Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Η «ΛΗΜΝΟΣ» ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΚΟΤΣΑΛΗ

Το πρώτο φύλλο [Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 1997].
Δίπλα στον τίτλο η επισήμανση "Το ΡΑΔΙΟ ΑΛΦΑ και γραπτά, γιατί μένουν",
ώστε να συνδεθεί η νέα εφημερίδα με τον επιτυχημένο ραδιοσταθμό.
Από κάτω οι "προγραμματικές δηλώσεις" του Ηλία Κότσαλη,
στις οποίες υπήρξε απόλυτα συνεπής και δύο φλέγοντα θέματα:
Το Μουσείο για τα απολιθώματα [που δεν έγινε ποτέ]
Η Σχολή Τουριστικών Επαγγελμάτων [που επίσης δεν ιδρύθηκε]
Τον Φεβρουάριο που μας πέρασε συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από το 1997 που κυκλοφόρησε η βδομαδιάτικη «Λήμνος» του Ηλία Κότσαλη. Μια επέτειος σημαντική για επαρχιακή εφημερίδα, και μάλιστα για ένα μικρό σε πληθυσμό νησί, διότι στην ιστορία του τύπου λίγες είναι οι εφημερίδες που καταφέρνουν να κλείσουν εικοσαετία. Στην δε ιστορία του λημνιακού τύπου, σύμφωνα με μια καταγραφή που είχα κάνει προ ετών [βλ. ΛΗΜΝΙΑΚΑ 2012, σελ. 161-171] από τις 40-45 περίπου εφημερίδες-περιοδικά που εκδόθηκαν κατά καιρούς είτε στο νησί είτε από συλλόγους Λημνίων της διασποράς, μόλις τρεις ξεπέρασαν τα 20 χρόνια ζωής: η «Λήμνος» του Μανώλη Κωνσταντινίδη (1915-1964), το «Λημνιακό Βήμα» του Γιώργου Χατζηχαραλάμπους (1975-2011) και η «Φωνή του Μούδρου/των Μουδρινών» (1983-2013) του Συλλόγου Μουδρινών της Αθήνας. Η «Λημνιακή Φωνή» του Σταματέρη, που εκδόθηκε επίσης το Φεβρουάριο του 1997, πλησίασε αλλά δεν έφτασε την εικοσαετία.
Ο Ηλίας Κότσαλης επί το έργον 
[φωτ. Παντελής Πραβλής]

Από μόνο του, λοιπόν, το γεγονός της εικοσαετούς κυκλοφορίας, κάθε εβδομάδα, χωρίς διακοπή -980 φύλλων περίπου- είναι αξιομνημόνευτο. Αποτελεί ένα εκδοτικό θαύμα. Αλλά δεν θα σταθώ σε αυτό. Δεν γνωρίζω αν ο Ηλίας το έχει συνειδητοποιήσει -συνήθως όσοι γράφουν, ή γενικότερα δημιουργούν, δεν αντιλαμβάνονται την ιστορικότητα του έργου τους κατά τη στιγμή της δημιουργίας- αλλά η «Λήμνος» του Κότσαλη στέκεται επάξια δίπλα στη «Λήμνο» του Κωνσταντινίδη. Αποτελεί πλέον ένα εξέχον κομμάτι της νεότερης εκδοτικής ιστορίας του νησιού.


Αμερική...
...Αυστραλία...
...Αφρική. Όπου υπάρχουν Λημνιοί, φτάνει και η "ΛΗΜΝΟΣ".

Η «Λήμνος» του Κότσαλη, που κάποια στιγμή ξεπέρασε τους 2.000 συνδρομητές, φτάνει σε όλο τον πλανήτη, όπου υπάρχουν Λήμνιοι πρώτης, δεύτερης, ακόμα και τρίτης γενιάς. Αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τη «φαντασιακή πατρίδα» χιλιάδων ανθρώπων που κουβαλούν τη Λήμνο μέσα τους, αν και κάποιοι από αυτούς δεν την έχουν καν επισκεφτεί ή λείπουν πολλές δεκαετίες. Η εφημερίδα ζωντανεύει γι’ αυτούς το μακρινό, αγαπημένο νησί στη Μελβούρνη, στο Μόντρεαλ, στη Νέα Υόρκη, στη Νότια Αφρική, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στο Μόναχο, σε δεκάδες πόλεις  της Ελλάδας, όπου ζουν.


Ανταπόκριση από τη Νέα Υόρκη
  
Η «Λήμνος» εκδόθηκε σε μια εποχή που ακόμα δεν είχαν διαδοθεί τα ηλεκτρονικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι μέσω της εφημερίδας οι μεν εντόπιοι ενημερώνονταν για τα τρέχοντα στο νησί, οι δε ομογενείς γίνονταν κοινωνοί της λημνιακής καθημερινότητας. Και οι μεν και οι δε, ως φορείς της κοινής παράδοσης, καθώς είχαν όμοια έθιμα, συνήθειες, συμπεριφορές, μέσω της εφημερίδας παρέμειναν συνδεδεμένοι με την λημνιακή τοπικότητα, ανεξάρτητα με το αν κατοικούσαν ή όχι στη Λήμνο. Η αλληλοενημέρωση και ο αλληλοεπηρεασμός μέσω των αναγνωσμάτων της εφημερίδας ενίσχυσε στους Λημνίους την αίσθηση της αδελφότητας, της συντροφικότητας και της ομοπατρίας. Ανύψωσε σε ιδανικό το όμαιμον για ανθρώπους, οι οποίοι ουδέποτε έχουν συναντηθεί και ενδεχομένως ούτε πρόκειται να συναντηθούν. Δηλαδή, εκτός των άλλων, η εφημερίδα δημιούργησε μια φαντασιακή κοινότητα εθνοτοπικού χαρακτήρα από άτομα που δεν ζουν πλέον στο νησί, ίσως δεν έχουν πάει ποτέ σε αυτό αλλά τους συνδέει η ανάγκη να ενημερώνονται για τα χωριά, για τους κατοίκους του, για τα γεγονότα που συμβαίνουν εκεί κλπ.


Το πολιτιστικό ένθετο "ΠΟΛΙΟΧΝΗ"
φιλοξένησε σημαντικές μελέτες.


Στο πρώτο φύλλο, την Τετάρτη 12 Φλεβάρη του μακρινού 1997, το editorial, όπως αποκαλούν οι εφημεριδάνθρωποι το εισαγωγικό κείμενο κάθε νέου εντύπου, έγραφε:

«Θα μιλήσουμε ανοιχτά! Ό,τι υπάρχει μέχρι σήμερα στον τοπικό τύπο δεν το θεωρούμε ικανοποιητικό. Η ενημέρωση είναι ελλιπής, αργοπορημένη και το χειρότερο μεροληπτική. Υπάρχουν ευτυχώς οι εφημερίδες Συλλόγων που βγαίνουν στην Αθήνα που είναι γεμάτες νοσταλγία και ζεστασιά! Οι βασικές εφημερίδες όμως της Λήμνου εξυπηρετούν εξόφθαλμα προσωπικές επιδιώξεις και τίποτα δεν είναι χειρότερο για μια εφημερίδα. Με αυτές τις διαπιστώσεις ξεκινάμε μια προσπάθεια για να αλλάξουμε το τοπίο.
-Η ταχύτερη, πληρέστερη και αμερόληπτη ενημέρωση είναι ο στόχος μας.
-Οι δημοκρατικές αρχές, η ανάσα μας.
-Τα κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη, το μέλημά μας!
-Η αγωνιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων της Λήμνου και των κατοίκων της, η τακτική μας.
-Το περιβάλλον και η ιστορία του νησιού μας, το πάθος μας.
Δεν είναι μεγάλα λόγια και δύσκολα όλα αυτά. Ίσως φαίνονται τέτοια σε κάποιους που δεν έχουν μάθει να ζούνε με αυτά. Δυσκολίες θα υπάρξουν στην ‘ταχύτερη και πληρέστερη ενημέρωση’ κι εκεί θα δώσουμε τη μάχη, τα υπόλοιπα τα θεωρούμε δεδομένα».

Ποτέ δεν υπήρξε "πράσινος" ο Ηλίας, ούτε πολιτικά ούτε καν ποδοσφαιρικά.
Όμως η δημοσιογραφική συνέπεια του επέβαλε να βγει με αυτό το πρωτοσέλιδο
χωρίς "ναι μεν, αλλά". Δείγμα του δημοσιογραφικού ήθους του ανδρός.

Φυσικά η «μάχη» για ταχύτερη ενημέρωση ήταν χαμένη από χέρι, λόγω της ραγδαίας εξέλιξης της τεχνολογίας, όχι μόνο για μια απόμακρη, βδομαδιάτικη, επαρχιακή εφημερίδα, αλλά ακόμα και για μεγάλα αθηναϊκά συγκροτήματα. Άλλα στις υπόλοιπες «προγραμματικές» δηλώσεις του ο Ηλίας Κότσαλης υπήρξε συνεπέστατος.


Το διαχρονικό πρόβλημα της ανεπαρκούς ακτοπλοϊκής συγκοινωνίας
του νησιού κυριαρχεί σε πολλά πρωτοσέλιδα της εφημερίδας.

Πού άραγε οφείλεται η επιτυχία της εφημερίδας; Όποιος έχει γνωρίσει τον Ηλία Κότσαλη ξέρει την απάντηση. Το ήθος του ανδρός και κυρίως το δημοσιογραφικό ήθος που επέδειξε και επιδεικνύει μέσα από το έντυπό του και το ραδιοσταθμό του, αποτελούσε και αποτελεί τη βάση για την αποδοχή της «Λήμνου» ως κοινού τόπου για τους Λημνιούς, ανεξαρτήτως χωριού καταγωγής, πολιτικών αντιλήψεων και οικονομικού στάτους. Ο Ηλίας Κότσαλης λειτούργησε πάντοτε δημοσιογραφικά και ποτέ μεροληπτικά υπέρ ενός ή άλλου πολιτικού φορέα ή παράγοντα. Ακόμα και όταν πολιτεύτηκε ο αδερφός του, ο γιατρός Γιώργος Κότσαλης, ο Ηλίας δεν έγινε μονόπλευρος, όπως θα είχε κάθε δικαίωμα. Πρόβαλε την υποψηφιότητα του Γιώργου ισομερώς με των υπολοίπων. Αυτός είναι ο Ηλίας Κότσαλης! ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ με κεφαλαία. Γι’ αυτό η εφημερίδα και ο σταθμός του εκτιμήθηκαν από αναγνωστικό κοινό και ακροατές, χωρίς απαραίτητα να συμφωνούν όλοι με τις πολιτικές του απόψεις, τις οποίες όλοι γνωρίζουν, καθότι μικρός ο τόπος και όλα είναι φανερά.


Τα προβλήματα πάντα στο πρωτοσέλιδο.
Οι εκδηλώσεις της Πανεπιστημιακής Σχολής...
...το Συνέδριο Αποδήμων...
...η ANZAC DAY

Τον Ηλία γνώρισα το χειμώνα του 1985-86, όταν υπηρετούσα στο Γυμνάσιο Μούδρου και δεν ήμουν ακόμα «Λημνιός». Είχε έρθει να κάνει ρεπορτάζ στο Μούδρο, για λογαριασμό της μηνιάτικης εφημερίδας «Λήμνος» που έβγαζε τότε ένας άτυπος Σύλλογος Νέων Λήμνου, φιλικά προσκείμενος στην ΚΝΕ αν δεν απατώμαι. Εγώ κατοικούσα στο Μούδρο και ήμουν πρόεδρος της ΕΛΜΕ -θήτευσα και σε αυτό το πόστο για ένα δεκάμηνο- και με αναζήτησε. Πήγαμε στο σπίτι του αείμνηστου Βύρωνα Δαρδαγάνη, τότε προέδρου της κοινότητας Μούδρου, ο οποίος του μίλησε για τα προβλήματα του χωριού. Επικρατούσε μια φοβερή φουρτούνα, ένας νοτιάς που απειλούσε να βυθίσει τις ψαροβάρκες ακόμα και μέσα στο λιμάνι. Ένα από τα αιτήματα τότε ήταν να φτιαχτεί στο Μούδρο ένας βραχίονας για την προστασία των ψαράδικων καϊκιών που άραζαν στο λιμανάκι.


Ο Ηλίας Κότσαλης, στο κυνήγι του ρεπορτάζ..
[φωτ. Δημήτρης Μπουλώτης]

«Μια φωτογραφική μηχανή!», μου φώναξε. «Βρες μια μηχανή, να αποδείξουμε ότι οι ψαράδες έχουν δίκιο!».
Η φωτογραφία εκείνη, με μια βάρκα να βουλιάζει μέσα στο λιμάνι(!) του Μούδρου λόγω του νοτιά, ήταν η πρώτη μου συνεργασία με τον Ηλία Κότσαλη. Μετά χαθήκαμε. Τον ξανασυνάντησα το καλοκαίρι του 1994 στο Ράδιο ΑΛΦΑ. Είχε εγκαταλείψει τα βαπόρια και τους κυματισμούς των ωκεανών και είχε αρχίσει να παλεύει με τα ραδιοκύματα των ερτζιανών. Ήμουν «Λημνιός» πλέον, με παπά και με κουμπάρο, και είχα βγάλει το πρώτο μου βιβλίο «Η Λήμνος και τα χωριά της». Ανανεώσαμε την παλιά γνωριμία και κάθε καλοκαίρι τα λέγαμε στο σταθμό. Πάντα είχε να κάνει καίριες ερωτήσεις και ποτέ δεν με απέτρεψε από το να πω κάτι.


Στο πολιτιστικό ένθετο "ΠΟΛΙΟΧΝΗ": 
Ένα βιβλίο για τον Άη Στράτη και τα 
"Κασπακνά παραμύθια" του Χρ. Κολλερού... 
Από το Καρπάσι στην Αυστραλία
Ο "Βρετανικός" στη Λήμνο το 1915-1916


Κάποια στιγμή αποφάσισε να βγάλει την εφημερίδα. Δεν ήταν απλό πράγμα καθώς είχε να αντιμετωπίσει το καθιερωμένο «Λημνιακό Βήμα», τα «Λημνιακά Νέα» του Κώστα Κωνστάντιου, τους «Λημνιακούς Παλμούς» που είχε μόλις ξεκινήσει η ΟΛΣΥ, χώρια τα τοπικά φύλλα «Φωνή του Μούδρου» και «Καλλιοπίτικα». Επίσης, σχεδόν ταυτόχρονα γεννήθηκε η «Λημνιακή Φωνή», με την οποία συνοδοιπόρησαν σχεδόν για δυο δεκαετίες, μέχρι που η «Φωνή» σίγησε εκδοτικά και παρέμεινε μόνο ηλεκτρονική. Όμως, ενώ η μία μετά την άλλη οι υπόλοιπες εφημερίδες διέκοψαν την έκδοση, η «Λήμνος» του Κότσαλη αποδείχτηκε σκληρό καρύδι.
Άντεξε, ακόμα κι όταν εμφανίστηκαν τα πολύχρωμα και καλοτυπωμένα σε πολυτελές χαρτί αλλά βραχύβια, όπως αποδείχτηκε, έντυπα: «Αίολος», «Λημνία Γη», «Τα Λήμνια» κ.ά.


Οι ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΔΡΟΜΕΣ της Χαρ. Ζαμπετάκη-Πλιάτσκα
από παλιές εφημερίδες

Άντεξε, και όταν στα δύσκολα μνημονιακά χρόνια καταργήθηκε η ταχυδρομική ατέλεια των περιοδικών εντύπων, οπότε για να αντιμετωπίσει το επιπλέον έξοδο, έγινε και διανομέας της εφημερίδας εντός του νησιού.  
Άντεξε, παρά το ό,τι διατήρησε την κλασική, ασπρόμαυρη εκτύπωση σε δημοσιογραφικό χαρτί, που μουτζουρώνει τα δάχτυλα και δεν εντυπωσιάζει.
Άντεξε, διότι ο κόσμος ξέρει να ξεχωρίζει την ουσία από τη φαμφάρα, παρά τον καταιγισμό που δέχεται καθημερινά από παντού.


Μαρία Λαμπαδαρίδου...
...Χρήστος Μπουλώτης...
...Ρούλα Σαμαϊλίδου, Αλέξ. Νικολάκαρος.
Όλο το πνευματικό δυναμικό του νησιού υπάρχει στη "ΛΗΜΝΟ"

Σήμα κατατεθέν της εφημερίδας το πρωτότυπο και έξυπνο εύρημα στον σχεδιασμό του τίτλου, καθώς στη θέση του ‘Μ’ στο όνομα ‘ΛΗΜΝΟΣ’, υπάρχει ο χάρτης του νησιού. Ένας συμβολισμός, με τον οποίο η εφημερίδα δήλωνε πως δεν ταυτιζόταν με ό,τι έντυπο είχε προϋπάρξει με τον ίδιο τίτλο, χωρίς απαραίτητα να το απορρίπτει. Προδιέθετε για κάτι διαφορετικό. Πως θα ήταν η «Λήμνος» του Κότσαλη και όχι η συνέχεια κάποιας άλλης. Η καινοτομία δεν έμεινε μόνο στο σχεδιασμό του τίτλου, διότι τότε θα ήταν απλά μια καρικατούρα. Η διαφορετικότητα αποδείχτηκε στο περιεχόμενο.


Αφιέρωμα στα 60 χρόνια από τη μεγάλη τραγωδία του 1939
με ανατύπωση της τότε εφημερίδας ΛΗΜΝΟΣ

Φυσικά, καλύπτει την τρέχουσα τοπική επικαιρότητα: πολιτική, οικονομική, κοινωνική, αθλητική. Οι κινητοποιήσεις για τη συγκοινωνία, οι προσπάθειες για την ίδρυση της πανεπιστημιακής σχολής, το πρόβλημα των κουνελιών, η ανάδειξη των γενικών προβλημάτων του νησιού ή ειδικότερα κάποιων κοινοτήτων, οι διαμαρτυρίες, οι προτάσεις, έχουν κεντρική θέση στην εφημερίδα, η οποία είναι κομμάτι της τοπικής κοινωνίας και εκφράζει τον παλμό της. Πάντα με σεβασμό στην είδηση, συχνά και με άποψη, με σχολιασμό αλλά χωρίς να αποκρύβει ή να συγκαλύπτει.


Λεωνίδας Βελιαρούτης: Ένα από τα πολλά λογοτεχνικά του άρθρα
Σταύρος Τραγάρας: έγραφε για χρόνια το Ευθυμογράφημα
Όλγα Ματζάρη, ιστορική μελέτη...
Ο Δημ. Ντόντος δημοσιεύει τακτικά αναμνήσεις...

Η ακηδεμόνευτη ματιά στα τοπικά ζητήματα δεν έγινε αποδεκτή εύκολα σε μια κοινωνία μαθημένη αλλιώς. Τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του σταθμού και της έκδοσης της εφημερίδας ορισμένοι είχαν ενοχληθεί και είχαν προχωρήσει ακόμα και σε μηνύσεις, σε μια προσπάθεια αν όχι να φιμώσουν, τουλάχιστον να επιβάλουν ένα είδος αυτολογοκρισίας, αλλά χωρίς επιτυχία.
Σταδιακά η φήμη του Ηλία ως δημοσιογράφου ξέφυγε από το στενό λημνιακό και νομαρχιακό πλαίσιο. Δεν είναι τυχαίο, πως εδώ και χρόνια όποτε συμβαίνουν στη Λήμνο γεγονότα πανελλήνιου ενδιαφέροντος, τον Κότσαλη αναζητούν οι δημοσιογράφοι των αθηναϊκών ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών μέσων για μια επιτόπια άποψη και περιγραφή των συμβάντων.
Η αποτύπωση της επικαιρότητας αποτελεί το ένα κομμάτι της εφημερίδας. Το ένα τετρασέλιδο, περίπου. Αλλά η καρδιά της «Λήμνου» χτυπά στο δεύτερο τετρασέλιδο, στο οποίο έδωσε βήμα σε όλους τους πνευματικούς ανθρώπους του τόπου. Αυτό το δεύτερο τετρασέλιδο κυκλοφορεί συνήθως μαζί με το πρώτο αλλά με ξεχωριστή αρίθμηση, ως επόμενο φύλλο της εφημερίδας, ώστε να ανταποκρίνεται στην εβδομαδιαία, εκδοτική υποχρέωση.


Το "Ιστορικό οδοιπορικό" μου, χωριό προς χωριό, κράτησε σχεδόν δυόμισι χρόνια,
χωρίς διαμαρτυρία από τον Ηλία.
Τον "Αθλητισμό στη Λήμνο" δημοσίευσε ο Ηλίας
αγόγγυστα επί 10 μήνες. Το να πω ένα "ευχαριστώ" δεν φτάνει.

Σχεδόν από το ξεκίνημα καθιέρωσε ένα πολιτιστικό ένθετο με τίτλο: «ΠΟΛΙΟΧΝΗ. Πολιτιστική εφημερίδα. Ιστορία, Τέχνες, Λαογραφία», στο οποίο δημοσίευε θέματα σχετικά με την ιστορία και τον πολιτισμό του νησιού, εκδηλώσεις, εκδόσεις βιβλίων κλπ.
Η στήλη «ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΛΗΜΝΟΣ», κάποιες φορές και πρωτοσέλιδη, αγαπήθηκε ιδιαίτερα καθώς δίνει λόγο στους ομογενείς. Ανάλογη κυριακάτικη εκπομπή είχε και στο ραδιοσταθμό σε συνεργασία με ομογενειακό σταθμό της Αυστραλίας.
Στις «ΦΩΤΟΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ» για πολλά χρόνια, πριν ακόμα εισβάλει το Φέισμπουκ στη ζωή μας, αναβίωνε το παρελθόν καθώς ο ένας μετά τον άλλο άνοιγαν τα συρτάρια και δημοσίευαν παλιές φωτογραφίες.
Κων. Γ. Κατσένης: Δύο από τις πολλές ιστορικές μελέτες του. 
Ο συγγραφέας ευχαριστεί τον Ηλ. Κότσαλη για την "αμέριστη εμπιστοσύνη"


Τα ειδικά αφιερώματα, τα οποία συχνά κάλυπταν ολόκληρο τεύχος της εφημερίδας, υπήρξαν άλλη μια πρωτοποριακή ιδέα που αγαπήθηκε. Αφιερώματα σε πρόσωπα και γεγονότα του παρελθόντος που σημάδεψαν την τοπική κοινωνία καθώς και σε τοπικά έθιμα.
Η έκδοση της εφημερίδας αποτέλεσε [και συνεχίζει να αποτελεί] για μένα και τους άλλους γραφιάδες του νησιού ένα σταθερό καταφύγιο έκφρασης, χωρίς λογοκρισία. Ο Ηλίας δεν λέει όχι, ακόμα κι όταν πρόκειται για δύσκολα κείμενα με υποσημειώσεις, που θα όφειλαν να μπουν σε κάποιο εξειδικευμένο έντυπο και όχι σε εφημερίδα. Περιδιαβάζοντας τα 20 χρόνια της έκδοσης, καταμέτρησα πάνω από 50 άτομα που κατά καιρούς δημοσίευσαν συνεργασίες τους στην «Λήμνο». Και όχι μία φορά αλλά πολλές φορές ο καθένας. Άτομα που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές ηλικιακά, προέρχονται από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, ανήκουν σε διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά περιβάλλοντα. Ο Ηλίας, πιστός στον πλουραλισμό, δεν αποκλείει κανέναν. Όλο σχεδόν το πνευματικό δυναμικό του νησιού έχει φιλοξενηθεί στην εφημερίδα, διαμορφώνοντας το ύφος της. Ορισμένοι καθιέρωσαν μόνιμες στήλες που αγαπήθηκαν, όπως:


Έμμετρες "ευχές"  του Γρηγόρη Μανινάκη για το Νέο Έτος
Σκίτσα του σπουδαίου ζωγράφου Ράλλη Κοψίδη

Τα σατιρικά ευθυμογραφήματα του Σταύρου Τραγάρα.
Τα Κασπακνά παραμύθια του Χρήστου Κολλερού.
Οι ιστορικές αναδρομές από παλιές εφημερίδες της Χαρούλας Ζαμπετάκη-Πλιάτσκα.
Τα χρονογραφήματα του Θοδωρή Δημητριάδη.
Τα νοσταλγικά αφηγήματα του Δημήτρη Ντόντου, του Αθαν. Κουντουρά, της Βαρβάρας Βαγιάκου, της Αλεξάνδρας Καραβία, της Χριστίνας Κάβουρα, του Νίκου Βαγιάκου κ.ά.
Οι λογοτεχνικές παρεμβάσεις του Λεωνίδα Βελιαρούτη.
Τα ιστοριοδιφικά άρθρα του Αριστοφάνη Κουλερή, Αλέξ. Νικολάκαρου, Αριστείδη Τσοτρούδη, Καίτης Σαπέρα, Γιώργου Κωνσταντίνου κ.ά.
Οι ιστορικές μελέτες του Κωνσταντίνου Γ. Κατσένη, του Βαγγέλη Μάντζαρη κ.ά.
Οι αρχαιοδιφικές έρευνες της Χριστίνας Μαραγκού, της Όλγας Ματζάρη κ.ά.
Τα εκκλησιολογικά και θεολογικά άρθρα του π. Δημητρίου Αμπανάβα.
Οι στίχοι του Γρηγόρη Μανινάκη, της Ευαγγελίας Μπουτλούκου κ.ά.


Μια από τις αφηγήσεις της Βαρβάρας Βαγιάκου-Βλαχοπούλου
Ο τακτικός χρονογράφος Θόδωρος Δημητριάδης
Ποδοσφαιρικές αναμνήσεις του Νίκου Βαγιάκου

Δεν έλειψαν οι συνεργασίες των λογοτεχνών του νησιού: Μαίρης Λαμπαδαρίδου, Χρήστου Μπουλώτη, Ρούλας Σαμαϊλίδου, των εκπαιδευτικών: Ουρανίας Βαγιάκου, Μανώλη Ρόκκου, Δέσποινας Παπαδοπούλου, Παναγ. Φραγκέλη, Κώστα Κοντέλλη, Άσπας Αρώνη, Δέσποινας Δούκα, Κώστα Μαδυτινού, Κώστα Σκούρα, Κ. Παπαδάκη, Θεόδωρου Μπελίτσου και πολλών άλλων, κι ακόμα: Διογένη Δάλλη, Χρήστου Κακαρνιά, Ερμή Καβουρίδη, Γιώργου Κότσαλη, Αριέτας Μεγκάρρη, Νίκου Μπακάλη, Δημήτρη Μπουλώτη, Παντελή Πραβλή, Σπύρου Παξιμαδά, Σωτηρίας Μπουτλούκου, Δημ. Ζερβού, Ιωάννη Γκαλιούρη κλπ, κλπ. Και του ίδιου του Ηλία Κότσαλη, φυσικά.


Αθλητικές Σελίδες της εφημερίδας.

Επικεντρώθηκα περισσότερο στα κείμενα που συνδέονται με τον πολιτισμό του νησιού, διότι αυτά κυρίως τραβούν το ενδιαφέρον μου και έχω κρατήσει αποκόμματα. Συνεπώς, είμαι σίγουρος πως παρέλειψα κάποιους συνεργάτες της εφημερίδας, που η αρθρογραφία τους δεν ήταν στα ενδιαφέροντά μου και ζητώ την κατανόησή τους. Επίσης, μέσα από τις στήλες της εφημερίδας πάντοτε προβάλλονται οι εκδόσεις και παρουσιάσεις βιβλίων Λημνίων, οι θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις, συναυλίες, εκδηλώσεις συλλόγων κλπ.


Το φύλλο που κυκλοφορεί αρ. 979 - 26 Απριλίου 2017.
Νομίζω ότι από όσα ανέφερα αναδεικνύονται ο πλουραλισμός της εφημερίδας, το διακριτό στίγμα της στο σύγχρονο λημνιακό πολιτισμικό τοπίο, η διαχρονικότητα των θεμάτων της και η θετική συνεισφορά της στη λημνιακή κοινωνία. Όλα αυτά δεν έγιναν κατά τύχη. Αποτελούν το έργο ενός ανθρώπου που είχε όραμα, για το οποίο πάλεψε και παλεύει ακόμα, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πλέον όλα τα έντυπα.
ΗΛΙΑΣ ΚΟΤΣΑΛΗΣ - ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
με κεφαλαία!

Θα κλείσω με μια πρόταση. Γνωρίζω πως ο Ηλίας στέλνει τα φύλλα της εφημερίδας του στην Καρατζάδειο Βιβλιοθήκη. Ασφαλώς, διατηρεί και δικό του αρχείο. Θεωρώ πως το επόμενο βήμα είναι η ψηφιοποίηση των φύλλων αυτών. Είναι απαραίτητο να γίνει αυτό και είναι υποχρέωση να υπάρξει κάποια σχετική πρωτοβουλία. Διότι η «ΛΗΜΝΟΣ» του Ηλία Κότσαλη αποτελεί από μόνη της ένα πολύτιμο αρχείο για τη μελέτη της νεότερης λημνιακής ιστορίας.

Θοδωρής Μπελίτσος
Νέα Σμύρνη, 4 Μαΐου 2017

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Πάει κι ο Στέφανος…


-Ζωή σε λόγου σας!
Ένας-ένας έπινε τον καφέ, σηκωνόταν, πλησίαζε τη μαυροφορεμένη θεια, της έσφιγγε το χέρι, έλεγε ένα καλό λόγο και έβγαινε από την πόρτα του καφενείου.
-Καλός άνθρωπος. Δουλευτής, τίμιος, μετρημένος.
Πάνω-κάτω τα ίδια λόγια σε όλα τα τραπέζια, από συγγενείς, γείτονες, συναδέλφους, φίλους.
-Κακιά κουβέντα δεν έβγαινε από το στόμα του.
-Οικογενειάρχης!
-Δουλειά, σπίτι. Σπίτι δουλειά!
-Οι καλοί άνθρωποι φεύγουν νέοι.

-ο-ο-ο-

Δεκαεξάρης μπήκε στο φαναρτζίδικο. Με καθαρή ραφ φόρμα και μαλλί τριζάτο από το μπριγιόλ χώθηκε κάτω από ένα Τσινκουετσέντο, να του αλλάξει λάδια.
Εβδομηντάρης βγήκε, χωρίς μαλλί, στο φορείο του ασθενοφόρου. Τον βρήκαν πεσμένο δίπλα σε ένα Ούνο.
Πενήντα πέντε χρόνια και βάλε, μισός αιώνας στη μουτζούρα: τσιμούχες, βαλβολίνες, φίλτρα βενζίνης, μπουζοκαλώδια, ντίζες, υγρά φρένων. Παραγιός από τα δεκάξι ως τα είκοσι ένα, χωρίς ένσημα φυσικά. Δυόμισι χρόνια στο πυροβολικό και ξανά στο συνεργείο, Φραγκούδη και Δεληγιάννη, πίσω από την Πάντειο κάτω από το λόφο Σικελίας. Από παραγιός έγινε βοηθός, έπειτα μάστορας, δεξί χέρι του αφεντικού, γαμπρός του αφεντικού και συνεταίρος, αφού πήρε τη μοναχοκόρη του, μόλις αυτή τέλειωσε το γυμνάσιο. Κολλούσε μερικά ένσημα πού και πού και μετά στο ΤΕΒΕ.
Όλη του τη ζωή στην ίδια γειτονιά, γύρω από το λόφο της Σικελίας. Στην Καλυψούς γεννήθηκε, λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Στο γήπεδο του Έσπερου έσυραν τον πατέρα του τον Αύγουστο του ’44 οι τσολιάδες. Τρελαμένη η μάνα του είχε πάρει τους δρόμους. Στη Δοϊράνης βρήκε τον πατέρα, γερμένο σε ένα δεντράκι, σα να κοιμόταν, και η ζωή της, η ζωή τους, άλλαξε. Η σκάφη στην αυλή τούς έδωσε ψωμί ώσπου να φανεί χνούδι στο μάγουλό του. Εκείνη στην μπουγάδα, εκείνος στα θελήματα. Στον Καλλιθαϊκό έπαιξε μπάλα, από εξωφυλαρούχας έφτασε ως την πρώτη ομάδα, δεξί χαφ. Μέσα από την καρότσα του φορτηγού που νοίκιαζε ο πρόεδρος γνώρισε την υπόλοιπη Αθήνα, όταν παίζανε εκτός έδρας: Νέα Σφαγεία, Ρουφ, Αιγάλεω, Κηπούπολη, Μαγκουφάνα, Χαϊδάρι, Πετρούπολη, μέχρι Νέα Λιόσια είχε φτάσει.
Πιάνανε τα χέρια του, μπήκε παραγιός στο συνεργείο του μάστρο-Φώτη, στη Φραγκούδη. Τον συμπάθησε το αφεντικό, γιατί ήταν σβέλτος, πρόθυμος και ξύπνιος. Μετά το στρατιωτικό τον ξαναπήρε στη δούλεψή του, του έμαθε τα μυστικά και όταν μέστωσε η μοναχοθυγατέρα του, η Σούλα, του την προξένεψε. Ξεκουράστηκε κι η μάνα. Άφησε τη σκάφη και πιάστηκε να φροντίζει τα εγγόνια που της αράδιασε.
Ο μάστρο-Φώτης έγινε γι’ αυτόν ο πατέρας που δεν γνώρισε. Τους πήρε διαμέρισμα στη Λαγουμιτζή, τριάρι στον τρίτο, προικώο. Μα και εκείνος, του στάθηκε σαν πραγματικός γιος. Με το κατσαβίδι έκανε θαύματα. Συνεργείο συνοικιακό παρέλαβε το μαγαζί, αντιπροσωπεία της ΦΙΑΤ το έκανε. Όλα τα μαστοράκια από Πετράλωνα μέχρι Δουργούτι και από τον Ταύρο ως το Κουκάκι, θέλανε να δουλέψουν στο συνεργείο του, στον καλό τον άνθρωπο που δεν κρατούσε τα μυστικά για τον εαυτό του αλλά τα μάθαινε στα μαστόρια του. Σχολή μαθητείας το συνεργείο του. Η ιστορία του αυτοκινήτου είχε περάσει από τα χέρια του: 500αράκια, 124άρια, 127άρια, 128άρια, Μιραφιόρι, Πούντο, Τέμπρα, Πάντα. Όλα τα ημερολόγια της Φίατ από το ’57 ως το ’12, υπήρχαν σε μια αποθήκη πίσω από το γραφειάκι του συνεργείου.
Περηφανευόταν πως η ΦΙΑΤ έστελνε να μάθουν κοντά του, όλους όσους θέλανε να ανοίξουν εξουσιοδοτημένα συνεργεία για τα αυτοκίνητά της. Χάρηκε όταν η εταιρία πήρε το γιο του στο Τορίνο, να τον εκπαιδεύσει στα νέα μοντέλα της, στα νέα συστήματα ελέγχου της μηχανής. Δανείστηκε. Έφτιαξε ένα συνεργείο κουκλί για τον πρωτογιό του. Να ντρέπεσαι να πατήσεις. Ο μάστρο-Φώτης καμάρωνε γαμπρό και εγγονό, ώσπου έκλεισε τα μάτια του ευχαριστημένος. Έφυγε και η μάνα του, κουρασμένη αλλά χαρούμενη, με το χαμόγελο στα χείλια της.
Τη Σούλα την είχε φεγγάρι και πρόσωπο. Το Σαββατόβραδο σε ταβερνούλες στη Χαροκόπου, την Κυριακή στο σινεμά «Καλυψώ», έβλεπαν όλες τις νέες ελληνικές ταινίες. Έκλαψαν με τη Μάρθα Βούρτση, γέλασαν με το Χατζηχρήστο. Υπόδειγμα οικογενειάρχη, είχαν να το λένε. Όταν η θυγατέρα του τέλειωσε τη Χαροκόπειο και διορίστηκε καθηγήτρια οικοκυρικών, ένιωσε ένα πετάρισμα που δεν το είχε ξανανιώσει. Έκλαψε για πρώτη φορά στη ζωή του. Σύντομα έφερε ένα παλληκάρι στο σπίτι, υπάλληλο στο ταχυδρομείο και η ζωή πήρε το δρόμο της. Της αγόρασε ένα μεγάλο τριάρι στην Ηρακλέους και μαζί με τη Σούλα καμάρωναν τα εγγόνια που ήρθαν σύντομα. Ο γιος ετοιμαζόταν κι αυτός να κάνει το μεγάλο βήμα. 
Όλα ήταν όμορφα, όταν μπήκε στο μαγαζί ο κλητήρας σταλμένος από την τράπεζα.
«Λόγω μη εξυπηρετήσεως του δανείου του Στεφάνου Βρασ… του Παρ…, το επί της οδού Φραγκούδη…, Καλλιθέα ενυπόθηκον κατάστημα ιδιοκτησίας του ως άνω, θέλει εκπλειστηριαστεί…».
Βρισκόταν κάτω από ένα Ούνο, να κοιτάξει την εξάτμιση, όταν ο κλητήρας θυροκόλλησε την ειδοποίηση. Εκεί τον βρήκε η συμφόρηση κι έσβησε ο κυρ-Στέφανος, ο καλός ο άνθρωπος, με το φωτοστέφανο που λες...

-ο-ο-ο-

-Καλός άνθρωπος. Δουλευτής, τίμιος, μετρημένος.
-Οικογενειάρχης!
-Δουλειά, σπίτι. Σπίτι δουλειά!
-Πάντρεψε την κόρη, σπούδασε το γιο. Χρεώθηκε...
Ένας-ένας έπινε τον καφέ, σηκωνόταν, πλησίαζε τη μαυροφορεμένη θεια, της έσφιγγε το χέρι, έλεγε ένα καλό λόγο και έβγαινε από την πόρτα του καφενείου.
Συλλυπηθήκαμε. Φύγαμε.
Πίσω μας, πάνω στις μαρμάρινες πλάκες, εκατοντάδες Στέφανοι κοιτούσαν με παγωμένα χαμόγελα.

Θοδωρής Μπελίτσος

28 Φεβρουαρίου 2017

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Άννη: "Η Δροσοστάλακτη"


Μια φορά και έναν καιρό, πριν από πολλά χρόνια, ζούσε πάνω σε ένα βουνό ένα όμορφο παλικάρι. Ζούσε μόνο του, γιατί όλοι είχαν χαθεί. Του άρεσε τα βράδια να βγαίνει και να περπατάει. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ πέρασε στην απέναντι πλευρά του βουνού και βρέθηκε κοντά σε μια λίμνη. Είχε ξαστεριά εκείνο το βράδυ και το ολόγιομο φεγγάρι καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης. Άκουσε κάτι περίεργους θορύβους. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν το παιχνίδισμα του φεγγαριού με το νερό. Πλησιάζοντας, όμως, είδε σκιές ανάμεσα στα δέντρα που ήταν δίπλα στην λίμνη. Τότε τις είδε. Νεαρές νεράιδες, πιασμένες χέρι-χέρι, με ξέμπλεκα μακριά μαλλιά να κάνουν κύκλο χορεύοντας και τραγουδώντας. Τα φορέματά τους ήταν από πέταλα λουλουδιών και έμοιαζαν σαν πολύχρωμα μπουκέτα.
Για αρκετή ώρα τις κοίταζε μαγεμένος από την ομορφιά τους. Σιγά-σιγά και μία-μία έφευγε από τον χορό, έβγαζε το φόρεμά της, έμπαινε στο νερό της λίμνης και χανόταν. Για αρκετή ώρα έμεινε στο ίδιο σημείο να κοιτάζει, μην μπορώντας να καταλάβει αν ήταν αλήθεια ή φαντασία όλο αυτό. Μέσα στην ησυχία της νύχτας, όμως, άκουσε ένα κλάμα. Κοίταξε καλύτερα. Στην άκρη της λίμνης καθόταν μια μικρή νεράιδα και έκλαιγε. Την πλησίασε διστακτικά. Εκείνη όταν αντιλήφτηκε την παρουσία του, γύρισε, τον κοίταξε αλλά συνέχισε να κλαίει. Κάθισε εκεί για αρκετές ώρες. Θα κόντευε ξημέρωμα, όταν την ρώτησε τι συμβαίνει. Εκείνη σηκώθηκε, έβαλε τα πόδια της μέσα στα νερά της λίμνης και άρχισε να του λέει την ιστορία της.
Πριν από πολλά φεγγάρια αγάπησε ένα παλικάρι, το οποίο την ξεγέλασε και φεύγοντας πήρε μαζί του το μαντήλι της. Έτσι, όμως, πήρε την δύναμή της και εκείνη έχασε την ευκαιρία να μένει άφθαρτη. Δηλαδή να μπορεί να ανανεώνεται σε κάθε πανσέληνο. Είχε δύο επιλογές ή να του πάρει την μιλιά ή να τον σκοτώσει. Όμως, πώς να το κάνει, αφού τον αγαπούσε; Έτσι τον άφησε να φύγει. 
Το παλικάρι τής είπε ότι την θαυμάζει για την επιλογή της. Τότε πρόσεξε ότι φορούσε ένα πολύ περίεργο φόρεμα. Την ρώτησε από τι είναι φτιαγμένο και του απάντησε κλαίγοντας:
-Από τσουκνίδες.
Εκείνος της χαμογέλασε.
-Ξημερώνει, πρέπει να φύγω, του είπε. Αν με προλάβει ο ήλιος θα μου κάψει τα φτερά. Έλα αύριο το βράδυ, θα είμαι εδώ, είπε και έφυγε τρέχοντας.
Το παλικάρι τής φώναξε:
-Πώς σε λένε;
Και εκείνη πριν χαθεί του απάντησε:
-Δροσοστάλακτη.
Το παλικάρι γύρισε στο σπίτι του και προσπαθούσε να καταλάβει αν όλα αυτά ήταν αλήθεια. Η επόμενη μέρα δεν περνούσε. Ευχόταν να βραδιάσει όσο πιο γρήγορα γινόταν για να την ξαναδεί. Σκοτείνιασε και ξεκίνησε τρέχοντας για την λίμνη. Την βρήκε εκεί, στο ίδιο σημείο, μόνο που αυτήν την φορά χαμογελούσε. Κάθισε δίπλα της και της είπε:
-Σε ακούω.
-Αν μπορούσα να βγάλω το φόρεμά μου, ίσως να υπήρχε μια λύτρωση για μένα.
-Και γιατί δεν το κάνεις; την ρώτησε.
-Γιατί πονάω, όταν τραβάω της τσουκνίδες και το σώμα μου ματώνει.
-Θα το κάνω εγώ για σένα, της είπε.
-Μα δεν γίνεται.
-Άσε με να προσπαθήσω, της λέει.
Απλώνει τα χέρια του και ξεκινάει. Τραβώντας ένα-ένα φύλλο, έβλεπε τον πόνο στο πρόσωπό της. Εκείνος, όμως, συνέχισε. Και τα δικά του χέρια μάτωναν και πονούσαν. Όμως, συνέχιζε. Αυτό κράτησε ένα μήνα. Την τελευταία ημέρα, όταν τελείωσαν, τον ευχαρίστησε και του ζήτησε μια χάρη.
-Θέλω να ξαναέρθεις αύριο, για να με ακούσεις και μένα να χορεύω και να τραγουδάω.
Εκείνος της το υποσχέθηκε και την άλλη μέρα ξεκίνησε χαρούμενος για να πάει. Εκείνη τον περίμενε. Τον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε. Του είχε κρύψει τόσα πράγματα. Κανείς θνητός δεν ακουμπάει νεράιδες. Αν γίνει αυτό, οι νεράιδες πεθαίνουν. Με ένα χαμόγελο, όμως, ξεκίνησε να χορεύει. Τραγουδούσε τόσο ωραία. Κάποια στιγμή άρχισε να ανασηκώνεται από το έδαφος, ήρθε κοντά του και χόρευε γύρω του. Το φόρεμά της ήταν πανέμορφο. Είχε κόκκινα πέταλα παντού. Άρχισε να το βγάζει. Δίπλα στο παλικάρι σχηματιζόταν ένας σορός από κόκκινα πέταλα. Τότε την άκουσε να του μιλάει.
-Για σένα αγάπη μου που δεν ζήτησες κανένα αντάλλαγμα, για σένα δίνω και την ζωή μου για να ζήσεις.
Τότε κατάλαβε ότι τα πέταλα δίπλα του ήταν ματωμένα. Προσπάθησε να την σταματήσει. Την πήρε αγκαλιά. Εκείνη τον φίλησε στο λαιμό και απλά χάθηκε.
Πέρασαν πολλά χρόνια. Κάποιοι περαστικοί από την λίμνη μιλούσαν για ένα παλικάρι που κάθε πανσέληνο έκλαιγε με ματωμένα χέρια και αναζητούσε την Δροσοστάλακτη.
Είναι άραγε σωστό ή λάθος να ζεις για ένα όνειρο και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει;
Η απάντηση δικιά σας.
Άννη*

*Η Άννη μάς εμπιστεύτηκε το ευαίσθητο παραμύθι της 
και το δημοσιεύουμε με μεγάλη χαρά. 
"The strange quark: Καταφύγιο λόγου"

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Απόλυτο σκοτάδι


Τελευταία δεν τα πήγαινε καλά με το φως. Προτιμούσε τις σκοτεινές ημέρες, τις σκοτεινές ώρες της ημέρας, τις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού. Ξεκίνησε ως παραξενιά, την οποία ούτε ο ίδιος μπορούσε να ερμηνεύσει λογικά. Ή μάλλον μπορούσε να εξηγήσει το πώς ξεκίνησε αυτή η δυσφορία αλλά όχι το πώς εξελίχθηκε σε εμμονή.
Όλα άρχισαν όταν ένας δερματολόγος του είπε πως για τις κοκκινίλες που εμφανίζονται στο δέρμα του φταίει η υπερβολική έκθεση στον ήλιο. Φωτοερυθρίασις μέσης ηλικίας, είπε ο γιατρός. Δεν είναι κολλητικό, του είπε. Απλά, όσο λιγότερο σε βλέπει ο ήλιος τόσο λιγότερες κοκκινίλες θα βγάζεις. Να βάζεις αντηλιακό, του είπε, αλλά στην πορεία αυτό το λησμόνησε. Προτιμούσε να φορά σκούρα γυαλιά, σκούρο καπέλο, μακριά μανίκια. Αλλά οι κοκκινίλες δεν έλεγαν να φύγουν. Το πρωί τα πράγματα ήταν υποφερτά. Μια δυο κοκκινιές εδώ κι εκεί στο μέτωπο και στο λαιμό θα μπορούσες να πεις πως προέρχονταν από το μαξιλάρι. Αλλά το απόγευμα έντρομος αντίκριζε το πρόσωπο του κοκκινισμένο σε όλα τα σημεία: κούτελο, μύτη, μάγουλα, λαιμός, ακόμα και πίσω από τα αυτιά.
Αποφάσισε να μη βγαίνει έξω την ημέρα. Μόλις σουρούπωνε, έκανε μια μικρή βόλτα αλλά στην επιστροφή μια από τα ίδια: πρόσωπο κόκκινο σαν πιπεριά Φλωρίνης. Σιγά-σιγά κλείστηκε στο σπίτι. Δεν άναβε ούτε το φως. Έπειτα άρχισε να αποφεύγει τις φωτεινές συσκευές, με οθόνη: τηλεόραση, υπολογιστή, κινητό τα κατάργησε. Μόνο ένα μικρό φακό άναβε, όταν ήταν απαραίτητο να πάει στην τουαλέτα ή για να βρει κάτι να φάει από το ντουλάπι. Το ραδιόφωνο ήταν η μοναδική του συντροφιά. Οι έξοδοί του από το σπίτι ήταν μαρτυρικές και αγχώδεις. Ψώνιζε μόνο νύχτα, σε διανυκτερεύοντα μαγαζιά, με το χρονόμετρο στο χέρι. Είχε υπολογίσει πως δεν έπρεπε να μένει κάτω από φως παραπάνω από μισή ώρα. Και φυσικά δεν μπορούσε να απαιτήσει από το κατάστημα να σβήσει τα φώτα του. Από το άγχος του να τα προλάβει όλα σε ένα μισάωρο, ίδρωνε υπερβολικά, με αποτέλεσμα το δέρμα του να ζεσταίνεται και να φουντώνει το σύνδρομο της ερυθρίασης. Με τα πολλά προσέλαβε έναν υπάλληλο για τα ψώνια ώστε να γλιτώσει και από αυτή τη μικρή έκθεση στο φως.
Στο σπίτι είχε εγκατασταθεί πλέον μόνιμα στο σκοτεινό υπόγειο που δεν είχε παράθυρα. Είχε μόνο μια συμπαγή πόρτα που οδηγούσε σε μια σκάλα κι από εκεί στο υπόλοιπο σπίτι. Την έβαψε μαύρη, όπως και τους τοίχους και το ταβάνι, για να εξαφανίσει και τις απειροελάχιστες ανταύγειες. Είχε δημιουργήσει ένα πλήρες καταφύγιο, εφοδιασμένο με τα απολύτως απαραίτητα: κρεβάτι, ρουχισμό, τρόφιμα, τουαλέτα, ένα ραδιόφωνο, έναν καθρέφτη και έναν μικρό φακό για ώρα ανάγκης. Άφηνε τα σκουπίδια στη σκάλα, από όπου τα έπαιρνε ο υπάλληλός του κάθε δεύτερη μέρα που ερχόταν με τα ψώνια.
Παρά τις προφυλάξεις, η κατάσταση της ερυθρίασης χειροτέρευε. Μια φορά το εικοσιτετράωρο άνοιγε το φακό και κοιταζόταν στον καθρέφτη. Το πρώτο κοίταγμα ήταν ενθαρρυντικό αλλά μόλις κοιτούσε πιο προσεκτικά διέκρινε κόκκινες στάμπες να εμφανίζονται στα σημεία που φώτιζε με το φακό. Είχε απελπιστεί. Δεν ήξερε τι να κάνει.
Με τον καιρό παρατήρησε πως είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν τα αυτιά του. Άρχισε να ξαπλώνει μόνο ανάσκελα ώστε να μην ακουμπούν τα αυτιά του στο μαξιλάρι, νομίζοντας πως από εκεί προερχόταν η κοκκινίλα, αλλά αυτή αντί να εξασθενεί, ολοένα και φούντωνε. Μια μέρα, τρόπος του λέγειν δηλαδή, διότι ζώντας στο απόλυτο σκοτάδι δεν ήξερε αν ήταν ημέρα ή νύχτα, μια μέρα άκουσε στο ραδιόφωνο έναν γιατρό να αναφέρει ανάμεσα σε άλλες δερματικές παθήσεις, την ηχοερυθρίαση.
Πανικοβλήθηκε. Έκλεισε αμέσως το ραδιόφωνο. Η απόλυτη ησυχία που επικράτησε τον ανακούφισε κάπως αλλά σύντομα διαπίστωσε πως στο υπόγειο έφταναν διάφοροι ήχοι από γειτονικά σπίτια, θόρυβοι από μηχανήματα που δούλευαν, από ανθρώπινα πατήματα στις σκάλες, από ομιλίες. Αραιά και πού έφταναν ήχοι και από το δρόμο, από μαρσαρίσματα αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών. Σκέπασε τα αυτιά του με τα χέρια του αλλά και πάλι κάποιοι ήχοι διαπερνούσαν τους τοίχους. Θυμήθηκε ένα δάσκαλό του στο Δημοτικό που τους έβαζε να ακουμπούν το αυτί τους στο χώμα για να καταλάβουν πως στο έδαφος ο ήχος διαδίδεται πιο γρήγορα από ότι στον αέρα.
Απελπίστηκε. Δεν υπήρχε σωτηρία. Παρήγγειλε ωτοασπίδες, έβαλε μονωτικό υλικό στις χαραμάδες της πόρτας, έντυσε τους τοίχους, το ταβάνι και το δάπεδο με πλάκες από φελλό για ηχομόνωση και η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως.
Μέχρι να τελειώσει αυτές τις εργασίες έγινε κατακόκκινος, αφού αναγκαστικά δούλευε με αναμμένο το φως. Στη συνέχεια εφάρμοσε πρόγραμμα απερυθρίασης, όπως το ονόμασε. Άναβε το φακό μόνο για ένα λεπτό κάθε μέρα. Όμως, η κατάσταση του δέρματός του βελτιώθηκε ελάχιστα.
Απογοητεύτηκε. Άρχισε να παρατείνει το ύπνο όσο περισσότερο μπορούσε. Σκέφτηκε ότι όσο περισσότερο κοιμόταν τόσο λιγότερο ερχόταν σε επαφή με ήχους.
Άρχισε να ονειρεύεται όλο και περισσότερο, τόσο που συχνά δεν ήξερε αν είναι ξύπνιος ή κοιμισμένος. Καθώς δεν έβλεπε και δεν άκουγε, δεν είχε νόημα το αν κοιμόταν ή όχι. Έβλεπε ή σκεφτόταν όνειρα με ηλιόλουστες πεδιάδες, φωτεινές ακρογιαλιές, συναυλίες αγαπημένων μουσικών, κελαδίσματα πουλιών. Αναπλήρωνε τις ελλείψεις του με τη φαντασία του.
Στα όνειρά του γινόταν παντογνώστης, παντοδύναμος και ανίκητος. Ήταν ο απόλυτος άρχων του σύμπαντος. Ενός σύμπαντος στο οποίο επικρατούσε απόλυτη δικαιοσύνη. Δεν υπήρχε φτώχεια, ούτε ασχήμια, ούτε εκμετάλλευση, ούτε πονηριά, ούτε βία. Ως παντοδύναμος τα είχε απαγορεύσει αυτά.
Όσο περισσότερο ονειρευόταν, τόσο περισσότερο του άρεσε το φανταστικό σύμπαν που είχε δημιουργήσει. Έτρωγε βιαστικά το φαΐ που του έφερνε ο υπάλληλός του και έσπευδε να βυθιστεί στη νιρβάνα. Ξεχνιόταν τόσο που δεν άναβε πλέον το φακό να ελέγξει την ερυθρίαση στο δέρμα του.
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλησίαζε στο απόλυτο. Στο φανταστικό του σύμπαν είχε επιτύχει απίθανα κατορθώματα: είχε πάρει το Νόμπελ, είχε αναδειχθεί ολυμπιονίκης, έγινε ο πρώτος άνθρωπος που ταξίδεψε στον Άρη. Ήταν ο πλέον διάσημος άνθρωπος στον πλανήτη. Η ανθρωπότητα τον ευγνωμονούσε. Όλοι κρέμονταν από το στόμα του, όταν μιλούσε. Όταν υπήρχαν διχογνωμίες, περίμεναν με αγωνία τις σοφές αποφάσεις του.
Ένα πρωί ή σούρουπο, δεν ήξερε και δεν τον ένοιαζε τι ώρα ήταν, αποφάσισε πως αυτός θα ήταν ο κόσμος του στο εξής. Δεν τον ενδιέφερε τι υπήρχε έξω από τις ωτοασπίδες του, τι υπήρχε έξω από τους μαύρους τοίχους του υπογείου. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το σύμπαν που είχε δημιουργήσει ο εγκέφαλός του. Όσο το σκεφτόταν, μια γλυκιά ικανοποίηση, μια απέραντη γαλήνη απλωνόταν στην ψυχή του.
Πέρασαν μερικές ημέρες ξεγνοιασιάς. Πράσινα λιβάδια, χαμογελαστά παιδιά, ήρεμες λιμνούλες, παιχνιδιάρικα ζωάκια, απαλές μουσικές, μυρωδάτα άνθη, γέμιζαν το μαύρο, άηχο κουτί που ζούσε. Έτσι να άπλωνε τα χέρια, θα τα άγγιζε. Περπατούσε γαλήνιος ανάμεσά τους κι όποτε ήθελε άλλαζε τοπία, άλλαζε εικόνες, ήχους, μυρωδιές.

-ο-ο-ο-

Δυο διακριτικά χτυπήματα στην πόρτα διέκοψαν το ταξίδι στο τέλειο βασίλειό του. Ήταν ο υπάλληλός του. Πλησίασε στο αυτί του.
-Κύριε Τάκη, δεν θα ξανάρθω, του ψιθύρισε. Τα χρήματα τελείωσαν!

Θοδωρής Μπελίτσος 
Ν. Σμύρνη, 4 Φεβρουαρίου 2017.