό γεγονός, την πυρκαγιά στον κινηματογράφο, το οποίο αφαιρώντας τις ζωές των θυμάτων, έρχεται να αλλάξει άρδην τις ζωές των επιζώντων, και να τις κάνει Ζωές Μετά

Κάνω εδώ μια μικρή παρένθεση για να εξετάσω πώς έχει τις τελευταίες δεκαετίες χρησιμοποιηθεί το πρόθεμα μετα- για να περιγράψει τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε όταν μιλάμε για την έννοια που το ακολουθεί (μεταγλώσσα, μετακουλτούρα). Αν λοιπόν αντιστρέφαμε τη σειρά των λέξεων του τίτλου, το βιβλίο του Μπελίτσου θα μπορούσε να τιτλοφορείται Μεταζωές

Η αλήθεια είναι ότι μπήκα στον πειρασμό να του το προτείνω ως εναλλακτική λύση όταν δίσταζε να οριστικοποιήσει το Ζωές Μετά, αλλά δεν το έκανα, κυρίως επειδή αυτό που καθιστά το έργο του Μπελίτσου υβριδικό είναι η ισορροπία που κρατάει ανάμεσα στη φιλοσοφική πραγματεία και την λογοτεχνική αφήγηση. Προκρίνοντας τον τίτλο Μεταζωές, ελλόχευε ο κίνδυνος να βαρύνει λίγο η ζυγαριά προς τη μεριά του πρώτου, κι αυτό επ’ ουδενί δεν θα ωφελούσε το έργο και τους αναγνώστες του, σύγχρονους και μεταγενέστερους. Εδώ ωστόσο το αναφέρω, γιατί μπορεί να μας δώσει ένα ερμηνευτικό κλειδί, τόσο για το συγκεκριμένο έργο, όσο και για το σύνολο του έργου του Μπελίτσου. 

Συγκεκριμένα, οι Ζωές Μετά συνιστούν ένα κείμενο που συνδιαλέγεται με τις ατομικές και τις συλλογικές θεωρήσεις περί βίου, προτείνοντας μία διαρκή αναδιαπραγμάτευση του νοήματος, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, μέσα από τις ουσιαστικές συναντήσεις στις οποίες επιλέγουμε να συμμετάσχουμε κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Εννοώ εδώ πως το έργο του Μπελίτσου, εκτός από τη μεταμορφωτική δύναμη ενός γεγονότος για τις ζωές πολλών ανθρώπων, αφηγείται παράλληλα και μία αφηρημένη ιστορία, εκείνη της συγκρότησης ταυτότητας, πράγματος ρευστού και αενάως μετακινούμενου, που ωστόσο οφείλουμε να παρακολουθούμε και να ελέγχουμε διαρκώς, αν θέλουμε να δρούμε ως συνειδητά υποκείμενα, και μάλιστα ως μέλη μιας πραγματικής ή φαντασιακής κοινότητας.

Εδώ ακριβώς τέμνονται οι θεωρητικοί μου προβληματισμοί των τελευταίων χρόνων με τη σκέψη του Μπελίτσου. Έχοντας πια διδάξει για μία πενταετία τις θεωρητικές έννοιες που κατοχύρωσα στη διάρκεια των ακαδημαϊκών σπουδών μου, διαμορφώνω εδώ και αρκετό καιρό, μία νέα ερευνητική πρόταση, που έχει να κάνει με την αναζήτηση της ευτυχίας στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, μέσα από πρακτικές παραδοσιακά ανατολικές. Και, σε εποχή συναισθηματικής και διανοητικής ξηρασίας, βροχοποιά έργα όπως αυτό του Μπελίτσου, μπορούν έστω και ερήμην τους να δώσουν κατεύθυνση ή να σχηματοποιήσουν ορισμένες ιδέες που, σπερματικά μόνο, υπάρχουν ανέκαθεν βαθιά μέσα μας, αλλά περιμένουν κάτι που θα ενεργοποιήσει τη διαδικασία ανάδυσής τους. Έτσι λοιπόν, οι Ζωές Μετά, μου φώτισαν μία παράμετρο προς εξέταση στο θέμα που αυτόν τον καιρό διαπραγματεύομαι, και που είναι ο ρόλος που διαδραματίζουν οι αισθήσεις μας, όχι μόνο στη γνωριμία μας με τον κόσμο και την επιβίωσή μας μέσα σε αυτόν, αλλά και με τους τρόπους και τα μέσα που επιλέγουμε για να μετακινηθούμε ενώ ταξιδεύουμε προς την ευτυχία. 

Με το προσωπείο των ιδεών του φιλοσόφου, ο συγγραφέας προβαίνει σε μία επανεξέταση της λειτουργίας των αισθήσεων, που, ενδεχομένως, συνιστά και μία κοινωνική κριτική για τις επικρατούσες τάσεις της εποχής μας. 
Αρχικά, καταφέρεται σκληρά εναντίον της αίσθησης που λείπει κι από μένα:

Η όραση, λέει, είναι ο δικτάτορας των αισθήσεων. Η όραση είναι εγωιστική αίσθηση. Σου δημιουργεί σκέψεις αλλά όχι επαφή. Η όραση δημιουργεί ψευδαισθήσεις και προσδοκίες.

Σε μία εποχή όπου τα πάζλ των προσωπικοτήτων μας συντίθενται κατά κύριο λόγο από ένα σύνολο εικόνων που εμείς επιλέγουμε να προβάλλουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, νομίζω αυτή η διατύπωση βρίσκει την καρδιά του στόχου της.
Έπειτα, περνάει σε μία επανεκτίμηση της ακοής, που τη συνδέει ωστόσο άρρηκτα με την πρόθεση:

Η ακοή βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Επαληθεύει ή διαψεύδει τη φαντασίωση. Αρκεί να θέλεις ν’ ακούσεις!

Και τέλος, στην κορυφή της πυραμίδας των αισθήσεων, βάζει την όσφρηση, την πιο ενστικτώδη και την λιγότερο ανεπτυγμένη από όλες τις αισθήσεις στο σύγχρονο κόσμο. Μας θυμίζει πως:

Η όσφρηση ολοκληρώνει τις σχέσεις. Η μυρωδιά δεν πιάνεται. Αιωρείται. Τη νιώθεις αλλά δεν υπάρχει κιόλας. Αυτό είναι που την κάνει γοητευτική. Δεν αποθηκεύεται ούτε αρχειοθετείται. Είναι το λανθάνον τεκμήριο του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ιδιότυπη αυτή η ιδέα περί ολοκλήρωσης μόνο μέσω της όσφρησης. Ωστόσο εξαιρετικά συμβατή με την πίστη ότι η αλήθεια ενυπάρχει ήδη μέσα στον καθένα από μας και το μόνο που χρειάζεται να γίνει προκειμένου να αναδυθεί είναι να έρθουμε σε επαφή με το κατάλληλο ερέθισμα. Το όλον ενυπάρχει στα μέρη του και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να το αναγνωρίσουμε.
Έπειτα, πολύ συνοπτικά, ο συγγραφέας, δια στόματος φιλοσόφου, απενοχοποιεί και εξυψώνει την αφή, σε έναν εικονικό κόσμο:

Το χάδι, στερεώνει τις σχέσεις και τις κρατά σφιχτοδεμένες

και κατακεραυνώνει τη γεύση, σε μια εποχή που η κατανάλωση είναι ο ικανότερος μηχανισμός συντήρησης ενός συστήματος που βασίζεται στην ανισότητα, και, κατά συνέπεια, προωθεί την αδυνατότητα να τείνουμε προς τη συλλογική ευημερία και ευτυχία.

Μόνο μη ξεπέσεις στη γεύση, τα έχασες όλα.

Μοιάζει να μας δίνει εδώ ο συγγραφέας μία τελευταία προειδοποίηση.
Τελικά τι προκρίνει το έργο του Μπελίτσου; Μια φιλοσοφική ενατένιση της ζωής που συμφιλιώνει τον άνθρωπο με τα όρια του, ή μία καλλιτεχνική της προσέγγιση που τον καλεί να τα ξεπεράσει; Με αυτό το ερώτημα ανοιχτό σας καλώ το Σαββατοκύριακο που μας έρχεται, αν μείνετε σπίτι, γιατί έρχονται και καταιγίδες, να δείτε τον Βροχοποιό, ταινία του 1956 με τον Μπαρτ Λάνκαστερ και την Κάθριν Χέιμπορν, και, προπαντός, να διαβάσετε τις Ζωές Μετά, μία ή και περισσότερες φορές στη βεράντα, ή, έστω, με τα παράθυρα ανοιχτά, για να μπορείτε να μυρίσετε και τη βροχή.
 Γιατί…

Η μυρωδιά εμφανίζεται για μια στιγμή και χάνεται. 
Αλλά αυτή τη μοναδική στιγμή μπορεί να αλλάξει την πορεία μιας ζωής, την πορεία μιας σχέσης, τις τύχες του κόσμου.

«Ζωές μετά…» του Θοδωρή Μπελίτσου
Βιβλιοπωλείο Ad Libitum, Nέα Σμύρνη
Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Θ. Μπελίτσος, Χρ. Μυγδάλη, Ειρ. Μαργαρίτη, Π. Δουρέκα
-ο-ο-ο-


ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΜΥΓΔΑΛΗ - ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Χριστιάνα Μυγδάλη είναι φιλόλογος και μεταφράστρια. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει τα βιβλία: «Η τέχνη της ρουτίνας» του Μέισον Κάρι (εκδ. Key Books 2014) και (με τον Βασίλη Ντζούνη) «Η δουλειά του ηθοποιού με τον εαυτό του: Η ενσάρκωση» του Κωνσταντίν Στανισλάβσκι (εκδ. Πλέθρον 2017). Είναι διδάκτωρ Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Έχει διδάξει Νεοελληνική Λογοτεχνία και Πολιτισμό στην Ελλάδα και την Αγγλία και ασχολείται συστηματικά με την πρακτική της θεραπευτικής ανάγνωσης. Διδάσκει μετάφραση και διαπολιτισμό στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.



Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ "Ζωές μετά..."



Αγαπητοί φίλοι
παίρνω το θάρρος να σας προσκαλέσω 
στην παρουσίαση του βιβλίου μου
"Ζωές μετά..."
που θα γίνει την Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017
στο βιβλιοπωλείο Ad Libitum
Νικομηδείας 18 Ν. Σμύρνη, τηλ. 2109338006,
όπως μπορείτε να δείτε στη σχετική πρόσκληση.
Κάποια στοιχεία για το βιβλίο θα βρείτε εδώ
Θοδωρής Μπελίτσος

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Πέταξα πάλι απόψε




Πέταξα πάλι απόψε. Χωρίς να καταλάβω το πώς, ανυψώθηκα στον αιθέρα. Δεν είναι η πρώτη φορά. Πάντα έτσι συμβαίνει, ανεξήγητα. Ασυνείδητα, χωρίς να το επιδιώκω, νιώθω ανάλαφρος, υπερνικάω τη βαρύτητα, απλώνω τα χέρια και υψώνομαι. Εξήγηση δεν βρίσκω. Βοηθάει πάντως εκείνο το παλιό τραγούδι που έλεγε ο Κώστας Χατζής, «όταν κοιτάς από ψηλά».
Είναι η ελπίδα μήπως δω τη γη σαν ζωγραφιά, όπως τη νόμιζα στην παιδική φαντασία;
Ή μήπως η αγωνία να θυμηθώ τις αληθινές διαστάσεις του όμορφου γαλάζο-πράσινου κόσμου που κάποτε χαρίστηκε στη φυλή των προπατόρων μου;
Φυλή εκδικητική και αγνώμων. Τελευταία έχει βαλθεί να ανακαλύψει και άλλους κόσμους. Δεν της αρκεί που κατέστρεψε τον ένα που της δόθηκε.

Πέταξα πάλι απόψε. Ένα τίποτα είδα, έναν κόκκο στην αστρόσκονη του σύμπαντος.

Θ. Μύθος, 4 Σεπτέμβρη 2017. 

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Ένα παγωτό ξυλάκι




Έκλεισε την πόρτα του διαμερίσματος. Μαζί έκλεισε και τ’ αυτιά της, να μην ακούει το σπαραχτικό κλάμα της Φωτεινούλας. Μάταια η γιαγιά της μικρής προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Το κοριτσάκι έκλαιγε με σπασμούς φωνάζοντας τη μαμά του. Μπήκε στο ασανσέρ δακρυσμένη. Οι φωνές της μικρής κορούλας της, μυτερά καρφιά στο στήθος της. Και τι να κάνει; Ήδη είχε καθυστερήσει. Αν έχανε το τραμ, όπως είχαν αραιώσει τα δρομολόγια λόγω καλοκαιριού, δεν θα προλάβαινε να είναι στην ώρα της στο μαγαζί. Εποχιακή ήταν, για τους καλοκαιρινούς μήνες, σε παραλιακό καφέ, από Ιούνιο ως Σεπτέμβριο. Έπειτα από οκτώ μήνες ανεργίας, δεν την έπαιρνε να χάσει τη δουλειά. Έλπιζε μήπως την κρατήσουν και το χειμώνα, έστω για λίγα μεροκάματα το μήνα, τα σαββατοκύριακα και τις γιορτές.
Το μεγάλο της πρόβλημα ήταν η μικρή, δεν είχε πού να την αφήσει. Τον Ιούνιο, όταν έκλεισε το νηπιαγωγείο, είχε βολευτεί με κάτι προγράμματα του Δήμου. Μετά την άφηνε στη μάνα της, άλλοτε πρωί άλλοτε απόγευμα, ανάλογα με τη βάρδια της. Κάθε μέρα το ίδιο σκηνικό. Ξυραφιές τα παράπονά της: «δεν σ’ αγαπάω μανούλα, δεν σ’ αγαπάω». Μαχαιριές οι φωνές και το κλάμα της. Ξεσήκωνε την πολυκατοικία. Την καταλάβαινε, όλη μέρα κλεισμένη στο δυάρι με την γιαγιά, σαν φυλακισμένη ήταν. Μα δεν είχε άλλη επιλογή. Τον άλλον ούτε που τον ένοιαξε. Τον πήρε, του εξήγησε την κατάσταση ήρεμα. Ασυγκίνητος. Στο τέλος δεν άντεξε, του έβαλε τις φωνές.
«Είναι και δικό σου παιδί, ρε γαμώτο»! Ούτε που την άκουσε, πήρε την γκόμενα και φύγανε στα νησιά.
«Τα είχαμε συμφωνήσει», της είπε, «τα καλοκαίρια θα την παίρνεις στο χωριό σου».
«Ναι, αλλά τότε ήταν αλλιώς. Τότε δούλευα στην εταιρία, την έστελνα στο χωριό, πήγαινα κι εγώ στην άδειά μου. Τότε η μάνα μου μπορούσε, τώρα με το ζόρι περπατάει. Δεν μπορώ να τις στείλω στο χωριό μόνες τους», μονολόγησε και γύρισε το βλέμμα της να δει αν την είχαν ακούσει οι λιγοστοί επιβάτες του τραμ.  
«Να τα σκεφτόσουν αυτά πριν μείνεις έγκυος, εγώ δεν ήθελα παιδί, στο είχα πει», της πέταξε το φαρμάκι. Ξαναήρθαν όλα ξανά στο μυαλό της.
«Αιτία διαζυγίου;», την είχε ρωτήσει ο δικηγόρος της, «τι να γράψω;».
«Εγκυμοσύνη», του είπε κι εκείνος έβαλε τα γέλια καθώς την είδε με την κοιλιά φουσκωμένη, ήταν ήδη στον έβδομο. Μετά σοβάρεψε καθώς του πέρασε μια ιδέα.
«Από άλλον;», την ξαναρώτησε διστακτικά.
«Όχι, του άντρα μου είναι αλλά δεν το θέλει, ούτε εμένα θέλει τώρα», απάντησε βουρκωμένη. «Του φόρτωσα ανεπιθύμητες ευθύνες, είπε». Την έπιασε νευρικό γέλιο, τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι και στην κοιλιά της η αγέννητη Φωτεινούλα κλωτσούσε με μανία τον αμνιακό σάκο. Όντως ήταν για γέλια, το πιο γελοίο ζευγάρι του πλανήτη. Ο δικηγόρος σάστισε.
«Θα την απορρίψει», της είπε.
«Μη φοβάσαι, είμαι γερό σκαρί, μου είπε ο γιατρός, δεν κινδυνεύω», νόμιζε πως της μίλησε για το έμβρυο. Ο δικηγόρος ξανάβαλε τα γέλια.
«Ο δικαστής, λέω, θα την απορρίψει την αίτηση διαζυγίου». Ξεκαρδίστηκαν και οι δύο.
«Γράψε δεν τον θέλω, δεν με θέλει, δεν θελόμαστε, γράψε ό,τι θες, τέλος πάντων, αρκεί να βγει το κωλόχαρτο. Πατέρας να σου πετύχει!», είπε δυνατά ενώ το τραμ έστριβε στην παραλιακή. Ένας παππούς που πήγαινε το εγγονάκι του στη θάλασσα, παρεξηγήθηκε.
«Κάνε μας τη χάρη κυρά μου», της πέταξε. Ευτυχώς είχε φτάσει στη στάση της, κατέβηκε κι άρχισε να τρέχει.
Μέχρι να βγει το διαζύγιο, είχε γεννήσει. Δεν ήρθε καν να την δει, ούτε το επώνυμό του ήθελε να δώσει στη μικρή. «Να της δώσεις το δικό σου», της είπε στο τηλέφωνο, «έτσι και αλλιώς χωρίζουμε, σχεδόν εξώγαμο είναι». Στο ληξιαρχείο το έπαιξε προοδευτικός, ότι δήθεν υποχώρησε επειδή η μάνα ήταν μοναχοπαίδι, για να μη χαθεί το επώνυμο. Μη χαθεί το σπάνιο επώνυμο… Δημητροπούλου, ο γελοίος.
Αργότερα άλλαξε γνώμη καθώς κατάλαβε πως είχε νομικές ευθύνες. Υπογράψαμε και ένα χαρτί. Τα σαββατοκύριακα την έπαιρνε, της έκανε όλα τα χατίρια, της αγόραζε παιχνίδια και γλυκά και μετά άντε εγώ να την ξαναφέρω στα ίσια. Άσε που όταν έκλεισε η κωλοεταιρία κι έμεινα άνεργη δεν είχα και φράγκα. Αν δεν υπήρχε η σύνταξη της μάνας μου, θα είχαμε πεινάσει.
Έφτασε στο καφέ, στο τσακ. Το αφεντικό είχε αρχίζει να μουρμουρίζει. Ευτυχώς το μαγαζί ήταν άδειο ακόμα. Έπιασε να ετοιμάζεται, το μυαλό της ξεμπλόκαρε, για πότε πήγε πέντε ούτε που το κατάλαβε. Στην επιστροφή, στο τραμ, ξανά-μανά τα ίδια σκατά στο κεφάλι της. Τα έβαλε με τον εαυτό της καθώς είχε ξεχάσει ένα αυγό-σοκολάτα με παιχνιδάκι που είχε αγοράσει της  μικρής, να την ξεγελάσει, μην αρχίσει πάλι τα παράπονα και την κλάψα. Μπήκε αγχωμένη στο ασανσέρ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, κατέβηκε. Πριν χτυπήσει το κουδούνι, άνοιξε η πόρτα.
«Μανούλα, μανούλα!», η Φωτεινή έτρεξε φωνάζοντας στην αγκαλιά της. Την γέμισε φιλιά. Την πήρε από το χέρι και κατέβηκαν από τις σκάλες. Το στόμα της πήγαινε ροδάνι. Έλεγε, έλεγε, έλεγε, έμαθε όλα τα παιδικά νέα της ημέρας, δηλαδή όλες τις εξελίξεις από τα καρτούν που είχε δει στην τηλεόραση.
«Μανούλα, χτες σου είπα ένα ψέμα», της πέταξε ξαφνικά με απολογητική διάθεση.
«Δεν πειράζει», απάντησε, «αρκεί να μην το ξανακάνεις».
«Είπα κάτι που σε στεναχώρησε», επέμεινε η Φωτεινή, «αλλά δεν ήταν αλήθεια».
«Σου είπα, δεν πειράζει».
«Είπα πως δεν σε αγαπάω αλλά δεν είναι αλήθεια», μουρμούρισε κοιτώντας τα πέδιλά της.
«Και ποια είναι η αλήθεια;», χαμογέλασε δήθεν απορημένη η μάνα.
«Η αλήθεια είναι ότι σε αγαπώ πολύύύ…», φώναξε δυνατά και της αγκάλιασε τα πόδια.
«Αυτό αξίζει ένα παγωτόόό…», φώναξε με τη σειρά της και την πήρε αγκαλιά.
Κάθισαν σε ένα παγκάκι. Σε λίγο δίπλα της ένας μικροσκοπικός κλόουν είχε πασαλείψει μύτη και μάγουλα με σοκολάτα και φράουλα.
«Χωράει η ευτυχία σε ένα παγωτό ξυλάκι;» αναρωτήθηκε κι έβαλε τα γέλια.

Θοδωρής Μπελίτσος
17 Αυγούστου 2017

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Ες αύριον τα σπουδαία!





Βραδιά πρώτη.

Είχε μπει ο Αύγουστος κι ακόμα δεν είχε σχεδιάσει τίποτε. Την Παρασκευή ξεκινούσε η άδειά της αλλά δεν είχε προγραμματίσει κάτι, κάποιο ταξίδι να ξεφύγει από τη μεγαλούπολη. Ούτε για παρέα είχε ψάξει. Έτσι κι αλλιώς συνήθως μόνη της έκανε διακοπές. Διάλεγε ένα νησί στο χάρτη, έκλεινε ένα δωμάτιο και ξεκινούσε. Παρέα πάντα έβρισκε εκεί που πήγαινε. Αφαιρέθηκε για λίγο. Έπιασε τον εαυτό της να αναπολεί παλιότερες καλοκαιρινές γνωριμίες. Έρωτες της μιας νύχτας ή της μιας εβδομάδας. Κάποιοι είχαν συνεχιστεί για λίγο διάστημα στο φέισμπουκ, ώσπου έσβησαν. Ένα λάικ, πού και πού, της θύμιζε ένα αγόρι, μια παραλία, ένα καλοκαίρι. Με τα χρόνια δεν θυμόταν πια ούτε ποιο καλοκαίρι ήταν, ούτε ποια παραλία, καμιά φορά ούτε ποιο αγόρι.
Είχε βραδιάσει. Στο μπαλκόνι κατέβαινε μια δροσερή αύρα από την Πεντέλη και το δέρμα της μπιμπίκιασε. Είχε ανατριχιάσει. Πόσο καιρό, άραγε, είχε να νιώσει την άλλη ανατριχίλα, σκέφτηκε. Εκείνη από το ανδρικό χάδι που γεννούσε τον πόθο. Από το προηγούμενο καλοκαίρι, απάντησε μόνη της. Σηκώθηκε κι έβαλε μια φανέλα με μανίκια για να διώξει την ενοχλητική σκέψη. Το τιραντέ, αραχνοΰφαντο μπλουζάκι που φορούσε, το έριξε στον κάδο με τα άπλυτα. Ήταν σχεδόν γεμάτος. Σκέφτηκε ότι έπρεπε να βάλει πλυντήριο, διότι αν τελικά αποφάσιζε να πάει διακοπές δεν θα είχε ούτε εσώρουχο καθαρό.
Ένα ρολόι από κάποιο καμπαναριό άρχισε να χτύπα. Το κινητό ήταν δίπλα της, στο τραπεζάκι, αλλά προτίμησε να μετρήσει τους χτύπους της καμπάνας. Ένας, δύο, τρεις… έντεκα! Τέτοια ώρα στο νησί, σκέφτηκε, σε οποιοδήποτε νησί, έστηνε καρτέρι ο έρωτας στα μπαράκια. Μουσική, σφηνάκια, ματιές, ένα κέρασμα, λίγες σάχλες -προφάσεις γνωριμίας- καλαμπούρια του ποτού, δήθεν ρομάντζα στο γιαλό. Αγγίγματα δοκιμαστικά, απαλά. Αγγίγματα δυναμικά, με στόχο. Αγγίγματα ερεθιστικά, απελευθερωτικά.
Δεν νύσταζε ακόμα. Άνοιξε την κατάψυξη, πήρε ένα κουτί οικογενειακό παγωτό κι άρχισε να τρώει με το κουτάλι μέσα από το πλαστικό κουβαδάκι.
Ωραίο κουβαδάκι, σκέφτηκε. Μόλις τελειώσει το παγωτό, θα το πάρω να παίζω στην άμμο. Αλλά πού; Ακόμα δεν είχε αποφασίσει το «αν», το «πού» θα ακολουθούσε.
Ξανάβαλε το παγωτό στην κατάψυξη. Αύριο θα έτρωγε το υπόλοιπο και μετά θα αποφάσιζε οριστικά σε ποια παραλία θα πήγαινε να παίξει με το κουβαδάκι, να αναζητήσει την ανατριχίλα του πόθου.
Το σιγούρεψε στο μυαλό της, το έδεσε καλά. Τέρμα η μιζέρια. Αύριο οπωσδήποτε θα αποφάσιζε. Μόλις τελείωνε το παγωτό, θα σκεφτόταν σοβαρά πού θα πήγαινε διακοπές. Η σκέψη αυτή, της έφερε ηρεμία. Μια γαλήνη κάλυψε το μυαλό και το σώμα της.
Ες αύριον τα σπουδαία, ψιθύρισε και ξάπλωσε.
Αποκοιμήθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Βραδιά δεύτερη.

Μετά τη δουλειά έπεσε ξερή για ύπνο. Ξύπνησε πεινασμένη κατά τις εφτάμισι. Ο ήλιος ακόμα χάιδευε τις τέντες στα απέναντι μπαλκόνια. Στο βάθος η Πεντέλη τον περίμενε υπομονετικά να δύσει ώστε να στείλει την δροσερή της αύρα.
Παράγγειλε δυο σουβλάκια κι έναν φρέντο και κάθισε στο μπαλκόνι. Στη γειτονιά υπήρχε μια χαλαρότητα. Το συνεργείο είχε κατεβάσει τα ρολά. Στο φαρμακείο είχε σβήσει ο φωτεινός πράσινος σταυρός και είχαν ανάψει τα φώτα ασφαλείας. Το χαρτοπωλείο είχε κλείσει από μέρες, αφού χωρίς τα σχολεία δεν είχε δουλειά. Στο καφενείο δεν ακουγόταν ούτε ένα τάβλι. Στο προποτζίδικο δυο-τρεις αραχτοί χάζευαν κάποιο αδιάφορο ματς στην τηλεόραση. Θέσεις για παρκάρισμα, όσες ήθελες. Όσοι βρίζονταν το χειμώνα για μια θέση, τώρα βρίζονταν σε κάποια παραλία για μια ξαπλώστρα.
Το μηχανάκι φάνηκε στη γωνία. Χτύπησε το κουδούνι της.
-Η παραγγελία σας.
-Έλα στον δεύτερο.
-Ο κύριος Βαγγέλης από το σουβλατζίδικο σας στέλνει μια κόκα κόλα δώρο, της είπε ο ντιλιβεράς.
-Λάρτζ ο Βαγγέλας, σχολίασε κι ένα αυθόρμητο χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Το πρώτο της χαμόγελο, σκέφτηκε, έπειτα από μέρες.   
-Πότε κλείνετε; τον ρώτησε.
-Την Παρασκευή, της απάντησε. Για δύο εβδομάδες.
Τα τελευταία σουβλάκια, σκέφτηκε καθώς έτρωγε. Από την Παρασκευή ούτε σουβλάκια δεν θα βρίσκω. Έφαγε στα γρήγορα και πήγε στο ψυγείο να πάρει τον φρέντο. Τον είχε βάλει εκεί για να μη ζεσταθεί. Μόλις άνοιξε την πόρτα του ψυγείου, θυμήθηκε το παγωτό. Θυμήθηκε τη χθεσινή της απόφαση.
Πρέπει να αποφασίσω, σκέφτηκε. Απόψε, οπωσδήποτε.
Ήπιε τον καφέ με μικρές-μικρές γουλιές. Δεν είχε όρεξη για παγωτό.
Άσε αποφασίζω αύριο, ξανασκέφτηκε. Να τελειώσω και το παγωτό.
Γδύθηκε κι έπεσε στο κρεβάτι. Έβαλε τα ρούχα στα άπλυτα. Ο κάδος είχε ξεχειλίσει.
Αύριο θα βάλω πλυντήριο, θα φάω το υπόλοιπο παγωτό και θα αποφασίσω, σκέφτηκε με μια σιγουριά που την ξάφνιασε.
Ες αύριον τα σπουδαία!
Αποκοιμήθηκε ήρεμη.

Βραδιά τρίτη.

Σήμερα ο μεσημεριανός ύπνος μετά τη δουλειά ήταν σκέτο μαρτύριο. Ένας τόνος από άπλυτα την είχε σκεπάσει και δεν μπορούσε να ανασάνει. Ο Βαγγέλας έσκαβε μανιασμένα το σωρό των ρούχων. Εκείνη τον κοιτούσε από ψηλά, χωρίς ανάσα. Την βρήκε ξέπνοη και της έδωσε το φιλί της ζωής, μαζί με ένα τελευταίο σουβλάκι και μια κόκα-κόλα δώρο. Κάτι είχε βάλει στο σουβλάκι, γιατί ένιωσε την ξεχασμένη ανατριχίλα κι ένα φούντωμα χαμηλά, στην κοιλιά. Ή μήπως ήταν από το φιλί; Ο Βαγγέλας έγινε έρωτας, έγινε φαλλός τεράστιος, μεγαλύτερος από το κορμί της. Τρόμαξε και ξύπνησε καταϊδρωμένη. Το σεντόνι ήταν υγρό και το εσώρουχό της, επίσης. Μισοκοιμισμένη άνοιξε το συρτάρι και πήρε το τελευταίο καθαρό βρακάκι. Πρέπει να βάλω πλυντήριο σκέφτηκε, την ώρα που βυθιζόταν ξανά στη μεσημεριανή χαύνα.
Βρέθηκε σε μια αμμουδιά, φορούσε το κόκκινο μαγιό που της άρεσε, παρέα με το Βαγγέλα, σε φάση ακατάλληλη δι’ ανηλίκους. Τριγύρω ο κόσμος ασχολιόταν με τα κουβαδάκια του και αδιαφορούσε. Είχε ζέστη πολλή. Έσκαγε. Έτρεξε στην κατάψυξη αλλά το παγωτό είχε λιώσει και σιχαινόταν να το φάει. Το πέταξε μαζί με το κουβαδάκι. Μαζί με αυτό πέταξε και τις ελπίδες της να αποφασίσει σε ποια παραλία θα ερωτευτεί φέτος. Τα χέρια της κολλούσαν. Ο Βαγγέλας την έσπρωξε γελώντας στη θάλασσα να ξεπλυθεί. Το νερό ήταν μπούζι. Ξεπάγιασε και ξύπνησε.
Έτρεμε ολόκληρη. Ο ανεμιστήρας δούλευε στο φουλ και καθώς δεν φορούσε παρά μόνο το σλιπάκι, είχε ξεπαγιάσει. Σηκώθηκε, τον έκλεισε και φόρεσε ένα μπλουζάκι.
Έφτιαξε ένα σάντουιτς και βγήκε στο μπαλκόνι. Άρχισε να ψάχνει στο κινητό. Δεν γούσταρε να πάρει κανέναν. Ο ένας της μύριζε, ο άλλος της βρωμούσε. Ούτε κατάλαβε πότε πέρασε η ώρα.
Ξημέρωνε Πέμπτη.
Έπρεπε να αποφασίσει.
Έπρεπε να αποφασίσει, τώρα!
Έβγαλε από την κατάψυξη το παγωτό και το αποτελείωσε. Είχε πλέον κουβαδάκι. Απόμενε να βρει παραλία.
Ξημερώματα έβαλε πλυντήριο. Το πρώτο δεν έφτασε, έβαλε και δεύτερο. Τώρα είχε και ρούχα καθαρά. Προορισμό δεν είχε.
Ες αύριον...! 
Άλλη μια αναβολή, η τελευταία, υποσχέθηκε στον εαυτό της.
Πήγε στη δουλειά σχεδόν άυπνη. Δεν ήταν η πρώτη φορά.

Βραδιά τελευταία.

Ξύπνησε μετά τις οκτώ. Πεινούσε. Σηκώθηκε, έκανε ένα ντους κι έβαλε το εφαρμοστό θαλασσί μπλουζάκι με τη γυμνή πλάτη και τις κεντητές θηλές μπροστά, που έκρυβαν τις αληθινές που χοροπηδούσαν από μέσα.
Τράβηξε προς το σουβλατζίδικο. Παράγγειλε δύο, χωρίς τζατζίκι.
-Η κόκα-κόλα δώρο, της χαμογέλασε ο Βαγγέλας. Πάντα χαμογελαστός αυτός ο τύπος.
-Αύριο κλείνεις, έμαθα, του πέταξε με πονηρό χαμόγελο. Και πού θα λιάζεσαι, παρακαλώ;
-Στη Χιλιαδού, την ξέρεις; Εγώ και το πέλαγος.
-Με παρέα;
-Παρέα θα βρεθεί. Το θέμα είναι να ξεφύγεις για λίγο από τα καθημερινά.
Έφαγε τα σουβλάκια, ήπιε την κόκα-κόλα.
-Μπορεί να βρεθούμε, του φώναξε φεύγοντας.
-Αμέ, γιατί όχι; Η όμορφη παρέα είναι πάντα ευπρόσδεκτη, κοκκίνισε ο Βαγγέλας και πέταξε δυο πίττες στη σχάρα.
Οι ματιές τους συναντήθηκαν και τα χαμογελαστά πρόσωπα έγιναν δύο.
Καθώς απομακρυνόταν, ένιωσε τη γυμνή της πλάτη να μπιμπικιάζει και τις θηλές του στήθους να σφίγγουν και να πιέζουν το μπλουζάκι.
Η απόφαση είχε παρθεί.
Κοιμήθηκε με την προσμονή της θερινής ανατριχίλας.
Ες αύριον τα σπουδαία!

Θοδωρής Μπελίτσος
Ν. Σμύρνη, 2 Αυγούστου 2017