Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Πάει κι ο Στέφανος…


-Ζωή σε λόγου σας!
Ένας-ένας έπινε τον καφέ, σηκωνόταν, πλησίαζε τη μαυροφορεμένη θεια, της έσφιγγε το χέρι, έλεγε ένα καλό λόγο και έβγαινε από την πόρτα του καφενείου.
-Καλός άνθρωπος. Δουλευτής, τίμιος, μετρημένος.
Πάνω-κάτω τα ίδια λόγια σε όλα τα τραπέζια, από συγγενείς, γείτονες, συναδέλφους, φίλους.
-Κακιά κουβέντα δεν έβγαινε από το στόμα του.
-Οικογενειάρχης!
-Δουλειά, σπίτι. Σπίτι δουλειά!
-Οι καλοί άνθρωποι φεύγουν νέοι.

-ο-ο-ο-

Δεκαεξάρης μπήκε στο φαναρτζίδικο. Με καθαρή ραφ φόρμα και μαλλί τριζάτο από το μπριγιόλ χώθηκε κάτω από ένα Τσινκουετσέντο, να του αλλάξει λάδια.
Εβδομηντάρης βγήκε, χωρίς μαλλί, στο φορείο του ασθενοφόρου. Τον βρήκαν πεσμένο δίπλα σε ένα Ούνο.
Πενήντα πέντε χρόνια και βάλε, μισός αιώνας στη μουτζούρα: τσιμούχες, βαλβολίνες, φίλτρα βενζίνης, μπουζοκαλώδια, ντίζες, υγρά φρένων. Παραγιός από τα δεκάξι ως τα είκοσι ένα, χωρίς ένσημα φυσικά. Δυόμισι χρόνια στο πυροβολικό και ξανά στο συνεργείο, Φραγκούδη και Δεληγιάννη, πίσω από την Πάντειο κάτω από το λόφο Σικελίας. Από παραγιός έγινε βοηθός, έπειτα μάστορας, δεξί χέρι του αφεντικού, γαμπρός του αφεντικού και συνεταίρος, αφού πήρε τη μοναχοκόρη του, μόλις αυτή τέλειωσε το γυμνάσιο. Κολλούσε μερικά ένσημα πού και πού και μετά στο ΤΕΒΕ.
Όλη του τη ζωή στην ίδια γειτονιά, γύρω από το λόφο της Σικελίας. Στην Καλυψούς γεννήθηκε, λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Στο γήπεδο του Έσπερου έσυραν τον πατέρα του τον Αύγουστο του ’44 οι τσολιάδες. Τρελαμένη η μάνα του είχε πάρει τους δρόμους. Στη Δοϊράνης βρήκε τον πατέρα, γερμένο σε ένα δεντράκι, σα να κοιμόταν, και η ζωή της, η ζωή τους, άλλαξε. Η σκάφη στην αυλή τούς έδωσε ψωμί ώσπου να φανεί χνούδι στο μάγουλό του. Εκείνη στην μπουγάδα, εκείνος στα θελήματα. Στον Καλλιθαϊκό έπαιξε μπάλα, από εξωφυλαρούχας έφτασε ως την πρώτη ομάδα, δεξί χαφ. Μέσα από την καρότσα του φορτηγού που νοίκιαζε ο πρόεδρος γνώρισε την υπόλοιπη Αθήνα, όταν παίζανε εκτός έδρας: Νέα Σφαγεία, Ρουφ, Αιγάλεω, Κηπούπολη, Μαγκουφάνα, Χαϊδάρι, Πετρούπολη, μέχρι Νέα Λιόσια είχε φτάσει.
Πιάνανε τα χέρια του, μπήκε παραγιός στο συνεργείο του μάστρο-Φώτη, στη Φραγκούδη. Τον συμπάθησε το αφεντικό, γιατί ήταν σβέλτος, πρόθυμος και ξύπνιος. Μετά το στρατιωτικό τον ξαναπήρε στη δούλεψή του, του έμαθε τα μυστικά και όταν μέστωσε η μοναχοθυγατέρα του, η Σούλα, του την προξένεψε. Ξεκουράστηκε κι η μάνα. Άφησε τη σκάφη και πιάστηκε να φροντίζει τα εγγόνια που της αράδιασε.
Ο μάστρο-Φώτης έγινε γι’ αυτόν ο πατέρας που δεν γνώρισε. Τους πήρε διαμέρισμα στη Λαγουμιτζή, τριάρι στον τρίτο, προικώο. Μα και εκείνος, του στάθηκε σαν πραγματικός γιος. Με το κατσαβίδι έκανε θαύματα. Συνεργείο συνοικιακό παρέλαβε το μαγαζί, αντιπροσωπεία της ΦΙΑΤ το έκανε. Όλα τα μαστοράκια από Πετράλωνα μέχρι Δουργούτι και από τον Ταύρο ως το Κουκάκι, θέλανε να δουλέψουν στο συνεργείο του, στον καλό τον άνθρωπο που δεν κρατούσε τα μυστικά για τον εαυτό του αλλά τα μάθαινε στα μαστόρια του. Σχολή μαθητείας το συνεργείο του. Η ιστορία του αυτοκινήτου είχε περάσει από τα χέρια του: 500αράκια, 124άρια, 127άρια, 128άρια, Μιραφιόρι, Πούντο, Τέμπρα, Πάντα. Όλα τα ημερολόγια της Φίατ από το ’57 ως το ’12, υπήρχαν σε μια αποθήκη πίσω από το γραφειάκι του συνεργείου.
Περηφανευόταν πως η ΦΙΑΤ έστελνε να μάθουν κοντά του, όλους όσους θέλανε να ανοίξουν εξουσιοδοτημένα συνεργεία για τα αυτοκίνητά της. Χάρηκε όταν η εταιρία πήρε το γιο του στο Τορίνο, να τον εκπαιδεύσει στα νέα μοντέλα της, στα νέα συστήματα ελέγχου της μηχανής. Δανείστηκε. Έφτιαξε ένα συνεργείο κουκλί για τον πρωτογιό του. Να ντρέπεσαι να πατήσεις. Ο μάστρο-Φώτης καμάρωνε γαμπρό και εγγονό, ώσπου έκλεισε τα μάτια του ευχαριστημένος. Έφυγε και η μάνα του, κουρασμένη αλλά χαρούμενη, με το χαμόγελο στα χείλια της.
Τη Σούλα την είχε φεγγάρι και πρόσωπο. Το Σαββατόβραδο σε ταβερνούλες στη Χαροκόπου, την Κυριακή στο σινεμά «Καλυψώ», έβλεπαν όλες τις νέες ελληνικές ταινίες. Έκλαψαν με τη Μάρθα Βούρτση, γέλασαν με το Χατζηχρήστο. Υπόδειγμα οικογενειάρχη, είχαν να το λένε. Όταν η θυγατέρα του τέλειωσε τη Χαροκόπειο και διορίστηκε καθηγήτρια οικοκυρικών, ένιωσε ένα πετάρισμα που δεν το είχε ξανανιώσει. Έκλαψε για πρώτη φορά στη ζωή του. Σύντομα έφερε ένα παλληκάρι στο σπίτι, υπάλληλο στο ταχυδρομείο και η ζωή πήρε το δρόμο της. Της αγόρασε ένα μεγάλο τριάρι στην Ηρακλέους και μαζί με τη Σούλα καμάρωναν τα εγγόνια που ήρθαν σύντομα. Ο γιος ετοιμαζόταν κι αυτός να κάνει το μεγάλο βήμα. 
Όλα ήταν όμορφα, όταν μπήκε στο μαγαζί ο κλητήρας σταλμένος από την τράπεζα.
«Λόγω μη εξυπηρετήσεως του δανείου του Στεφάνου Βρασ… του Παρ…, το επί της οδού Φραγκούδη…, Καλλιθέα ενυπόθηκον κατάστημα ιδιοκτησίας του ως άνω, θέλει εκπλειστηριαστεί…».
Βρισκόταν κάτω από ένα Ούνο, να κοιτάξει την εξάτμιση, όταν ο κλητήρας θυροκόλλησε την ειδοποίηση. Εκεί τον βρήκε η συμφόρηση κι έσβησε ο κυρ-Στέφανος, ο καλός ο άνθρωπος, με το φωτοστέφανο που λες...

-ο-ο-ο-

-Καλός άνθρωπος. Δουλευτής, τίμιος, μετρημένος.
-Οικογενειάρχης!
-Δουλειά, σπίτι. Σπίτι δουλειά!
-Πάντρεψε την κόρη, σπούδασε το γιο. Χρεώθηκε...
Ένας-ένας έπινε τον καφέ, σηκωνόταν, πλησίαζε τη μαυροφορεμένη θεια, της έσφιγγε το χέρι, έλεγε ένα καλό λόγο και έβγαινε από την πόρτα του καφενείου.
Συλλυπηθήκαμε. Φύγαμε.
Πίσω μας, πάνω στις μαρμάρινες πλάκες, εκατοντάδες Στέφανοι κοιτούσαν με παγωμένα χαμόγελα.

Θοδωρής Μπελίτσος

28 Φεβρουαρίου 2017

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Άννη: "Η Δροσοστάλακτη"


Μια φορά και έναν καιρό, πριν από πολλά χρόνια, ζούσε πάνω σε ένα βουνό ένα όμορφο παλικάρι. Ζούσε μόνο του, γιατί όλοι είχαν χαθεί. Του άρεσε τα βράδια να βγαίνει και να περπατάει. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ πέρασε στην απέναντι πλευρά του βουνού και βρέθηκε κοντά σε μια λίμνη. Είχε ξαστεριά εκείνο το βράδυ και το ολόγιομο φεγγάρι καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης. Άκουσε κάτι περίεργους θορύβους. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν το παιχνίδισμα του φεγγαριού με το νερό. Πλησιάζοντας, όμως, είδε σκιές ανάμεσα στα δέντρα που ήταν δίπλα στην λίμνη. Τότε τις είδε. Νεαρές νεράιδες, πιασμένες χέρι-χέρι, με ξέμπλεκα μακριά μαλλιά να κάνουν κύκλο χορεύοντας και τραγουδώντας. Τα φορέματά τους ήταν από πέταλα λουλουδιών και έμοιαζαν σαν πολύχρωμα μπουκέτα.
Για αρκετή ώρα τις κοίταζε μαγεμένος από την ομορφιά τους. Σιγά-σιγά και μία-μία έφευγε από τον χορό, έβγαζε το φόρεμά της, έμπαινε στο νερό της λίμνης και χανόταν. Για αρκετή ώρα έμεινε στο ίδιο σημείο να κοιτάζει, μην μπορώντας να καταλάβει αν ήταν αλήθεια ή φαντασία όλο αυτό. Μέσα στην ησυχία της νύχτας, όμως, άκουσε ένα κλάμα. Κοίταξε καλύτερα. Στην άκρη της λίμνης καθόταν μια μικρή νεράιδα και έκλαιγε. Την πλησίασε διστακτικά. Εκείνη όταν αντιλήφτηκε την παρουσία του, γύρισε, τον κοίταξε αλλά συνέχισε να κλαίει. Κάθισε εκεί για αρκετές ώρες. Θα κόντευε ξημέρωμα, όταν την ρώτησε τι συμβαίνει. Εκείνη σηκώθηκε, έβαλε τα πόδια της μέσα στα νερά της λίμνης και άρχισε να του λέει την ιστορία της.
Πριν από πολλά φεγγάρια αγάπησε ένα παλικάρι, το οποίο την ξεγέλασε και φεύγοντας πήρε μαζί του το μαντήλι της. Έτσι, όμως, πήρε την δύναμή της και εκείνη έχασε την ευκαιρία να μένει άφθαρτη. Δηλαδή να μπορεί να ανανεώνεται σε κάθε πανσέληνο. Είχε δύο επιλογές ή να του πάρει την μιλιά ή να τον σκοτώσει. Όμως, πώς να το κάνει, αφού τον αγαπούσε; Έτσι τον άφησε να φύγει. 
Το παλικάρι τής είπε ότι την θαυμάζει για την επιλογή της. Τότε πρόσεξε ότι φορούσε ένα πολύ περίεργο φόρεμα. Την ρώτησε από τι είναι φτιαγμένο και του απάντησε κλαίγοντας:
-Από τσουκνίδες.
Εκείνος της χαμογέλασε.
-Ξημερώνει, πρέπει να φύγω, του είπε. Αν με προλάβει ο ήλιος θα μου κάψει τα φτερά. Έλα αύριο το βράδυ, θα είμαι εδώ, είπε και έφυγε τρέχοντας.
Το παλικάρι τής φώναξε:
-Πώς σε λένε;
Και εκείνη πριν χαθεί του απάντησε:
-Δροσοστάλακτη.
Το παλικάρι γύρισε στο σπίτι του και προσπαθούσε να καταλάβει αν όλα αυτά ήταν αλήθεια. Η επόμενη μέρα δεν περνούσε. Ευχόταν να βραδιάσει όσο πιο γρήγορα γινόταν για να την ξαναδεί. Σκοτείνιασε και ξεκίνησε τρέχοντας για την λίμνη. Την βρήκε εκεί, στο ίδιο σημείο, μόνο που αυτήν την φορά χαμογελούσε. Κάθισε δίπλα της και της είπε:
-Σε ακούω.
-Αν μπορούσα να βγάλω το φόρεμά μου, ίσως να υπήρχε μια λύτρωση για μένα.
-Και γιατί δεν το κάνεις; την ρώτησε.
-Γιατί πονάω, όταν τραβάω της τσουκνίδες και το σώμα μου ματώνει.
-Θα το κάνω εγώ για σένα, της είπε.
-Μα δεν γίνεται.
-Άσε με να προσπαθήσω, της λέει.
Απλώνει τα χέρια του και ξεκινάει. Τραβώντας ένα-ένα φύλλο, έβλεπε τον πόνο στο πρόσωπό της. Εκείνος, όμως, συνέχισε. Και τα δικά του χέρια μάτωναν και πονούσαν. Όμως, συνέχιζε. Αυτό κράτησε ένα μήνα. Την τελευταία ημέρα, όταν τελείωσαν, τον ευχαρίστησε και του ζήτησε μια χάρη.
-Θέλω να ξαναέρθεις αύριο, για να με ακούσεις και μένα να χορεύω και να τραγουδάω.
Εκείνος της το υποσχέθηκε και την άλλη μέρα ξεκίνησε χαρούμενος για να πάει. Εκείνη τον περίμενε. Τον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε. Του είχε κρύψει τόσα πράγματα. Κανείς θνητός δεν ακουμπάει νεράιδες. Αν γίνει αυτό, οι νεράιδες πεθαίνουν. Με ένα χαμόγελο, όμως, ξεκίνησε να χορεύει. Τραγουδούσε τόσο ωραία. Κάποια στιγμή άρχισε να ανασηκώνεται από το έδαφος, ήρθε κοντά του και χόρευε γύρω του. Το φόρεμά της ήταν πανέμορφο. Είχε κόκκινα πέταλα παντού. Άρχισε να το βγάζει. Δίπλα στο παλικάρι σχηματιζόταν ένας σορός από κόκκινα πέταλα. Τότε την άκουσε να του μιλάει.
-Για σένα αγάπη μου που δεν ζήτησες κανένα αντάλλαγμα, για σένα δίνω και την ζωή μου για να ζήσεις.
Τότε κατάλαβε ότι τα πέταλα δίπλα του ήταν ματωμένα. Προσπάθησε να την σταματήσει. Την πήρε αγκαλιά. Εκείνη τον φίλησε στο λαιμό και απλά χάθηκε.
Πέρασαν πολλά χρόνια. Κάποιοι περαστικοί από την λίμνη μιλούσαν για ένα παλικάρι που κάθε πανσέληνο έκλαιγε με ματωμένα χέρια και αναζητούσε την Δροσοστάλακτη.
Είναι άραγε σωστό ή λάθος να ζεις για ένα όνειρο και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει;
Η απάντηση δικιά σας.
Άννη*

*Η Άννη μάς εμπιστεύτηκε το ευαίσθητο παραμύθι της 
και το δημοσιεύουμε με μεγάλη χαρά. 
"The strange quark: Καταφύγιο λόγου"

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Απόλυτο σκοτάδι


Τελευταία δεν τα πήγαινε καλά με το φως. Προτιμούσε τις σκοτεινές ημέρες, τις σκοτεινές ώρες της ημέρας, τις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού. Ξεκίνησε ως παραξενιά, την οποία ούτε ο ίδιος μπορούσε να ερμηνεύσει λογικά. Ή μάλλον μπορούσε να εξηγήσει το πώς ξεκίνησε αυτή η δυσφορία αλλά όχι το πώς εξελίχθηκε σε εμμονή.
Όλα άρχισαν όταν ένας δερματολόγος του είπε πως για τις κοκκινίλες που εμφανίζονται στο δέρμα του φταίει η υπερβολική έκθεση στον ήλιο. Φωτοερυθρίασις μέσης ηλικίας, είπε ο γιατρός. Δεν είναι κολλητικό, του είπε. Απλά, όσο λιγότερο σε βλέπει ο ήλιος τόσο λιγότερες κοκκινίλες θα βγάζεις. Να βάζεις αντηλιακό, του είπε, αλλά στην πορεία αυτό το λησμόνησε. Προτιμούσε να φορά σκούρα γυαλιά, σκούρο καπέλο, μακριά μανίκια. Αλλά οι κοκκινίλες δεν έλεγαν να φύγουν. Το πρωί τα πράγματα ήταν υποφερτά. Μια δυο κοκκινιές εδώ κι εκεί στο μέτωπο και στο λαιμό θα μπορούσες να πεις πως προέρχονταν από το μαξιλάρι. Αλλά το απόγευμα έντρομος αντίκριζε το πρόσωπο του κοκκινισμένο σε όλα τα σημεία: κούτελο, μύτη, μάγουλα, λαιμός, ακόμα και πίσω από τα αυτιά.
Αποφάσισε να μη βγαίνει έξω την ημέρα. Μόλις σουρούπωνε, έκανε μια μικρή βόλτα αλλά στην επιστροφή μια από τα ίδια: πρόσωπο κόκκινο σαν πιπεριά Φλωρίνης. Σιγά-σιγά κλείστηκε στο σπίτι. Δεν άναβε ούτε το φως. Έπειτα άρχισε να αποφεύγει τις φωτεινές συσκευές, με οθόνη: τηλεόραση, υπολογιστή, κινητό τα κατάργησε. Μόνο ένα μικρό φακό άναβε, όταν ήταν απαραίτητο να πάει στην τουαλέτα ή για να βρει κάτι να φάει από το ντουλάπι. Το ραδιόφωνο ήταν η μοναδική του συντροφιά. Οι έξοδοί του από το σπίτι ήταν μαρτυρικές και αγχώδεις. Ψώνιζε μόνο νύχτα, σε διανυκτερεύοντα μαγαζιά, με το χρονόμετρο στο χέρι. Είχε υπολογίσει πως δεν έπρεπε να μένει κάτω από φως παραπάνω από μισή ώρα. Και φυσικά δεν μπορούσε να απαιτήσει από το κατάστημα να σβήσει τα φώτα του. Από το άγχος του να τα προλάβει όλα σε ένα μισάωρο, ίδρωνε υπερβολικά, με αποτέλεσμα το δέρμα του να ζεσταίνεται και να φουντώνει το σύνδρομο της ερυθρίασης. Με τα πολλά προσέλαβε έναν υπάλληλο για τα ψώνια ώστε να γλιτώσει και από αυτή τη μικρή έκθεση στο φως.
Στο σπίτι είχε εγκατασταθεί πλέον μόνιμα στο σκοτεινό υπόγειο που δεν είχε παράθυρα. Είχε μόνο μια συμπαγή πόρτα που οδηγούσε σε μια σκάλα κι από εκεί στο υπόλοιπο σπίτι. Την έβαψε μαύρη, όπως και τους τοίχους και το ταβάνι, για να εξαφανίσει και τις απειροελάχιστες ανταύγειες. Είχε δημιουργήσει ένα πλήρες καταφύγιο, εφοδιασμένο με τα απολύτως απαραίτητα: κρεβάτι, ρουχισμό, τρόφιμα, τουαλέτα, ένα ραδιόφωνο, έναν καθρέφτη και έναν μικρό φακό για ώρα ανάγκης. Άφηνε τα σκουπίδια στη σκάλα, από όπου τα έπαιρνε ο υπάλληλός του κάθε δεύτερη μέρα που ερχόταν με τα ψώνια.
Παρά τις προφυλάξεις, η κατάσταση της ερυθρίασης χειροτέρευε. Μια φορά το εικοσιτετράωρο άνοιγε το φακό και κοιταζόταν στον καθρέφτη. Το πρώτο κοίταγμα ήταν ενθαρρυντικό αλλά μόλις κοιτούσε πιο προσεκτικά διέκρινε κόκκινες στάμπες να εμφανίζονται στα σημεία που φώτιζε με το φακό. Είχε απελπιστεί. Δεν ήξερε τι να κάνει.
Με τον καιρό παρατήρησε πως είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν τα αυτιά του. Άρχισε να ξαπλώνει μόνο ανάσκελα ώστε να μην ακουμπούν τα αυτιά του στο μαξιλάρι, νομίζοντας πως από εκεί προερχόταν η κοκκινίλα, αλλά αυτή αντί να εξασθενεί, ολοένα και φούντωνε. Μια μέρα, τρόπος του λέγειν δηλαδή, διότι ζώντας στο απόλυτο σκοτάδι δεν ήξερε αν ήταν ημέρα ή νύχτα, μια μέρα άκουσε στο ραδιόφωνο έναν γιατρό να αναφέρει ανάμεσα σε άλλες δερματικές παθήσεις, την ηχοερυθρίαση.
Πανικοβλήθηκε. Έκλεισε αμέσως το ραδιόφωνο. Η απόλυτη ησυχία που επικράτησε τον ανακούφισε κάπως αλλά σύντομα διαπίστωσε πως στο υπόγειο έφταναν διάφοροι ήχοι από γειτονικά σπίτια, θόρυβοι από μηχανήματα που δούλευαν, από ανθρώπινα πατήματα στις σκάλες, από ομιλίες. Αραιά και πού έφταναν ήχοι και από το δρόμο, από μαρσαρίσματα αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών. Σκέπασε τα αυτιά του με τα χέρια του αλλά και πάλι κάποιοι ήχοι διαπερνούσαν τους τοίχους. Θυμήθηκε ένα δάσκαλό του στο Δημοτικό που τους έβαζε να ακουμπούν το αυτί τους στο χώμα για να καταλάβουν πως στο έδαφος ο ήχος διαδίδεται πιο γρήγορα από ότι στον αέρα.
Απελπίστηκε. Δεν υπήρχε σωτηρία. Παρήγγειλε ωτοασπίδες, έβαλε μονωτικό υλικό στις χαραμάδες της πόρτας, έντυσε τους τοίχους, το ταβάνι και το δάπεδο με πλάκες από φελλό για ηχομόνωση και η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως.
Μέχρι να τελειώσει αυτές τις εργασίες έγινε κατακόκκινος, αφού αναγκαστικά δούλευε με αναμμένο το φως. Στη συνέχεια εφάρμοσε πρόγραμμα απερυθρίασης, όπως το ονόμασε. Άναβε το φακό μόνο για ένα λεπτό κάθε μέρα. Όμως, η κατάσταση του δέρματός του βελτιώθηκε ελάχιστα.
Απογοητεύτηκε. Άρχισε να παρατείνει το ύπνο όσο περισσότερο μπορούσε. Σκέφτηκε ότι όσο περισσότερο κοιμόταν τόσο λιγότερο ερχόταν σε επαφή με ήχους.
Άρχισε να ονειρεύεται όλο και περισσότερο, τόσο που συχνά δεν ήξερε αν είναι ξύπνιος ή κοιμισμένος. Καθώς δεν έβλεπε και δεν άκουγε, δεν είχε νόημα το αν κοιμόταν ή όχι. Έβλεπε ή σκεφτόταν όνειρα με ηλιόλουστες πεδιάδες, φωτεινές ακρογιαλιές, συναυλίες αγαπημένων μουσικών, κελαδίσματα πουλιών. Αναπλήρωνε τις ελλείψεις του με τη φαντασία του.
Στα όνειρά του γινόταν παντογνώστης, παντοδύναμος και ανίκητος. Ήταν ο απόλυτος άρχων του σύμπαντος. Ενός σύμπαντος στο οποίο επικρατούσε απόλυτη δικαιοσύνη. Δεν υπήρχε φτώχεια, ούτε ασχήμια, ούτε εκμετάλλευση, ούτε πονηριά, ούτε βία. Ως παντοδύναμος τα είχε απαγορεύσει αυτά.
Όσο περισσότερο ονειρευόταν, τόσο περισσότερο του άρεσε το φανταστικό σύμπαν που είχε δημιουργήσει. Έτρωγε βιαστικά το φαΐ που του έφερνε ο υπάλληλός του και έσπευδε να βυθιστεί στη νιρβάνα. Ξεχνιόταν τόσο που δεν άναβε πλέον το φακό να ελέγξει την ερυθρίαση στο δέρμα του.
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλησίαζε στο απόλυτο. Στο φανταστικό του σύμπαν είχε επιτύχει απίθανα κατορθώματα: είχε πάρει το Νόμπελ, είχε αναδειχθεί ολυμπιονίκης, έγινε ο πρώτος άνθρωπος που ταξίδεψε στον Άρη. Ήταν ο πλέον διάσημος άνθρωπος στον πλανήτη. Η ανθρωπότητα τον ευγνωμονούσε. Όλοι κρέμονταν από το στόμα του, όταν μιλούσε. Όταν υπήρχαν διχογνωμίες, περίμεναν με αγωνία τις σοφές αποφάσεις του.
Ένα πρωί ή σούρουπο, δεν ήξερε και δεν τον ένοιαζε τι ώρα ήταν, αποφάσισε πως αυτός θα ήταν ο κόσμος του στο εξής. Δεν τον ενδιέφερε τι υπήρχε έξω από τις ωτοασπίδες του, τι υπήρχε έξω από τους μαύρους τοίχους του υπογείου. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το σύμπαν που είχε δημιουργήσει ο εγκέφαλός του. Όσο το σκεφτόταν, μια γλυκιά ικανοποίηση, μια απέραντη γαλήνη απλωνόταν στην ψυχή του.
Πέρασαν μερικές ημέρες ξεγνοιασιάς. Πράσινα λιβάδια, χαμογελαστά παιδιά, ήρεμες λιμνούλες, παιχνιδιάρικα ζωάκια, απαλές μουσικές, μυρωδάτα άνθη, γέμιζαν το μαύρο, άηχο κουτί που ζούσε. Έτσι να άπλωνε τα χέρια, θα τα άγγιζε. Περπατούσε γαλήνιος ανάμεσά τους κι όποτε ήθελε άλλαζε τοπία, άλλαζε εικόνες, ήχους, μυρωδιές.

-ο-ο-ο-

Δυο διακριτικά χτυπήματα στην πόρτα διέκοψαν το ταξίδι στο τέλειο βασίλειό του. Ήταν ο υπάλληλός του. Πλησίασε στο αυτί του.
-Κύριε Τάκη, δεν θα ξανάρθω, του ψιθύρισε. Τα χρήματα τελείωσαν!

Θοδωρής Μπελίτσος 
Ν. Σμύρνη, 4 Φεβρουαρίου 2017.

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

«ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ...»

Το ιστορικό μυθιστόρημα της Μ. Λαμπαδαρίδου-Πόθου



Ομιλία κατά την παρουσίαση της α΄ έκδοσης του βιβλίου 
σε εκδήλωση του Λυκείου Ελληνίδων Λήμνου 
στο Γυμνάσιο Μύρινας (10 Αυγούστου 1997).

 Κυρίες και Κύριοι
 εκλεκτοί ακροατές της σημερινής εκδήλωσης,

 Είναι γενικά παραδεκτό ότι η πολιορκία και η άλωση της Πόλης από τους Τούρκους την 29η Μαΐου 1453 υπήρξαν γεγονότα συνταρακτικά, τόσο για την Ελληνική όσο και για την παγκόσμια ιστορία. Τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτά και κυρίως η τραγική μορφή του τελευταίου αυτοκράτορα, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, δόνησαν τις ευαίσθητες καρδιές όλων των Ελλήνων, τόσο των απλών ανθρώπων όσο και των λογίων. Οι μεν πρώτοι, δηλαδή ο λαός, ο οποίος υπήρξε και το κυρίως θύμα της άλωσης, εξέφρασαν με δεκάδες παραδόσεις, θρύλους, τραγούδια και μοιρολόγια, τα συναισθήματα της απόγνωσης και της απελπισίας που ένιωσαν για την απώλεια της Πόλης και της Αγιασοφιάς, δηλαδή των δυο συμβόλων της πολιτικής και της θρησκευτικής τους ελευθερίας. Οι δεύτεροι, δηλαδή οι μορφωμένοι, οι πνευματικοί ηγέτες του Ελληνισμού, περιέγραψαν τα γεγονότα σε ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα, μέσω των οποίων διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας η τραγωδία της Κωνσταντινούπολης. Μάλιστα ένας από τους ιστορικούς της αλώσεως, ο Γεώργιος Σφραντζής, είχε σχέσεις με τη Λήμνο, αφού η μητέρα του ήταν από το νησί μας. Αξίζει εδώ να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση για να αναφέρουμε ότι ανάμεσα στα δεκάδες βυζαντινά ονόματα που ακούγονται μέχρι σήμερα στη Λήμνο υπάρχουν και τα βαφτιστικά ονόματα: Σφραντζής και Σφράντζενα, καθώς και το επώνυμο Σφραντζής στον Κοντιά.
 Η Μαρία Λαμπαδαρίδου, ως καταγόμενη από προσφυγική οικογένεια από τα νησιά του Μαρμαρά, υπήρξε από την παιδική της ηλικία, από τα γεννοφάσκια της θα λέγαμε, κοινωνός της πλούσιας λαϊκής παράδοσης γύρω από την πτώση της Πόλης και των θρύλων για την προσδοκώμενη απελευθέρωσή της. Το ίδιο το επώνυμό της, το οποίο παραπέμπει στους λαμπαδάριους αξιωματούχους των βυζαντινών ναών, την οδηγούσε νομοτελειακά θα λέγαμε στις βυζαντινές ρίζες της. Δεν είναι τυχαίο επομένως, που όλα τα μέχρι τώρα ιστορικά της μυθιστορήματα αναφέρονται στο Βυζάντιο. Όμως η συγγραφέας δεν αρκείται στην προφορική παράδοση. Αν και γνωρίζει καλά τους λαϊκούς θρύλους γύρω από το θέμα, δεν επαναπαύεται σ’ αυτούς. Αναζητά την ιστορική αλήθεια στις πηγές. Έχει μελετήσει με προσοχή τους ιστορικούς της εποχής: το Σφραντζή, τον Κριτόβουλο, τον Barbaro, το Δούκα και άλλους. Κι αφού συγκρατήσει την ουσία των έργων τους, μας δίνει με λυρικότητα τη δικιά της ιστορία, το δικό της μύθο.
 Το μυθιστόρημα «ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ...» τοποθετείται χρονικά στις τελευταίες 57 ημέρες πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, αλλά διαστέλλεται κι επεκτείνεται τόσο πριν, όσο και μετά από αυτή τη χρονική περίοδο, μ’ έναν έντεχνο τρόπο που η Μ. Λαμπαδαρίδου χρησιμοποιεί τέλεια. Όμως δεν πρόκειται για ένα χρονικό, για μια στεγνή περιγραφή των ιστορικών γεγονότων. Η συγγραφέας, με τη γνωστή κι από τα πιο παλιά έργα τεχνική της, εντάσσει μέσα στο συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και χώρο τους ήρωές της, ήρωες, που άλλοι απ’ αυτούς είναι πραγματικά ιστορικά πρόσωπα, τα οποία έζησαν τότε κι άλλοι φανταστικά πρόσωπα, δικά της δημιουργήματα, τα οποία όμως κάλλιστα θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει εκείνη την εποχή. Σ’ αυτό το πλαίσιο στήνει την ιστορία της και δημιουργεί ένα σπουδαίο έργο, στο οποίο ο αναγνώστης ζει κυριολεκτικά μαζί με τους ήρωες του μυθιστορήματος τον ύστατο αγώνα των υπερασπιστών της Βασιλεύουσας. Αγωνιά μαζί τους και πονά.
 Ναι! αγωνιά ο αναγνώστης, αν και είναι γνωστό το μοιραίο τέλος, δηλαδή η πτώση της Πόλης, αγωνιά. Γιατί η συγγραφέας δεν αποκαλύπτει τη μοίρα των ηρώων της μέχρι το τέλος. Η Πόλη αλώθηκε. Αυτό ήταν δεδομένο και ως δεδομένο το λαμβάνει και η συγγραφέας. Άλλωστε το έλεγαν οι προφητείες αιώνες πριν: «Κωνσταντίνος ήρξατο και Κωνσταντίνος απολέσει της Ανατολής το βυζαντινόν βασίλειον». Και μάλιστα: «Κωνσταντίνος υιός Ελένης!».
 Όμως οι ήρωες του μυθιστορήματος, που μετά την πτώση άλλοι σώζονται κι άλλοι αγνοούνται, προσπαθούν να ενώσουν το σπασμένο κρίκο, να δέσουν το κομμένο νήμα και να ξανασμίξουν ο ένας με τον άλλον, σε μια προσπάθεια που συμβολίζει τον αγώνα του γονατισμένου τότε Ελληνισμού να διασώσει ότι είναι δυνατόν και ν’ ανασυγκροτηθεί.
 Επίσης πονά ο αναγνώστης. Πονά γιατί γνωρίζει, ότι όπως και να εξελιχθεί ο μύθος στο βιβλίο, η παρακμή του Βυζαντίου είναι δεδομένη και οδηγεί μέρα με τη μέρα, νομοτελειακά θα λέγαμε στην άλωση. Όσο προχωρά η εξιστόρηση κι οι μέρες της πολιορκίας πληθαίνουν τόσο μεγαλώνει η οδύνη του αναγνώστη, που πλέον από παθητικός «θεατής» των γεγονότων, αρχίζει να ξαναθυμάται παλιές ιστορίες από τα σχολικά του βιβλία ή θύμησες της πληγωμένης γενιάς του είκοσι δύο και να «ζει» τα γεγονότα λεπτό προς λεπτό, ελπίζοντας ότι αυτή τη φορά η μοιραία Κερκόπορτα δεν θα ξεχαστεί ανοιχτή. Δεν θέλει ο αναγνώστης να πιστέψει ότι η Πόλη θα πέσει. Όπως εκείνος ο καλόγερος του λαϊκού θρύλου, που όταν του ανάγγειλαν την άλωση απάντησε ατάραχος:
 «Όσο μπορούν να ζωντανέψουν τα ψάρια πούχω στο τηγάνι, τόσο μπορεί να πέσει η Πόλη».
 Μα ω! του θαύματος τα μισοτηγανισμένα ψάρια ζωντάνεψαν και πήδηξαν στη γειτονική λιμνούλα και κολυμπούν από τότε, προσμένοντας να ρθεί πάλι ο καλόγερος να τ’ αποτηγανίσει.
 Αγωνία και οδύνη λοιπόν είναι τα συναισθήματα που κατακλύζουν όποιον διαβάζει το βιβλίο. Ομολογώ ότι πολλές φορές αναγκάστηκα να διακόψω το διάβασμα για να σκουπίσω τα βουρκωμένα μάτια. Ένας παμπάλαιος θρήνος μου ερχόταν συνέχεια στο μυαλό, ένα μοιρολόι που άκουγα μικρός από τη γιαγιά μου στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τη Μάνη, και επιτρέψτε μου να τον μοιραστώ μαζί σας:
 «Θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
 θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
 Εχάσασιν το σπίτιν τους, την πόλην την αγία
 το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχή τους».
 Τα ίδια αισθήματα κατέκλυσαν και τη συγγραφέα όταν δημιουργούσε το μυθιστόρημα. Όπως μας εκμυστηρεύτηκε, ήταν τόσο έντονα μέσα της αυτά τα συναισθήματα, ώστε πολλές φορές διέκοψε τη συγγραφή του, φθάνοντας μάλιστα μέχρι το σημείο ν’ αναρωτηθεί αν θα καταφέρει κάποτε να το τελειώσει. Τελικά άντεξε, αλλά χρειάστηκε τρία χρόνια για να ολοκληρώσει το έργο της. Και ευτυχώς που ήρθε τελικά στο προσκήνιο αυτή η κατάθεση της ψυχής σου, Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου, γιατί μας προσέφερες ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, γεμάτο πάθος, με ήρωες δυνατούς κι ευαίσθητους, αποφασισμένους αλλά και μοιραίους.
 Στις σελίδες του βιβλίου εμπλέκονται με θαυμαστό τρόπο το πραγματικό με το φανταστικό, το γεγονός με το όραμα, η ιστορία με το μύθο. Διαβάζουμε τα λόγια της συγγραφέως:
 «Σεβάστηκα όσο μπόρεσα τα ιστορικά γεγονότα. τα άγγιξα με δέος. Όμως εκείνο που με ενδιέφερε ήταν να βρω αυτό που σχεδόν πάντα μένει έξω από την ιστορία: το πάθος, το θαύμα, τον όρκο της ψυχής, το ρίγος. Και το μεγαλείο εκείνων των τραγικών πολιορκημένων, που η θυσία τους, ο τιμημένος θάνατος που επέλεξαν, έγινε σύμβολο στη συνείδηση του Γένους...
 Άπλωσα το οδυνόμενο αυτό ιστορικό υλικό κάτω από το δικό μου μύθο, που είναι η ανθρώπινη περιπέτεια του ήρωά μου, δεμένη με τη μοίρα της Βασιλεύουσας.
 Μόνον έτσι η ιστορία μπόρεσε να γίνει προσωπική μου αλήθεια και να με πάει βαθιά, ίσαμε τις ρίζες μου και ίσαμε τα σύμβολα που έθρεψαν την ελληνικότητά μου.»
 Αυτά τα αιώνια σύμβολα του Ελληνισμού τ’ αγαπά και τα σέβεται η συγγραφέας, αλλά την πληγώνουν κιόλας. Αυτό φαίνεται από το ξεκίνημα του βιβλίου, από τον τίτλο ακόμα: «ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ...». Δανείζεται τον πρώτο στίχο από το γνωστό λαϊκό μοιρολόι, με το οποίο μεγάλωσαν γενιές και γενιές Ελλήνων, με το οποίο ο λαός μας θρήνησε την Πτώση της Βασιλεύουσας:
 «Πήραν την Πόλη, πήραν την! πήραν τη Σαλονίκη!
πήραν και την Αγια-Σοφιά, το μέγα μοναστήρι»
 Αλλά προσέξτε: η συγγραφέας δεν βάζει στο τέλος του τίτλου θαυμαστικό, όπως θα όφειλε, βάζει τρεις τελείες (αποσιωπητικά). Δεν είναι τυχαίο αυτό. Θέλει να μας θυμίσει ότι το μοιρολόι αυτό ξεκινά με θρήνο, αλλά συνεχίζεται και καταλήγει με την ελπίδα:
«Σώπα, κυρία-Δέσποινα, μην κλαίης, μη δακρύζης.
πάλε με χρόνους με καιρούς, πάλε δικά σου είναι».
 Γνωρίζει η συγγραφέας, ότι τίποτα δεν είναι οριστικό. Ο τιμημένος θάνατος των υπερασπιστών της Βασιλεύουσας θα βρει επαλήθευση και δικαίωση. Θα πιάσει τόπο. Το αίμα τους θα ποτίσει το σπόρο, που κάποτε θα φέρει τη αναγέννηση. Αυτό άλλωστε είναι το μεγαλείο της θυσίας του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Ο Παλαιολόγος δεν διατηρήθηκε στη μνήμη των Ελλήνων για τη χρηστή διοίκησή του ούτε για τις εξαίρετες πράξεις του, δεν είχε το χρόνο άλλωστε για κάτι τέτοιο. Η επιλογή του να μείνει και να αγωνιστεί για την τιμή της Πόλης, έχοντας πλήρη επίγνωση της τραγικής κατάστασης και η ηρωική θυσία του συνέβαλε όσο τίποτε άλλο στην ενίσχυση του φρονήματος των υπόδουλων Ελλήνων και γι’ αυτό τον θυμούνται και τον ηρωοποιούν. Ενώ πριν από την άλωση επικρατούσε ένα κλίμα μοιρολατρίας και απαισιοδοξίας και ο κόσμος βουβός άκουγε τους χρησμούς που προέβλεπαν το αναπόφευκτο της καταστροφής, μετά τον ηρωικό θάνατο των υπερασπιστών της Πόλης γεννιέται πάλι η αισιοδοξία και η ελπίδα του μαρμαρωμένου βασιλιά, που θα επιστρέψει κι αυτή τη φορά θα νικήσει τον εχθρό. Εξ άλλου η θυσία ποτέ δεν πάει χαμένη. Κάθε θάνατος προσδοκά μιαν ανάσταση. Το πιστεύει αυτό η Μαρία Λαμπαδαρίδου. Διακρίνεται σ’ όλα τα έργα της και φυσικά και στο τελευταίο.
 Όπως σε όλα τα «βυζαντινά» μυθιστορήματα της συγγραφέως, έτσι κι εδώ η Λήμνος βρίσκεται στο επίκεντρο του μύθου. Ο κεντρικός ήρωας, που είναι και ο αφηγητής του μυθιστορήματος, ο Πορφύριος Σγουρομάλλης, έχει γεννηθεί στη Λήμνο, στον Άγιο Αλέξανδρο κοντά στο Κοντοπούλι. Οι αναγνώστες της «Δοξανιώς» και του «Νικηφόρου Φωκά» θα θυμούνται, ότι Θεοδόσιος Σγουρομάλλης ονομαζόταν ο κεντρικός ήρωας κι εκείνων των μυθιστορημάτων. Δεν είναι σύμπτωση. Ο Πορφύριος είναι απόγονός του, αλλά είναι ξεχωριστός, αφού είναι ο πρώτος μετά από πέντε αιώνες, που έχει το σημάδι της ώχρας στο μέτωπό του, το ξεχωριστό εκείνο σημάδι, που δείχνει ότι είναι προορισμένος να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ιστορία. Η μοίρα του είναι συνδεδεμένη με τις τύχες του έθνους. Μ’ αυτό το όμορφο εύρημα η Μ. Λαμπαδαρίδου-Πόθου συνδέει το νέο της ιστορικό μυθιστόρημα με τα δυο προηγούμενα, τα οποία αποτελούν πλέον μια τριλογία, στην οποία απεικονίζεται με γλαφυρότητα η πορεία του Ελληνισμού, σε δυο κορυφαίες ιστορικές περιόδους. Οι ένδοξες μέρες της μακεδονικής δυναστείας του Ι΄ και ΙΑ΄ αιώνα από τη μια κι οι οδυνηρές των Παλαιολόγων από την άλλη.
 Η προσωπική ιστορία του Πορφυρίου εξελίσσεται παράλληλα με την ιστορία του Βυζαντίου. Γίνεται στρατιώτης, έμπιστος κι ακόλουθος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Είναι κοντά του ως την τελευταία στιγμή. Σώζεται κι αποσύρεται σ’ ένα μοναστήρι, πάλι στη Λήμνο, όπου καταγράφει σε περγαμηνή την ιστορία της αλώσεως, αλλά και την προσωπική του ιστορία, για να την αφήσει στον αγνοούμενο γιο του. Ο μύθος αυτός θυμίζει λίγο τη ζωή ενός σπουδαίου άνδρα της εποχής εκείνης, του ιστορικού της αλώσεως, Γεωργίου Σφραντζή, ο οποίος όπως είπαμε καταγόταν από τη Λήμνο, υπήρξε έμπιστος του Κων/νου Παλαιολόγου, επέζησε της αλώσεως και τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποσύρθηκε σε μοναστήρι της Κέρκυρας, για να συγγράψει το «Χρονικόν της Αλώσεως».
 Η Λήμνος, στενά συνδεδεμένη εκείνη την περίοδο με τη Βασιλεύουσα, αφού ήταν από τα λίγα νησιά ή εδάφη που κατείχαν οι Βυζαντινοί μέχρι το 1453, αποτελεί την αφετηρία του έργου. «Ες Λήμνον Φιλτάτην» τιτλοφορεί το πρώτο κεφάλαιο η συγγραφέας. Μα και στη Λήμνο, με την οποία είχαν στενούς δεσμούς, επανέρχονται συνέχεια οι ήρωές της. Συχνά στα χείλη τους η συγγραφέας βάζει φράσεις αγάπης ή νοσταλγίας για το νησί. Π.χ. ο Ιουστινιάνης ζητά από τον αυτοκράτορα:
 «Θα μου δώσεις την υψηλή αυθεντία της Λήμνου. Εκεί θα πάω να μείνω μετά τη νίκη μας, στην πατρίδα του Πορφύριου... Για να βγάζει τόσο σπουδαίους ανθρώπους, θα πρέπει να είναι ευλογημένο νησί».
 Γενικά το πατρογονικό νησί διαχέεται και σ’ αυτό το έργο της Μ. Λαμπαδαρίδου-Πόθου. Όμως είναι έντονη και η παρουσία της μικρασιατικής-βυζαντινής καταγωγής της. Θυμάται το «Σπίτι της Μικρασίας» η συγγραφέας και πονά, χωρίς να χάνει την ελπίδα της. Ελπίζει ότι «πάλε με χρόνια με καιρούς...». ελπίζει στο μαρμαρωμένο βασιλιά που θα ξυπνήσει και θα πάρει πάλι το σπαθί του, όταν έρθει η ώρα. ελπίζει ότι θα βγουν αληθινοί οι θρύλοι που έθρεψαν το Γένος για αιώνες.
 Το βιβλίο δεν είναι μια ιστορία των γεγονότων της αλώσεως, αν και θα μπορούσε να διαβαστεί και σαν τέτοια. Περιέχει αυτά τα γεγονότα σ’ ένα κύκλο μαρτυρίου και λύτρωσης, αλήθειας και θρύλου, πραγματικότητας και προφητείας. Σ’ ένα κύκλο θανάτου και γέννησης. Το μήνυμα που μας στέλνει η συγγραφέας είναι ότι η άλωση δεν ήταν το τέλος. Δεν μπορούσε να είναι το τέλος. Ήταν μόνο ένα τμήμα του αιώνιου κύκλου, ο οποίος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, παρά μόνο συνεχείς εναλλαγές χαράς και λύπης. Γράφει χαρακτηριστικά:
 «Αναστρέφω και πάλι τη ροή του χρόνου, προσπαθώντας να σημαδέψω τον κύκλο. Ιστορώ τα γεγονότα από την αρχή, τα ιστορώ και από το τέλος. Όμως δεν υπάρχει αρχή, ούτε τέλος. Είναι ο κύκλος. Αυτός που ακυρώνει το αίμα, ακυρώνει το μαρτυρικό τέλος, γίνεται λευκό περιστέρι της προφητείας. Ο κύκλος ο μυστικός με περιέχει πια. Και βαδίζω στα ίχνη ενός πεπρωμένου, που το έπλασαν τα σύμβολα του γένους μου. Είμαι ο μάρτυρας των ερειπίων».
 Μέσω του Λήμνιου ήρωά της, του Πορφύριου, η συγγραφέας γίνεται πράγματι μάρτυρας των ερειπίων. Γράφει στον επίλογο:
 «Τώρα λέω, μπορεί να μην έγραψα ένα μυθιστόρημα των ιστορικών γεγονότων, αλλά της Μιας Συνείδησης, της μιας μοναχικής κραυγής, αυτής του ήρωά μου του σημαδεμένου, του ευλογημένου, που έζησε μέρα τη μέρα και λεπτό το λεπτό τα οδυνηρά γεγονότα, τα κατέγραψε με το μυαλό και με το σώμα του, έγινε ο μάρτυρας των ερειπίων».
 Όπως είπαμε το βιβλίο αποτελεί το τρίτο μέρος της τριλογίας, που άρχισε με τη Δοξανιώ και συνεχίστηκε με το Νικηφόρο Φωκά και είναι το τελευταίο αυτής της σειράς, αφού όπως δήλωσε η ίδια η συγγραφέας: «Όσα είχα να πω περιέχονται στις σελίδες του». Δηλώνει η συγγραφέας ότι δεν έχει να πει τίποτε άλλο πλέον. Ο βυζαντινός κύκλος έχει κλείσει γι’ αυτήν. Το «Εάλω η Πόλις» που την βασανίζει, και μας βασανίζει όλους πέντε αιώνες τώρα, στέκει εμπόδιο σε κάθε προσπάθειά της. Γράφει:
 «Δεν μπορώ, δεν μπορώ πια να γράψω άλλο για τη μέρα εκείνη του ολέθρου, για τη μέρα του αίματος και της σπαραχτικής κραυγής, δεν μπορώ, όχι».
 Μα κατά βάθος και η ίδια, και όλοι μας, πιστεύει ότι θα ’ρθεί η στιγμή που θα συνεχίσει την ιστορία της. Κάποιος απόγονος του Σγουρομάλλη - πεντακόσια-χίλια χρόνια μετά, ποιός ξέρει; - θα γεννηθεί με το ευλογημένο σημάδι της ώχρας στο πρόσωπο και θα οδηγήσει το ποτάμι της ιστορίας στην παλιά του κοίτη, τη βυζαντινή. Το οραματίζεται αυτό η συγγραφέας, μέσω του ήρωά της, του Πορφύριου, που αποσυρμένος σ’ ένα μοναστήρι της Λήμνου, βιώνει εκείνη την ονειρεμένη μέρα:
 «Ξαφνικά, το χέρι μου τρέμει. Ορθρίζει η μέρα η λουλουδιασμένη, εδώ, στο λόφο μου επάνω. Η μέρα η ευλογημένη. Γλαυκές ανάσες στον ορίζοντα. Και η γη σύγκορμη σκιρτά. Σκιρτούνε και αναρριγούνε τα βουνά και οι λόγκοι, γιατί ένας καβαλάρης έρχεται, ακούω τον καλπασμό του αλόγου του, το χορό των όπλων, κλόου κλοπ, σάμπως να χορεύει απάνω στο κρύσταλλο του σμαραγδένιου όρθρου. Και η καρδιά μου χτυπάει ξετρελαμένη, χτυπάει, θα σπάσει, λέω, θα ξεκολλήσει.».
 Εδώ θα κλείσουμε και μεις τον κύκλο της ομιλίας μας με την ευχή: «Γένοιτο».

Θοδωρής Μπελίτσος


Η ομιλία βασίστηκε στο δημοσιευμένο βιβλιοκριτικό άρθρο του Θ. Μπελίτσου: 
«‘‘Πήραν την Πόλην, πήραν την...’’, το νέο ιστορικό μυθιστόρημα της Μ. Λαμπαδαρίδου-Πόθου», εφ. Λημνιακοί Παλμοί 8 (Δεκέμβριος 1996) και περιοδικό Ελίτροχος 12 (άνοιξη-καλοκαίρι 1997), σσ. 218-222.

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Καλήν ημέραν άρχοντες…


Ήταν ένα περίεργο σούρουπο. Δεκέμβρης. Χαμηλά στον ορίζοντα ένα χρυσοπόρφυρο μήλο έβαφε τα ήρεμα νερά του Μεσσηνιακού. Ο ήλιος που ολημερίς ήταν κρυμμένος πίσω από βαριά σύννεφα, είχε βρει ένα άνοιγμα και καληνύχτιζε τους υπηκόους του. Ήταν η ώρα που μπορούσες να τον αντικρίσεις κατάματα. Να νιώσεις τη δύναμή του, χωρίς να σε τρομάζει η λάμψη του. Να ρουφήξεις τη ζωντάνια και τη θέρμη του, χωρίς να τσουρουφλιστείς. Να μαγευτείς από την ισχύ του. Να νιώσεις αδύναμος και μόνο στη σκέψη πως μπορεί αυτή να είναι η τελευταία φορά που δύει. Στη σκέψη πως αποχωρίζεται για πάντα αυτόν τον πλανήτη που είναι δικό του δημιούργημα, πως αποφάσισε να φτιάξει έναν καινούργιο, απαλλαγμένο από το εγωιστικό ανθρώπινο γονίδιο. 
Ήταν η ώρα που όλα τα ζωντανά πλάσματα σιωπούν και λουφάζουν τρομαγμένα. Συγκεντρώνουν τη σκέψη τους σε μια προσευχή προς το ζωοδότη πατέρα τους να τα σπλαχνιστεί και να επιστρέψει το επόμενο πρωί, λαμπερός και ξεκούραστος, ώστε να συνεχίσουν κι αυτά να υπάρχουν.

Ο Πότης μόλις είχε γυρίσει από το ράβδο. Πήρε τον καφέ του και βγήκε στο μπαλκόνι. Όπως κάθε απόγευμα, κάθισε στην πολυθρόνα του και βάλθηκε να αγναντεύει το βασιλιά του ουρανού που σε λίγο θα έσβηνε πίσω από τα βουναλάκια, στην απέναντι μεριά του κόλπου. Πλησίαζε το χειμωνιάτικο ηλιοστάσιο και ο ήλιος από καιρό είχε πάρει ρότα κατά το νοτιά προς την Κορώνη. Βασίλευε πάνω από τη Λογγά. Μετά τα Χριστούγεννα θα άρχιζε πάλι να ανεβαίνει προς το βοριά, θα έφτανε στο χοντρό βουνό πάνω από το Πεταλίδι, θα το προσπερνούσε και ως τον Ιούνιο θα πλησίαζε τη Βελίκα. Και ξανά-μάνα η ίδια διαδρομή.
Τέτοιες σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του κάθε απόγευμα κι έπαιρνε κουράγιο και δύναμη να συνεχίσει τη μοναχική ζωή του. Με τις σκέψεις αυτές ανανέωνε τις ελπίδες του πως η ανθρώπινη φύση έχει και τις καλές πλευρές της και όχι μόνο τις άσχημες και βρώμικες που είχε γνωρίσει κατά κόρον στα τριάντα χρόνια της αστυνομικής του θητείας. Του έδινε κουράγιο το ηλιοβασίλεμα. Αυτά τα δέκα λεπτά, που ο δημιουργός ήλιος επέτρεπε στους θνητούς κατοίκους του πλανήτη Γη να τον αντικρίσουν κατάματα, ο Πότης στεκόταν σιωπηλός, με σεβασμό και δέος, ευχαριστώντας το παντοδύναμο άστρο που είχε δώσει παράταση ζωής για μια ακόμα ημέρα στον πιο αχάριστο πλανήτη που είχε δημιουργήσει και στο πιο αχάριστο ζώο αυτού του πλανήτη.
Το βουνό άρχισε να μασάει σιγά-σιγά το πορφυρένιο μήλο. Αθόρυβα και σταθερά έκοβε από ένα κομμάτι, ώσπου απέμειναν μόνο κάποιες χρυσές φλούδες να θυμίζουν το σημερινό του πέρασμα. Σύντομα χάθηκαν κι αυτές κι ένα απέραντο μουντό, μολυβί πέπλο ένωσε θάλασσα κι ουρανό. Το διέκοπταν μόνο οι καμινάδες των ελαιοτριβείων του κάμπου. Δούλευαν στο φουλ στέλνοντας στα ουράνια μανιτάρια καπνιάς, ροδοκίτρινες στήλες, σα χριστουγεννιάτικες γιρλάντες, πάνω από τα χωριατόσπιτα που ένα-ένα άναβαν τα φώτα τους, όπως τα λαμπάκια του δέντρου. Ο ράβδος είχε τελειώσει για σήμερα, ίσως και για πολλές ημέρες, αφού μεθαύριο ήταν Χριστούγεννα. Ένα άρωμα κοπανισμένου ελαιόκαρπου πάλευε να εκτοπίσει τη θαλασσινή αρμύρα που αιωρείτο στην υγρή ατμόσφαιρα.
Η βουβή ηρεμία δεν κράτησε για πολύ. Η μπόρα που απειλούσε από το μεσημέρι να διακόψει το λιομάζεμα, ξέσπασε δυνατή και απότομη. Χοντρές σταγόνες άρχισαν να βομβαρδίζουν την ήρεμη θάλασσα, φτιάχνοντας κύκλους που ολοένα απλώνονταν, σκουντούσαν ο ένας τον άλλον, άλλαζαν πορεία, δημιουργούσαν ημικύκλια, τεταρτημόρια, ώσπου έσβηναν. Κάτω από το υπόστεγο της βεράντας απολάμβανε τη βροχή.
«Αύριο δεν έχει ράβδο», σκέφτηκε. «Ούτε μεθαύριο, φυσικά».
Δεν είχε πολλές ελιές, πενήντα δέντρα όλα και όλα. Τις μάζευε με τον παλιό τρόπο. Χωρίς μηχανήματα. Με την τέμπλα και το κατσώνι. Έτσι, σαν μνημόσυνο στον παλιό καιρό. Στη μνήμη των γονιών του. Ένα λαχίδι είχε κρατήσει. Με τα υπόλοιπα είχε προικίσει τις αδερφές του. Υποχρέωση ζωής. Και η χωροφυλακή, υποχρέωση ζωής
Όταν έφυγε ο πατέρας, μόλις είχε τελειώσει το δημοτικό. Με ΑΡΙΣΤΑ ΔΕΚΑ! Ο μοναδικός στην τάξη. Ονειρευόταν να πάει στο Γυμνάσιο. Τέσσερα θηλυκά, μάνα και αδερφές, κρεμάστηκαν επάνω του
Τα όνειρα σκόρπισαν: ελιές, σύκα, αμπέλι και πάλι από την αρχή
Ζωή περιστρεφόμενη για να ξεπληρώνει τα βερεσέδια: στο λάδι, στις τσαπέλες, στον τρύγο και πάλι από την αρχή
Σαν το ηλιοβασίλεμα: Λογγά, Πεταλίδι, Βελίκα και ξανά-μανά
Κύκλος χωρίς τελειωμό.
Στα δεκαοχτώ, το πήρε απόφαση: έφεδρος χωροφύλαξ! Να προικίσει τις αδερφές. Ώσπου να το καταφέρει, η δικιά του σειρά πέρασε. Σάπισε στα βουνολάγκαδα του Μοριά «δια τας ανάγκας της υπηρεσίας»: Λενίδι, Κρέσταινα, Μαζαίικα, Γαργαλιάνοι
Ο μισός μισθός στη μάνα «δια τας ανάγκας της οικογενείας»: Βαγγελιώ, Ρηνούλα, Μαρίτσα.
Τα χωραφάκια προικώα στους γαμπρούς, στην πρωτεύουσαφαναρτζής, περιπτεράς, υδραυλικός
Εκποιήθηκαν «εις αντικατάστασιν προικός»: κεφάλαιον καταστήματος, κεφάλαιον καταστήματος, κεφάλαιον καταστήματος
Τρεις αδερφές, τρεις γαμπροί, τρεις κάρτες της Υπαπαντής, στη γιορτή του:
«Αγαπιμένε μας αδελφέ Παναγιότη. Δια την ονομαστικίν σου εωρτήν Χρόνια πολά. Και του χρόνου δυπλός».
Τρεις χάρτινες αδερφές! Ξεθώριασαν. Έγιναν τρεις φωνές στο τηλέφωνο:
«Χρόνια πολλά, Πότη! Χρόνια πολλά, κουνιαδάκι! Χρόνια πολλά, θείε!»
Κι αυτές αραίωσαν: «Χαθήκαμε!».
Φιλιατρά, Γεράκι, Αρφαρά.
Χωροφύλαξ, υπενωμοτάρχης, ενωμοτάρχης.
Χρωματιστά προσκλητήρια γάμου των ανιψιών του. Δεν τον είχαν ξεχάσει! Ξανά ο μισός μισθός στην υποχρέωση: ηλεκτρικό ψυγείο, φωτιστικά, πλυντήριο πιάτων. Μισός μισθός, μισή ζωή δική του. Η υπόλοιπη δανεική, στη μνήμη του πατέρα.
Η βροχή συνέχιζε δυνατή. Αστραπές χάραζαν φωτεινά μονοπάτια στη σκοτεινιασμένη θάλασσα. Άφησε τις σκέψεις του να βρέχονται στο πλακόστρωτο και μπήκε μέσα. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα. Έβαλε ξύλα στο τζάκι. Αύριο δεν είχε ράβδο, ούτε μεθαύριο. Αν ζούσε η μάνα, τώρα θα έφτιαχνε μελομακάρονα. Αν ζούσε ο πατέρας, θα έψηνε λουκάνικο στη θράκα, μανιάτικο με πορτοκάλι. Έβγαλε το λουκάνικο από το ψυγείο. Σκάλισε τα κάρβουνα. Έβαλε ρετσίνα σε ένα ποτήρι.
Μια ασπρόμαυρη σχολική φωτογραφία στην εταζέρα. Την πήρε στο χέρι του.
«Δημοτικόν ΣχολείονΣχολικόν Έτος…».
Δώδεκα αγόρια, εννιά κορίτσια και μια ηλικιωμένη δασκάλα με μπαστούνι. Καταμεσής ο ίδιος, με ένα ξύλινο καράβι στα χέρια. Το καράβι που είχε φτιάξει στην Έκτη για τα κάλαντα. Τι απόγινε άραγε
Αν πήγαινε σχολείο, τώρα θα φτιάχνανε αστεράκια και αγγελάκια με χρωματιστά χαρτόνια. Θα τυλίγανε καρύδια και κυπαρισσόμηλα με χρυσόχαρτα.
«Σιγά μην υπάρχει, μετά από σαράντα πέντε χρόνια», μουρμούρισε.
Τα χρωματιστά χαρτόνια έγιναν μπλε σκούρα, σχεδόν μαύρα. Τα κυπαρισσόμηλα ξεράθηκαν και μάδησαν.
Στον τοίχο η φωτογραφία του πατέρα. Κάρφωσε ένα κομμάτι λουκάνικο. Ήπιε μια γουλιά κρασί.
«Μισή ζωή έζησε κι αυτός. Την άλλη μισή την κληροδότησε σε μένα», σκέφτηκε.
Ξαναπήρε τη σχολική φωτογραφία στα χέρια του. ΑΡΙΣΤΑ ΔΕΚΑ! Με τι στόμφο το είχε πει η γριά-δασκάλα, όταν τους μοίρασε τα απολυτήρια! Καμάρωνε, έκανε όνειρα. Θα γινόταν δάσκαλος και θα ξαναγύριζε στο χωριό του.
Ξαναγύρισε. Ανθυπασπιστής Χωροφυλακής ε.α. με γκρίζους κροτάφους. Η μισή ζωή «δια τας ανάγκας της υπηρεσίας». Η άλλη μισή «δια τας ανάγκας της οικογενείας».
Ποιας οικογενείας; Γαμώτο. Τρία τηλεφωνήματα τα Χριστούγεννα, μεθαύριο:
«Καλά Χριστούγεννα, Πότη. Καλά Χριστούγεννα, θείε. Καλά Χριστούγεννα, αδερφούλη».
Τρία τηλεφωνήματα. Αυτή ήταν η οικογένειά του. Αν έκοβε το τηλέφωνο, θα έπαυε να υπάρχει και η οικογένεια.
Ξαναπήρε τη σχολική φωτογραφία στα χέρια του. Δώδεκα αγόρια, εννιά κορίτσια, ένα χαμόγελο πίσω από ένα ξύλινο καράβι και μια δασκάλα. Ένα μόνο Άριστα ΔΕΚΑ, το δικό του. Και λοιπόν;
Η βροχή είχε κοπάσει. Συνέχισε να πίνει. Με ρέγουλο. Ποτέ δεν ήταν του ποτού.
«Είμαι Πότης αλλά όχι πότης», αχνογέλασε με το αστείο λογοπαίγνιο που συνήθιζε να λέει, όταν τον πιέζανε να πιεί.
Το βλέμμα του κοίταξε έξω από το παράθυρο, στον ορίζοντα, ψάχνοντας για συννεφάκια πάνω από τα φώτα της Καλαμάτας που λαμπύριζαν στο βάθος. Ο ουρανός είχε αρχίσει να καθαρίζει. Να η Κέρκυρα, πιο κει η Κρήτη. Ένα χαμόγελο έσκασε αυθόρμητα στα χείλη του. Το μυαλό του γύρισε στα σχολικά χρόνια, όταν η γριά-δασκάλα τούς έβαζε να ψάχνουν στον ουρανό τα σύννεφα και να της λένε με ποιο νησί ή με ποιο νομό μοιάζει το σχήμα τους. Κοιτούσαν τον ουρανό κι έψαχναν στο μεγάλο χάρτη που ήταν κρεμασμένος στον τοίχο.
«Κυρία, κυρία, να η Ρόδος
«Κυρία, κυρία, να η Μεσσηνία
«Κυρία, κυρία, να η Λήμνος
Ξανακοίταξε το μισοσκότεινο ουρανό. Να τα Κρέσταινα! Να οι Γαργαλιάνοι! Να τα Αρφαρά! Η προσωπική του γεωγραφία. Θυμήθηκε τη γριά-δασκάλα. Τέτοιες μέρες στολίζανε το σχολειό, φτιάχνανε ζωγραφιές, χρωματιστά αστέρια, τυλίγανε κουκουνάρια με χρυσόχαρτα, ψέλνανε χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Την παραμονή βγαίνανε στο χωριό να πούνε τα κάλαντα. Και κείνος μπροστά-μπροστά με το ξύλινο καράβι.
Άνοιξε ένα συρτάρι. Βρήκε κάτι παλιά μπλοκ ιχνογραφίας. Τα ξεφύλλισε: χάρτες, ζωγραφιές, αγγελάκια, αστεράκια. Και ένα μεγάλο χρυσόχαρτο, απομεινάρι αλλοτινού καιρού. Άρχισε να κόβει αστεράκια και να τα στολίζει στα ράφια, ώσπου κουράστηκε και τον πήρε ο ύπνος στη βαθιά πολυθρόνα, απέναντι από το τζάκι.
Ήταν ξανά παιδί, στο σχολειό. Είχε φτιάξει ένα καράβι μεγαλύτερο από το μπόι του, πολύχρωμο, θαλασσί, με κεραμιδί καρίνα και κιτρινοπράσινα ξάρτια. Δώδεκα αγόρια και εννιά κορίτσια βγήκαν να πουν τα κάλαντα. Εκείνος μπροστά-μπροστά με το καράβι. Πίσω τους η γριά-δασκάλα, σαν την κλώσα καθοδηγούσε τα πουλιά της.
«Καλήν εσπέραν άρχοντες, κι αν είν’, κι αν είναι ορισμός σας…»
Το ξημέρωμα τον βρήκε στην πολυθρόνα σκεπασμένο με μια κουβέρτα. Σηκώθηκε, έβαλε κι άλλα ξύλα στη θράκα, έφτιαξε ένα τσάι και χουζούρεψε ξανά. Ο ουρανός είχε καθαρίσει αλλά σιγά που θα πήγαινε στις ελιές. Άρχισε να μουρμουρίζει τα κάλαντα μισοκοιμισμένος. Προσπαθούσε να ξαναδεί το ίδιο όνειρο, όταν ένα κουδούνισμα και παιδικές φωνούλες τον ξεσήκωσαν:
«Θείο, να τα πούμε
Έτρεξε στην πόρτα.
«Να τα πείτε
Το καράβι του! Πέντε χαμόγελα με τρίγωνα στα χέρια και ένα δροσερό κορίτσι, η δασκάλα τους, με το δικό του γέρικο καράβι άρχισαν δυνατά:
«Καλήν ημέραν άρχοντες. Κι αν είν, κι αν είναι ορισμός σας…».
Σαράντα πέντε χρόνια μετά, το καράβι των σχολικών του χρόνων υπήρχε ακόμα και σκόρπιζε εορταστικά χαμόγελα και ελπίδα.

Ένας λαμπρός, χειμωνιάτικος ήλιος ξεπρόβαλε χαμογελαστός πάνω από τον Ταΰγετο.
Το πιο αχάριστο ον αυτού του πλανήτη πήρε μια ακόμα ευκαιρία.

Θοδωρής Μπελίτσος
Νέα Σμύρνη, Δεκέμβριος 2016