Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2018

Το βιβλίο του Αρ. Τσοτρούδη για τη μάχη του Σκρα

Αριστείδης Ι. Τσοτρούδης
«Η μάχη του Σκρα και η Συνθήκη του Μούδρου»
Λήμνος 2018, σελ. 160




Ο οδοντίατρος Αριστείδης Τσοτρούδης, εκτός από την επιστήμη του, εδώ και χρόνια διακονεί με επιτυχία και την ιστορική έρευνα και συγγραφή. Ο Τσοτρούδης, παιδί της Λήμνου, μεγάλωσε στη διάρκεια της κατοχικής και πρώτης μετακατοχικής περιόδου και κουβαλά μέσα του έντονα τα βιώματα εκείνης της, πυκνής σε πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα, δραματικής εποχής. Βιώματα και προσωπικά, καθώς ο πατέρας του άφησε την τελευταία του πνοή στα ηπειρωτικά βουνά στον πόλεμο του ’40. Επηρεασμένος ίσως από τα συναισθήματα εκείνων των χρόνων ασχολήθηκε με την ιστορική έρευνα. Η θεματολογία των μελετών του έχει πάντα σχέση με τον τόπο καταγωγής του, τη Λήμνο, και έχει μια πρωτοτυπία, διότι καταπιάνεται με θέματα που δεν έχουν μελετηθεί και διερευνηθεί με επάρκεια, αξιοποιώντας προσωπικές μαρτυρίες και τεκμήρια.

Ο Αριστείδης Τσοτρούδης


Τα ιστορικά βιβλία του Αρ. Τσοτρούδη

Ξεκίνησε με τη «Μεγάλη συμφορά της Λήμνου» (2008) που αναφέρεται στο πολύνεκρο δυστύχημα της πυρκαγιάς του 1939, η οποία σημάδεψε την τοπική κοινωνία. Συνέχισε με μια σειρά βιβλίων εκλαϊκευμένης στρατιωτικής ιστορίας που αναφέρονται σε γεγονότα με τα οποία έχει συνδεθεί το νησί. Στο πρώτο σχετικό βιβλίο του, «Λήμνιοι Ήρωες της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας» (2009), ο Τσοτρούδης αποτίνει φόρο τιμής στα παιδιά της Λήμνου που θυσιάστηκαν για τη λευτεριά.

  

Ως ιστορικό ερευνητή τον συγγραφέα απασχολούν δύο κυρίως περίοδοι: α) ο πόλεμος του ’40 και η κατοχή και β) η δεκαετία 1912-1922.
Από τη μελέτη της περιόδου 1940-44 προέκυψαν τρία βιβλία: α) «Η Γερμανική κατοχή της Λήμνου 1941-1944» (2011), β) «Η Γερμανική κατοχή μέσα από τα αρχεία του ΕΑΜ Λήμνου» (2016) και γ) «Η δράση των συμμαχικών υποβρυχίων στο Βόρειο Αιγαίο την περίοδο της γερμανικής κατοχής» (2016).

   

Διανύουμε μια χρονική εποχή που απέχει έναν αιώνα από τη συγκλονιστικότερη δεκαετία της νεοελληνικής ιστορίας· εννοώ τη δεκαετία 1912-1922. Στα περισσότερα από τα σημαντικά γεγονότα εκείνης της περιόδου (βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ παγκόσμιος, ελληνικός διχασμός, μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή), η Λήμνος και οι Λήμνιοι είχαν άμεση εμπλοκή. Με αφορμή τις σχετικές επετείους των εκατό ετών, ο Τσοτρούδης έχει εκδώσει δύο βιβλία: α) «Λήμνος 1912-2012. Εκατό χρόνια ελευθερίας και προόδου» (2012) και β) «Λήμνος και Anzac· Η εκστρατεία της Καλλίπολης» (2015) [εκδόθηκε και σε αγγλική μετάφραση].

Η μάχη του Σκρα (17/30 Μαΐου 1918)

Συνεχίζοντας την παράδοση που έχει δημιουργήσει να εκδίδει ένα επετειακό σύγγραμμα, ο Τσοτρούδης εξέδωσε φέτος το όγδοο βιβλίο του «Η μάχη του Σκρα και η Συνθήκη του Μούδρου», με αφορμή την επέτειο των εκατό ετών από τα δύο αυτά γεγονότα που συνέβησαν το 1918.
Στην πολύνεκρη μάχη του Σκρα, που διεξήχθη στις 17(30) Μαΐου 1918, πολέμησαν στην πρώτη γραμμή, του θανάτου, πολλοί Λήμνιοι επίστρατοι που υπηρετούσαν στο 1ο Τάγμα (το λεγόμενο «Τάγμα Λήμνου») του 5ου Συντάγματος της Μεραρχίας Αρχιπελάγους. Ο ελληνικός στρατός πολέμησε ως σύμμαχος των Αγγλο-Γάλλων εναντίον του Γερμανο-Βουλγαρικού στρατού, στην προσπάθεια ελέγχου των εδαφών της Μακεδονίας και της Θράκης.
Το ύψωμα Σκρα ντι Λέγκεν, που βρίσκεται στο όρος Πάικο κοντά στα σημερινά σύνορα Ελλάδας-ΠΓΔΜ, είχε οχυρωθεί από τους Βουλγάρους, οι οποίοι παρενοχλούσαν τα συμμαχικά στρατεύματα στην περιοχή δυτικά του Αξιού ποταμού. Γι’ αυτό αποφασίσθηκε από τον Γάλλο αρχιστράτηγο Adolphe Guillaumat η κατάληψή του. Η επίθεση διεξήχθη από πέντε ελληνικά συντάγματα πεζικού, των Μεραρχιών Αρχιπελάγους, Κρήτης και Σερρών, με συνολικό αριθμό 14.546 άνδρες, με την υποστήριξη πυροβολικού.
Η μάχη ήταν σκληρότατη. Μέσα σε δύο ώρες (από τις 4.30 ως τις 6.30 το πρωί) χάθηκαν πάνω από 1.200 ζωές και σακατεύτηκαν περισσότεροι από 4.000 άνδρες. Από αυτούς οι 441 νεκροί και 164 αγνοούμενοι ήταν Έλληνες, εκ των οποίων 58 Λήμνιοι.
Η νίκη του Σκρα δεν απέφερε σπουδαία εδαφικά οφέλη. Όμως, αύξησε την εμπιστοσύνη των Συμμάχων προς τις δυνατότητες του ελληνικού στρατού και συνετέλεσε στην κάμψη του ηθικού του βουλγαρικού. Αυτές οι διαπιστώσεις ενθάρρυναν τους Συμμάχους ώστε τον επόμενο Σεπτέμβριο να αναλάβουν επιθετική πρωτοβουλία στο Μακεδονικό μέτωπο.
Ο Τσοτρούδης ξεκινά με μια σύντομη εισαγωγή στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής που ξέσπασε ο μεγάλος ευρωπαϊκός πόλεμος, που αργότερα ονομάστηκε Α΄ παγκόσμιος. Το κύριο τμήμα του βιβλίου του έχει δομηθεί σε δύο μέρη.
Στο πρώτο αναφέρεται διεξοδικά στην προετοιμασία, στο σχεδιασμό, στη διεξαγωγή και στον απολογισμό της μάχης του Σκρα, με ιδιαίτερη αναφορά στη συμμετοχή των Λημνίων και κατάλογο των Λημνίων νεκρών. Το κείμενο είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικό καθώς παραθέτει φωτογραφίες, στρατιωτικούς χάρτες, πίνακες και αποσπάσματα ημερολογίων των πρωταγωνιστών.
Στο δεύτερο μέρος επικεντρώνεται σε ειδήσεις από τη Λήμνο που σχετίζονται με την περίοδο αυτή, δηλαδή από το 1915 που συγκροτήθηκε το τάγμα Λήμνου ως το 1918 που διεξήχθη η μάχη. Βασιζόμενος κυρίως σε δημοσιεύματα της τοπικής εφημερίδας, προσπαθεί να απεικονίσει τις κοινωνικές αναταράξεις που επέφερε στο νησί ο εθνικός διχασμός, η επίδραση που είχε το βενιζελικό κίνημα της Εθνικής Αμύνης, η επιστράτευση, οι συνέπειες στην καθημερινή ζωή και οι αγωνίες των κατοίκων όπως εμφανίζονται μέσα από την αλληλογραφία από το μέτωπο, οι προσπάθειες της διοίκησης να εμψυχώσει τον κόσμο με διαγγέλματα, ομιλίες και συγκεντρώσεις, η περίθαλψη των τραυματιών, οι τιμητικές αναφορές και εκδηλώσεις στη μνήμη των νεκρών κλπ. Στο β΄ μέρος ο Τσοτρούδης επιλέγει να αποφύγει το σχολιασμό και αφήνει το υλικό του να «μιλήσει». Είναι γεγονός ότι στα δημοσιεύματα αποτυπώνεται εύγλωττα το κλίμα που επικρατούσε στο νησί, με την επιφύλαξη πως η μοναδική εφημερίδα του νησιού ήταν βενιζελικής απόχρωσης.
Σε παράρτημα, στο τέλος του βιβλίου, ο Τσοτρούδης βιογραφεί τους πρωταγωνιστές του μακεδονικού μετώπου, στρατιωτικούς και πολιτικούς: Παν. Δαγκλή, Νικ. Πλαστήρα, Γ. Κονδύλη, Θ. Πάγκαλο, Δημ. Ιωάννου, Αλέξ. Μαζαράκη, Εμμ. Ζυμβρακάκη, Επαμ. Ζυμβρακάκη.
Ξεχωριστή αναφορά κάνει στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος το 1916 είχε εκλεγεί βουλευτής νομού Λέσβου (άρα και Λήμνου), παραθέτοντας λεπτομέρειες από την μοναδική επίσκεψή του στη Λήμνο που όμως έγινε πολύ μεταγενέστερα, το Μάιο του 1934.  

Η Συνθήκη του Μούδρου (18/31 Οκτωβρίου 1918)

Εκτός από τη μάχη του Σκρα, το βιβλίο ασχολείται με τη Συνθήκη του Μούδρου, όπως έμεινε γνωστή η συμφωνία ανακωχής, η οποία συνήφθη στον κόλπο του Μούδρου της Λήμνου στις 17(30) Οκτωβρίου και υπογράφτηκε την επομένη 18(31) Οκτωβρίου 1918, μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων της Αντάντ και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η οποία σηματοδότησε τη λήξη του Α΄ παγκοσμίου πολέμου.
Ο Τσοτρούδης αναπτύσσει το ιστορικό της υπογραφής, παραθέτει τα 25 άρθρα της Συνθήκης και αναφέρεται στις συνέπειες που είχε. Κατά τον συγγραφέα η ταπεινωτική για τους Οθωμανούς συνθήκη αποτέλεσε μία από τις αφορμές αφύπνισης του τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος τα επόμενα χρόνια, με επικεφαλής τον Κεμάλ, εκμεταλλεύτηκε τη διεθνή συγκυρία (ρωσική επανάσταση, διαφωνίες μεταξύ των δυτικών συμμάχων, ελληνικός διχασμός) και πέτυχε την εκδίωξη του Ελληνισμού από τη Μικρασία και από την Ανατολική Θράκη.
Το βιβλίο του Τσοτρούδη αξίζει να διαβαστεί. Αποτελεί μια φιλότιμη και συνεπή προσπάθεια εκλαΐκευσης της ιστορίας σε ένα γεγονός που οι Λήμνιοι είχαν ενεργή συμμετοχή και δράση. Έδωσαν τη ζωή τους ή έχασαν τη σωματική τους ακεραιότητα σε μια ιδιαίτερα φονική μάχη, η οποία εντασσόταν στον γενικότερο αγώνα να ενταχθεί και η ιδιαίτερη πατρίδα τους, η Λήμνος, στον εθνικό κορμό. Η υπερηφάνεια με την οποία τιμούσαν παλιότερα, όταν ακόμα υπήρχαν εν ζωή άνθρωποι με μνήμες από την εποχή εκείνη, τους νεκρούς συγγενείς τους, τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στα ηρώα των χωριών, αποτυπώνεται στις σελίδες του βιβλίου.
Με την έκδοση αυτή ο συγγραφέας τιμά τους συντοπίτες προγόνους του. Καταγράφει τη θυσία τους, μένοντας πιστός στα ιστορικά γεγονότα, χωρίς να καπηλεύεται δι’ ιδίαν δόξαν τους αγώνες τους, όπως πολλοί κάνουν στις μέρες μας, συχνά παραποιώντας και προσαρμόζοντας την ιστορική αλήθεια στις δικές τους απόψεις. Είναι ένα βιβλίο που σέβεται τον αναγνώστη.  
Το βιβλίο υπάρχει στον ΙΑΝΟ και φυσικά στα βιβλιοπωλεία της Λήμνου, όπου θα παρουσιαστεί στις 7 Αυγούστου.


Θ. Μπελίτσος, 27 Ιουνίου 2018

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Υαλοκαθαριστής


Πρωί πρωί καθάριζε τα τζάμια της τράπεζας
ο παλιός μου μαθητής. Είχα μήνες να τον δω.
Καλημέρα, του φώναξα.
Καλημέρα, δάσκαλε!
Παράτησε το σφουγγάρι κι έσπευσε να σκουπίσει τα χέρια του
για να με χαιρετίσει.
Μην τα σκουπίζεις, αγόρι μου.
Τα χέρια που δουλεύουν δεν είναι βρώμικα!
Τα καθαρά χέρια να φοβάσαι!

Θ. Μύθος, 1/3/2018.

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Περί Μίκη, Τέχνης και Πολιτικής



Αφορμή γι’ αυτό το άρθρο στάθηκε η δήλωση του Σταύρου Ξαρχάκου για την αντιμετώπιση του Μίκη Θεοδωράκη από τον κόσμο, κυρίως της αριστεράς, λόγω της ενεργού συμμετοχής του στο «μακεδονικό» συλλαλητήριο. Δεν προτίθεμαι να μπω στην ουσία αλλά θα σταθώ σε έναν κοινό τόπο όσων έσπευσαν να υπερασπιστούν τον Μίκη. Διότι όλοι κάνουν το ίδιο σφάλμα είτε θελημένα είτε ακούσια. Αδυνατούν (ή δεν θέλουν) να διακρίνουν τον καλλιτέχνη Μίκη Θεοδωράκη από τον πολιτικό. Και αν ο πολύς κόσμος έχει κάποια ελαφρυντικά και ταυτίζει τις δυο ιδιότητες του Μίκη, ο Σταύρος Ξαρχάκος δεν δικαιούται να επικαλεστεί το ακαταλόγιστο. Ως καλλιτέχνης και πολιτικός και ο ίδιος, γνωρίζει πως αλλιώς κρίνεσαι για τη μία ιδιότητα και με άλλα κριτήρια για την άλλη. Όταν γράφει: «Θυμίζω ότι μιλάμε για τον Μίκη Θεοδωράκη… τον σπουδαίο και σπάνιο αυτόν Έλληνα», σε ποιον Μίκη αναφέρεται άραγε; Προφανώς, στο Μίκη θρύλο της μουσικής. Όμως, εδώ δεν κρίνεται ο καλλιτέχνης Μίκης αλλά η πολιτική του συμπεριφορά.
Τις πολιτικές απόψεις του Μίκη, όπως τις διατύπωσε στην ομιλία του, έκριναν ο καθένας ανάλογα με το μορφωτικό του επίπεδο, το ηθικό του ύψος και το θυμικό του, άλλοι ήπια, άλλοι σκληρά, άλλοι με εμπάθεια. Αλλά έτσι είναι η πολιτική. Ο κ. Ξαρχάκος το γνωρίζει άλλωστε εξ ιδίας πείρας. Κάποτε δεν άντεξε και παραιτήθηκε από το κοινοβούλιο, με μια δήλωση που τον τιμούσε. Η πολιτική θέλει γερό στομάχι και ο σημερινός λαοπρόβλητος, μπορεί αύριο να γίνει περίγελος. 
Δεν τα ξέρει αυτά ο Μίκης; Ασφαλώς και τα γνωρίζει και τα έχει νιώσει στο πετσί του. 
Έχει το ακαταλόγιστο της ηλικίας; Όχι, όπως απέδειξε η πλήρους διαύγειας ομιλία του. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε και τι έλεγε. Δεν υπέπεσε σε κάποια φραστικά ολισθήματα, «ατυχείς εκφράσεις», όπως τις αναφέρει ο Ξαρχάκος. Αδικεί την ευφυΐα του Μίκη, όποιος τα γράφει αυτά για να τον υπερασπιστεί.
Ο Μίκης εκφώνησε μια καλά δομημένη και καλά προετοιμασμένη ομιλία. Μόνο που δεν αποσκοπούσε στην ενότητα του ελληνικού λαού, για την οποία «σε όλη μου τη ζωή αγωνίστηκα», όπως είπε. Όταν ξεκινά την ομιλία του λέγοντας «Εγώ δεν ντρέπομαι όπως οι εθνομηδενιστές που μας κυβερνούν», αυτόματα αποκλείει από την ενότητα τους οπαδούς των δύο κομμάτων που κυβερνούν και που είναι η νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση. Πάει περίπατο η επιθυμία του για ενότητα. Αυτόματα η ομιλία του αποκτά αντιπολιτευτικό χαρακτήρα. Ο δε όρος «εθνομηδενιστές» έχει ξεκάθαρα ακροδεξιά χαρακτηριστικά. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο από όσα είπε. Όταν αναφέρει:
«Θεωρώ ότι την ευθύνη των αποφάσεων δεν είναι ορθό να την επωμισθεί η οποιαδήποτε κυβέρνηση. Όχι μόνο μια κυβέρνηση μειοψηφίας όπως είναι η σημερινή αλλά ακόμα και μια κυβέρνηση λαϊκής πλειοψηφίας. Ούτε ακόμα και η ίδια η Βουλή!»
Μπα; Και τότε ποιος θα αποφασίσει; Ο Μίκης; Τι είδους δημοκρατία έχει στο μυαλό του; «Περιφρονώ και μάχομαι τον φασισμό σε όλες του τις μορφές», ανέφερε στην αρχή της ομιλίας του. Όταν περιφρονείς ακόμα και τις αποφάσεις μιας κυβέρνησης λαϊκής πλειοψηφίας, ακόμα και της ίδιας της Βουλής, τότε δεν περιφρονείς τον φασισμό, όπως λες, αλλά τον υποστηρίζεις.
Αυτή δεν ήταν μια ατυχής έκφραση, όπως τη χαρακτηρίζει ο Σταύρος Ξαρχάκος, είναι ιδεολογική άποψη. Και για να μας πείσει, ότι δεν είναι φραστικό λάθος, το επαναλαμβάνει:
«Ποια είναι λοιπόν η λύση; Δημοψήφισμα; Για μας η θέση του Ελληνικού Λαού στο συγκεκριμένο θέμα είναι τόσο σαφής, σταθερή και αυτονόητη, που δεν χρειάζεται Δημοψήφισμα».
Σοβαρά; Αυτοαναγορεύεται σε αυθεντικό εκφραστή της θέσης του ελληνικού λαού; Οι προηγούμενοι που το είχαν ισχυριστεί αυτό, μας μάντρωσαν επτά χρόνια (μάντρωσαν και τον ίδιο) για να μας πείσουν. Σε τι πολίτευμα πιστεύει σήμερα ο Μίκης άραγε;
Όταν μια προσωπικότητα του μεγέθους του Μίκη εκφράζει τέτοιες επικίνδυνες για τη δημοκρατία απόψεις, δεν γίνεται να μένουν ασχολίαστες. Είναι πολιτικές απόψεις και θα δεχτούν κριτική, αντιπαράθεση, χλεύη, ό,τι λεκτικό βέλος έχει στη φαρέτρα του κάθε σκεπτόμενος πολίτης που διαφωνεί.
Ας το ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, ας το ξεκαθαρίσουν και όσοι δεν το έχουν κάνει ως τώρα. Κανείς δεν λοιδόρησε τον καλλιτέχνη Μίκη Θεοδωράκη. Υπήρξε και παραμένει ένας τεράστιος συνθέτης και τα τραγούδια του θα μείνουν στην ιστορία. Όμως στις πολιτικές του επιλογές υπήρξε ανεμοδούρας.
Όταν μελοποιούσε Σεφέρη και Ελύτη (που δεν τους λες και αριστερούς), κανείς δεν έκρινε το έργο του με κριτήριο την πολιτική. Όπως, και όταν παλάντζαρε μεταξύ ΚΚΕ εσωτερικού και ΚΚΕ και όταν μπήκε στην κυβέρνηση Μητσοτάκη κανείς δεν τον υποτίμησε ως καλλιτέχνη.
Όταν τον καλούν και τον τιμούν σχολεία, δήμοι, σύλλογοι, σωματεία, φορείς δεν τιμούν τον πολιτικό Μίκη αλλά τον μεγάλο συνθέτη. Όταν πριν από μερικούς μήνες η ΕΡΤ-3 ετοίμασε και πρόβαλε μια σειρά ντοκιμαντέρ, με αφορμή τα 90χρονά του, για ποιον Μίκη τα γύρισε; Για τον πολιτικό; Όχι βέβαια!
Το μέγεθος του μουσικού Μίκη είναι τεράστιο και καθολικά αναγνωρισμένο από τους Έλληνες κάθε πολιτικής απόχρωσης [αν και δεν είμαι σίγουρος για τους πρόσφατους λυκο-φίλους του]. Αυτό δεν σημαίνει πως και οι πολιτικές του επιλογές πρέπει ντε και καλά να έχουν καθολική αναγνώριση. Όταν προσωπικότητες του μεγέθους του Μίκη εμπλέκονται με την πολιτική, οφείλουν να γνωρίζουν ότι περισσότερο χρησιμοποιούνται για να επηρεάσουν και να προσελκύσουν κόσμο και λιγότερο για να προβάλουν τις προσωπικές τους απόψεις.
Ο Μίκης δέχτηκε να γίνει «κράχτης» στη συγκεκριμένη συγκέντρωση. Μπορούσε να βάλει όρους, να θέσει κάποιους κανόνες, κάποιες προϋποθέσεις για να συμμετάσχει -ο Μίκης είναι άλλωστε- αλλά δεν το έκανε. Ίσως νόμιζε πως η προσωπικότητά του και μόνο ήταν αρκετή. Τελικά, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του, αποτέλεσε την κολυμβήθρα του Σιλωάμ για όλους εκείνους που σε όλη του την ζωή τον κυνήγησαν. Για αυτούς που είχαν απαγορεύσει τα τραγούδια του επί χούντας, για όσους τον βασάνισαν στη Μακρόνησο, για όσους του έσπασαν το κεφάλι στις διαδηλώσεις όταν ήταν στους Λαμπράκηδες, για αυτούς που έκαναν καριέρες φακελώνοντας όσους τραγουδούσαν τα τραγούδια του.
Το έργο του Μάνου Χατζηδάκη δεν θα το σκιάζει ποτέ η πολιτική του τοποθέτηση, διότι υπήρξε συνεπής δημοκράτης. Παρομοίως του Σταύρου Ξαρχάκου. Δυστυχώς, για το Μίκη Θεοδωράκη, που κατά τη γνώμη μου υπήρξε πολύ μεγαλύτερος συνθέτης από τους δύο παραπάνω, δεν ισχύει πλέον αυτό. Μπήκε, μόνος του, στην κατηγορία των μεγάλων δημιουργών που η πολιτική τους συμπεριφορά σκίασε το έργο τους. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα αλλά θα αναφέρω μόνο δύο παγκοσμίως γνωστές περιπτώσεις.
Η Λένι Ριφενστάλ (1902-2003) υπήρξε η σπουδαιότερη σκηνοθέτης του μεσοπολέμου. Άφησε ταινίες απαράμιλλες, όπως το «Ολύμπια», αλλά θα την συνοδεύει πάντα η ρετσινιά πως αυτή γύρισε τις ταινίες προπαγάνδας των Ναζί.
Ο Ελία Καζάν (1909-2003) υπήρξε ένας τεράστιος σκηνοθέτης, με σπουδαίες ταινίες (Ανατολικά της Εδέμ, Αμέρικα Αμέρικα κλπ) αλλά πάντα θα φέρει το στίγμα ότι την περίοδο του Μακαρθισμού κατέδωσε συναδέλφους του ως φιλοσοβιετικούς, με αποτέλεσμα πολλοί να εξοριστούν από τις ΗΠΑ, μεταξύ αυτών και ο Ζιλ Ντασέν.
Έτσι και ο Μίκης, είτε του αρέσει είτε όχι, θα αναφέρεται ως ένας ιδιοφυής συνθέτης που έδωσε σπουδαία έργα, οι βιογράφοι του θα τα απαριθμούν ένα-ένα, μα στο τέλος πάντα θα προσθέτουν ένα αλλά...

Θοδωρής Μπελίτσος, 10/2/2018

Σημείωση:
Τα αποσπάσματα από την ομιλία του Μίκη είναι από το lifo.
   Τα αποσπάσματα από τη δήλωση του Ξαρχάκου είναι από την Καθημερινή (7/2/2018) .

Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Ένοχος



Πάλι τα ίδια!
Δέκα σκαλοπάτια, σκοτεινά. Πρώτος διάδρομος αριστερά, βρώμικοι τοίχοι. Τρίτη πόρτα δεξιά, ξεβαμμένη. Ένα παγωμένο μεταλλικό γραφείο, μια ξεσκισμένη καρέκλα. Πίσω από τους φακέλους, ένα μουστάκι, χοντρά γυαλιά, δυο ώμοι με ασημένια αστέρια, μια φωνή φιλική, δήθεν.
«Τι θα γίνει με σένα;»
Σιωπή.
«Πες τι έγινε, να τελειώνουμε!»
Σιωπή.
Τα γεγονότα ξεχειλίζουν στη μνήμη.
Τρεις αξημέρωτο. Χτυπήματα στην πόρτα, επίμονα. Βροντές διακόπτουν το ηλιόλουστο όνειρο. Στα πόδια μπερδεύονται σεντόνι και κουβέρτα, πέφτουν στο πάτωμα, το κλειδί γυρίζει, το σιφούνι ορμά στο δωμάτιο.
«Πέσε κάτω, ρε!»
Συρτάρια, ντουλάπια, ρούχα, παπούτσια, βιβλία, τεκμήρια ενοχής.
Χέρια στην πλάτη, δεμένα. Γυμνό σφαχτάρι στην κλούβα. Ένα κλομπ χτυπά σε μια παλάμη. Υπενθύμιση εξουσίας.
«Όμως, δεν μπορεί να χτυπήσει τη σκέψη», η αισιόδοξη ιδέα χαράζει ένα χαμόγελο στο αγουροξυπνημένο πρόσωπο.
«Τι κοιτάς ρε;» το κλομπ χτυπάει το συρμάτινο χώρισμα. Υπενθύμιση εξουσίας.
«Ναι αλλά δεν μπορεί να χτυπήσει τη σκέψη μου». Νέο χαμόγελο.
Η εξουσία φοβάται, χτυπάει το δάπεδο και φωνάζει:
«Πάγωσέ το, μη σε αρχίσω στις γρήγορες! Είσαι ένοχος! Τ’ ακούς; Έ-νο-χος! Σε λίγο θα σου κοπεί το γέλιο».
Δέκα σκαλοπάτια, σκοτεινά. Υπόγειο, υγρό. Αέρας λίγος, σκόνη πολλή.
«Τι θα γίνει με σένα;»
Σιωπή.
Τα βλέμματα διασταυρώνονται. Ομολογία.

«Ένοχος είμαι. Όσο ζω, ένοχος θα είμαι. Όπως κι εσύ άλλωστε».


Θ. Μύθος, 31 Ιανουαρίου 2018

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Ο Καθεμέρας



Βγήκε από το μαγαζί του μαρμαρά ανακουφισμένος. Είχε διευθετήσει μια υπόθεση που τον απασχολούσε σχεδόν δέκα χρόνια. Περπάτησε ήρεμος ως την στάση του λεωφορείου. Έβγαλε το πακέτο κι άναψε τσιγάρο. Ήταν το δεύτερο της ημέρας. Κανονικά, το φύλαγε για το μεσημέρι, για μετά το φαγητό. Αλλά σήμερα ήταν μια εξαιρετική μέρα. Άξιζε να την γιορτάσει με ένα τσιγάρο εκτός προγράμματος. Άλλωστε δεν είχε να φοβηθεί τίποτε πια.

Από τα εξήντα πέντε που βγήκε στη σύνταξη, η ζωή του χρόνο με το χρόνο γινόταν όλο και πιο μοναχική. Οικογένεια δεν αξιώθηκε να δημιουργήσει, αδέρφια δεν είχε, μια μάνα μισοπάλαβη τού είχε απομείνει και κάτι ξαδέρφια, με δικές τους οικογένειες, με παιδιά κι εγγόνια, που τον είχαν ξεχάσει. Μοναδική περιουσία του ένα δυαράκι, σε πολυκατοικία του ’70, κατασκευή της σειράς από τις χιλιάδες που κτίζονταν τη χρυσή εποχή της αντιπαροχής.
Κάποιοι πρώην συνάδελφοι τον κάλεσαν ένα-δυο φορές για καφέ, του είπαν και για ταβέρνα αλλά αρνήθηκε ευγενικά. Με τετρακόσια εβδομήντα έξι ευρώ το μήνα με το ζόρι κάλυπτε το νερό, το ηλεκτρικό και το πάγιο του τηλεφώνου. Έκοψε το καφενείο, αραίωσε το τσιγάρο αλλά και πάλι. Με το μηνιάτικο της μάνας του κάλυπτε τα «βαριά» χειμωνιάτικα κοινόχρηστα. Όταν εκείνη πέθανε, έβαζε από το καλοκαίρι κάτι στην πάντα για να μην ξυλιάσει το χειμώνα.
Μετρημένος και προνοητικός ήταν πάντα, μα ποτέ δεν κατάφερε να κάνει μια σιρμαγιά. Ο πρόωρος θάνατος του πατέρα, λίγο μετά την αγορά του διαμερίσματος, τον έβγαλε νωρίς στη βιοπάλη, πριν καν πάει φαντάρος. Οι δόσεις του δανείου για το σπίτι, σφιχτό κολάρο στο λαιμό του, δεν τον άφηναν να πάρει ανάσα. Η μάνα ήταν στον κόσμο της από νέα, είχε ξεμείνει στα χρόνια που ζούσε στην Πόλη όταν ήταν μικρή. Ονειρευόταν παλάτια, υπηρέτες και μεγαλεία αλλά να στρωθεί κάπου να δουλέψει ούτε κουβέντα. Δεν καταδεχόταν. Τα προξενιά για το μοναχογιό τα έδιωχνε, «δεν είναι της σειράς μας, αγόρι μου» και τέτοια. Κάποιες υποψήφιες που της παρουσίασε εκείνος, έφυγαν κακήν κακώς όταν διαπίστωσαν με τι πεθερά επρόκειτο να μπλέξουν. Τα χρόνια πέρασαν, βαρέθηκε να ψάχνει. Κατά καιρούς βολευόταν με μερικές ξέμπαρκες, που τις ξαπόστελνε όταν παραγνωρίζονταν και ζητούσαν αποκατάσταση, κι έτσι έζησε με τη ζωή να περνάει από δίπλα του.
Το λεωφορείο που φάνηκε στη γωνία, διέκοψε τις σκέψεις του. Έσβησε το τσιγάρο και μπήκε. Το τσιγάρο ήταν το πρώτο έξοδο που ελάττωσε, όταν έχασε τη μάνα και τη χαμηλή της σύνταξη. Περιόρισε το κάπνισμα σε τρία την ημέρα, ένα με τον καφέ το πρωί, ένα μετά το μεσημεριανό φαγητό κι ένα το απόγευμα. Επί δέκα χρόνια δεν επέτρεψε στον εαυτό του να παρεκκλίνει από αυτή τη συνήθεια ούτε μια φορά. Αλλά σήμερα που έδωσε την προκαταβολή στον μαρμαρά, ήταν αλλιώς. Επιτέλους, είχε φτάσει κοντά στο στόχο του. Μπορούσε να το γιορτάσει με ένα έξτρα τσιγάρο.
Όταν βρήκαν έναν γείτονα μισοφαγωμένο από τα ποντίκια, πέντε μέρες πεθαμένο, τον είχε πιάσει το πρώτο άγχος. Μετά την κηδεία, πήγε στο φούρναρη, στη γωνία.
-Κάθε μέρα παίρνω ψωμί, να το θυμάσαι, του είπε. Κάθε μέρα! Το κατάλαβες;
Ο φούρναρης κούνησε το κεφάλι του.
Την άλλη μέρα το ξαναείπε.
-Ψωμί μόνο από σένα παίρνω, μην το ξεχνάς αυτό! Κάθε μέρα μια φρατζόλα.
Από τότε, συχνά-πυκνά, υπενθύμιζε στο φούρναρη την καθημερινή του συνήθεια, ώσπου οι πωλήτριες του κόλλησαν το παρατσούκλι: «Φάνηκε ο καθεμέρας για τη φρατζόλα του; Άργησε σήμερα ο καθεμέρας» κι έσκαγαν στα γέλια.
-Καλώς τον κ. Καθεμέρα, του είπε μια μέρα μια καινούργια που δεν γνώριζε το ιστορικό.
Δεν τον ένοιαξε καθόλου. Ίσα-ίσα, τότε σιγουρεύτηκε πως δεν θα έχει την τύχη του γείτονα.
Το δεύτερο σοκ ήρθε, όταν η Βουλγάρα που φρόντιζε έναν ηλικιωμένο στην απέναντι πολυκατοικία, του έφαγε τα χρήματα και την κοπάνησε. Έσκασε ο κακομοίρης από την πίκρα του. Τον είχε αφήσει ταπί. Κάνανε έρανο στην γειτονιά για να τον θάψουν.  

-ο-ο-ο-

Βγήκε από το μαγαζί του μαρμαρά ανακουφισμένος. Είχε διευθετήσει μια υπόθεση που τον απασχολούσε πάνω από δέκα χρόνια. Περπάτησε ήρεμος ως την στάση του λεωφορείου. Έβγαλε το πακέτο κι άναψε τσιγάρο. Ήταν το δεύτερο της ημέρας. Κανονικά, το φύλαγε για το μεσημέρι μετά το φαγητό. Αλλά σήμερα ήταν μια εξαιρετική μέρα. Άξιζε να την γιορτάσει με ένα τσιγάρο εκτός προγράμματος. Άλλωστε δεν είχε να φοβηθεί τίποτε πια. Με τα τελευταία του χρήματα, μόλις είχε παραγγείλει το μνημούρι του. 

Θοδωρής Μπελίτσος
Ν. Σμύρνη, 16/1/2018

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Τα λυκοκάντζαρα


Από εκείνη την ημέρα δεν ξαναπήγε στην πλατεία. Χάθηκε από τα στέκια. Μάζεψε κι άλλους και τις ημέρες κατέβαιναν και δούλευαν το πριόνι που άφηναν τα λυκοκάντζαρα σαν χάραζε. Σε λίγο καιρό θα γύριζε ανάποδα ο ντουνιάς, όπως το είχε προβλέψει ο ποιητής. 

-ο-ο-ο-


Μια φορά κι έναν καιρό, στα όχι και πολύ παλιά χρόνια, σε μια όχι και πολύ μακρινή χώρα, ζούσε ένας όμορφος άντρας, πενηντάρης περίπου, με άπλυτα μακριά γένια και μαλλιά, που φορούσε κουρελιασμένα ρούχα και τρύπια παπούτσια. Από την πλάτη του κρεμόταν ένα μικρό σακί με όλα του τα υπάρχοντα, δηλαδή ένα καρβέλι ψωμί κι ένα πακέτο τσιγάρα. Το όνομά του δεν το ξέρουμε, αλλά ας τον πούμε Ανέστη.
Το πρωί τριγυρνούσε στους δρόμους της πόλης κι έλεγε παράξενες ιστορίες, ζητιανεύοντας λίγο ψωμί και καπνό. Ισχυριζόταν πως ένα καρβέλι ψωμί κι ένα τσιγάρο τού αρκούσαν, όχι μόνο  για να ζήσει αλλά και για να αλλάξει τον κόσμο. Κανείς δεν τον πίστευε αλλά όλο και κάποιος του έδινε ένα τσιγάρο ή μισό καρβέλι. Από το μεσημέρι και μετά εξαφανιζόταν ως το επόμενο πρωί, οπότε άρχιζε το ίδιο σεργιάνι.
Οι ιστορίες του μιλούσαν για έναν υπόγειο κόσμο με όντα παράξενα, τα οποία θέλουν ν’ αναποδογυρίσουν το σύμπαν. Παλεύουν ολονυχτίς γι’ αυτό αλλά μόλις βγαίνει ο ήλιος φοβούνται. Κρύβονται από τους ανθρώπους και ξαναπιάνουν δουλειά μόλις σκοτεινιάσει.
Οι ιστορίες του μιλούσαν για το μεγάλο λάθος που είχε κάνει ο Θεός, όταν έφτιαξε τον κόσμο. Κουρασμένος όπως ήταν από την προσπάθειά του να χτίσει το σύμπαν, να χωρίσει το φως από το σκοτάδι, να απομακρύνει το νερό από τις στεριές, να σχεδιάσει τα φυτά και τα ζώα, κουρασμένος όπως ήταν, λοιπόν, βιάστηκε να στείλει στον κόσμο το τελευταίο του δημιούργημα, που ήταν σχεδιασμένο πρόχειρα και στο πόδι.
Στην αρχή, ενθουσιασμένος για το θαυμαστό αποτέλεσμα, δεν συνειδητοποίησε το λάθος του. Μα όταν ο άνθρωπος άρχισε να πολλαπλασιάζεται και να δείχνει τις αληθινές του προθέσεις, όταν άρχισε να επιβάλλεται και να κυριαρχεί πάνω στα υπόλοιπα πλάσματα, ο Θεός κατάλαβε ότι το θαυμαστό δημιούργημα που με τόσο κόπο είχε σχεδιάσει και φτιάξει από το τίποτα, αργά ή γρήγορα θα καταστραφεί από το ελαττωματικό ον που έφτιαξε την τελευταία στιγμή.
Ως πάνσοφος και πανάγαθος που είναι, αποφάσισε να κάνει υπομονή. Τι στο καλό, σκέφτηκε, μυαλό του έδωσα, λογική του έδωσα, το ελεύθερο να ερευνά τα πάντα τού το έδωσα, ακόμα και να με απορρίψει του επέτρεψα, κάποια στιγμή θα ωριμάσει, θα λογικευτεί, θα καταλάβει ότι άμα καταστρέψει τον κόσμο θα καταστραφεί κι ο ίδιος και θα αλλάξει ρότα.
Μα οι αιώνες περνούσαν και τίποτα δεν γινόταν. Η κατάσταση, αντί να βελτιώνεται, ολοένα χειροτέρευε. Ο Θεός κουράστηκε να περιμένει. Και αποφάσισε να αναποδογυρίσει το σύμπαν και να φτιάξει ένα καινούργιο. Τι παντοδύναμος θα ήταν, αν δεν μπορούσε να το διαλύσει και να το ξαναφτιάξει.
Τέτοιες ιστορίες έλεγε ο αλλούτερος αυτός ομορφάντρας, ο Ανέστης, και σαγήνευε το ακροατήριο. Και μόλις εξασφάλιζε τα τσιγάρα και το ψωμί του, αναχωρούσε τραγουδώντας πάντα το ίδιο τραγούδι:

Άιντε θύμα, άιντε ψώνιο, άιντε σύμβολο αιώνιο
αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ’ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.(1)

-ο-ο-ο-

Τυλίχτηκε όσο μπορούσε καλύτερα με το πάπλωμα αλλά το πρωινό αγιάζι έβρισκε τον τρόπο να περνάει από μέσα και να του παγώνει τα πόδια. Ούτε απόψε είχε κοιμηθεί καλά. Οι υπόκωφοι θόρυβοι που έβγαιναν μέσα από το παλιό κτίριο ήταν πιο δυνατοί από κάθε άλλη νύχτα. Πριονίσματα, σφυριές, τσεκουριές, αλλόκοτα χτυπήματα. Λες και κάποιοι δούλευαν ολονυχτίς. Την ημέρα όλα ήταν ήσυχα. Κοιμήθηκε λίγο ακόμα αλλά σύντομα το φως της μέρας και ο θόρυβος του δρόμου τον ξεσήκωσαν. Δεν πήγαινε άλλο. Έπρεπε να εξερευνήσει το κτίριο, να βρει ποιος κοπανάει τις νύχτες.
Απέξω το κτίσμα έμοιαζε σαράβαλο. Η μισή σκεπή είχε πέσει, τα τζάμια σπασμένα, τα παράθυρα, ξεδοντιασμένα στόματα, αποκάλυπταν γυμνά τοιχία στο εσωτερικό. Μια μισοσβησμένη ταμπέλα: «…ποιείον Ιωάννης Καρ…» υπονοούσε πως σε αλλοτινούς καιρούς, όταν ήταν στις δόξες του, το κτίριο στέγαζε κάποιο εργαστήριο ή κάποια βιοτεχνία. Τώρα ερημιά και βρώμα κυριαρχούσε παντού. Η κεντρική είσοδος, μια τεράστια σιδερένια πόρτα, διπλομανταλωμένη με αλυσίδες και λουκέτα, βρισκόταν στο βάθος μιας εσοχής με ένα μεγάλο πλατύσκαλο μπροστά. Οι πλαϊνοί τοίχοι και ο φαρδύς εξώστης από πάνω προστάτευαν το χώρο από τη βροχή και τον άνεμο. Πριν από λίγες εβδομάδες είχε εντοπίσει αυτή τη θέση. Του έκανε εντύπωση που ήταν ελεύθερη. Γρήγορα, γρήγορα μετέφερε την «οικοσκευή» του: το στρώμα, το πάπλωμα και το σακί του με τις δυο αλλαξιές που του είχε χαρίσει μια σπλαχνική κυρία, το τενεκεδάκι με τα ψιλά, τα τσιγάρα του και κάτι άλλα ψιλοπράγματα.
Κάποιος του είπε πως το κτίριο είναι στοιχειωμένο αλλά αυτός γέλασε. Δεν πίστευε στα στοιχειά, ούτε στο Θεό ούτε στο διάβολο πίστευε. Μόνο στην καλοσύνη των ανθρώπων πίστευε. Αυτή τον είχε σώσει από τότε που έμεινε χωρίς στέγη. Στα 52 του έμεινε χωρίς δουλειά. Είχε απολυθεί και παλιότερα και νόμιζε πως η ανεργία θα ήταν προσωρινή. Μα τα πράγματα τώρα ήταν αλλιώς. Ένα χρόνο αργότερα ξέμεινε κι από στέγη. Φορτώθηκε για λίγο σε κάποιους συγγενείς αλλά απομακρύνθηκε αξιοπρεπώς. Καταλάβαινε πως ήταν βάρος και ντρεπόταν να παρακαλάει.
Την έβγαζε με λίγο ψωμί και τσιγάρα και περίμενε την ανάσταση. Ζούσε τριγυρνώντας στους δρόμους λέγοντας ιστορίες. Οι ιστορίες του άρεσαν στον κόσμο. Υπήρχαν μέρες που τον περίμενε πλήθος. Πιο πολύ άρεσε η ιστορία του για το Θεό που είχε βαρεθεί τους ανθρώπους. Ανέβαινε σε ένα παγκάκι και έπιανε το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει την προηγούμενη φορά. Κάθε μέρα έπρεπε να προσθέτει ένα νέο επεισόδιο στο παραμύθι αυτό αλλά είχε αρχίσει να ξεμένει από ιδέες.

-ο-ο-ο-

Πού είχαμε μείνει λοιπόν;
Αποφάσισε, είπαμε, ο Θεός να διαλύσει τον κόσμο. Για το σκοπό αυτό έστειλε στη Γη τα λυκοκάντζαρα. Τα έβαλε βαθειά στο υπέδαφος, για να μην τα δουν οι άνθρωποι και τα σκοτώσουν. Είχε φοβηθεί το μάτι του Θεού. Αυτό το φοβερό μάτι που «τα πανθ’ ορά», που δέσποζε σ’ όλες τις εκκλησιές, αντί να το φοβούνται οι άνθρωποι, φοβόταν εκείνο τους ανθρώπους.
Έκρυψε, λοιπόν, τα λυκοκάντζαρα βαθειά στη Γη, τους έδωσε αδύναμα μάτια να μην αντέχουν το φως, μη τυχόν και παρασυρθούν και βγουν στον ήλιο και τα κυνηγήσουν οι άνθρωποι. Τους έδωσε δυνατά χέρια και πλεμόνια και εργαλεία γερά ώστε να μπορέσουν να κόψουν το χοντρό δέντρο που κρατά ζωντανό τον πλανήτη. Τους έδωσε άσχημη φτιαξιά για να μην ερωτευτούν τον εαυτό τους και χαθούν μέσα στους καθρέφτες. Μα κυρίως τους έδωσε αγαθή ψυχή για να στέκονται αλληλέγγυοι, να σέβονται τον κόπο του άλλου.
Αιώνες τώρα τα λυκοκάντζαρα παλεύουν να φέρουν τον στραβωμένο κόσμο στα ίσια του, δηλαδή να τον γκρεμίσουν, πριονίζοντας το δέντρο που τον στηρίζει, αλλά παρά την πανσοφία του, πάλι λάθεψε ο Θεός. Ξέχασε πως το δέντρο αυτό ξαναγεννιέται, όταν βγαίνει ο  ήλιος. Εκείνος το είχε φτιάξει έτσι, για να σιγουρέψει πως ο κόσμος δεν θα χαλάσει ποτέ.
Έτσι όσο σκληρά και να προσπαθούν τα λυκοκάντζαρα τη νύχτα, την άλλη μέρα το μισό δέντρο ξαναγεννιέται και ξεκινούν από την αρχή. Την άλλη νύχτα κόβουν το μισό του μισού που απομένει, την επόμενη το μισό του μισού του μισού και πάει λέγοντας. Μα ποτέ δεν κόβεται, διότι πάντα μένει γερό το μισό του μισού, του μισού, του μισού, του μισού…
Και καθώς το μισό του μισού, του μισού κλπ δεν τελειώνει ποτέ, ο Ανέστης σταμάτησε την αφήγηση κι άπλωσε το σακούλι του να μαζέψει τα ξεροκόμματα και τα τσιγάρα της ημέρας από τον κόσμο που είχε μαζευτεί. Και έπειτα αναχώρησε τραγουδώντας:

Ανωχώρι κατωχώρι, ανηφόρι κατηφόρι
και με κάμα και βροχή ώσπου να βγει η ψυχή.(1)

-ο-ο-ο-

Ούτε απόψε μπόρεσε να κοιμηθεί από τους θορύβους που έρχονταν από τα έγκατα του κτιρίου. Μήπως είχαν δίκιο όσοι του είχαν πει ότι είναι στοιχειωμένο; Αποφάσισε να ρίξει μια ματιά. Βρήκε ένα άνοιγμα και μπήκε μέσα. Σκοτάδι βαθύ. Οι κρότοι, κρότοι, συνεχίζονταν κανονικά: ντάμπα-ντουπ, ντάμπα-ντουπ, ντάμπα-ντουπ... Βρήκε μια σκάλα που κατέβαινε σε ένα υπόγειο. Εκεί τον οδηγούσε το συνεχές ντάμπα-ντουπ που άκουγε. Κατεβαίνοντας βρήκε μια άλλη σκάλα που πήγαινε βαθύτερα και πιο κάτω μια ακόμα που πήγαινε πιο βαθειά. Ατέλειωτες ήταν οι σκάλες και όσο τις κατέβαινε, τόσο δυνάμωνε το ντάμπα-ντουπ. Τώρα ακούγονταν και φωνές, ακαταλαβίστικες.
Κάποια στιγμή, αφού είχε κατεβεί αμέτρητα σκαλοπάτια, βρέθηκε σε ένα ξέφωτο. Στο βάθος ένας τεράστιος κορμός στήριζε ένα πελώριο δέντρο που χανόταν στα σκοτεινά ύψη. Γύρω του δεκάδες μαυριδερά πλάσματα με ουρά, με λαμπερά μάτια και μακριά, δυνατά χέρια, χειρίζονταν ένα τεράστιο πριόνι που ήταν χωμένο βαθιά μέσα στον κορμό. Τα μισά όντα τραβούσαν από τη μια και τ’ άλλα από την άλλη. Σε κάθε πριόνισμα ακουγόταν ένας στριγκός ήχος, που ανακατωνόταν με το σύνθημα που φώναζαν τα παράξενα όντα για να συντονίζονται στο πριόνισμα:
«Ούα-για, ούα-για, ούα-για»!
«Μανούλα μου, τα λυκοκάντζαρα!», μισοφώναξε και κρύφτηκε φοβισμένος.
Αλλά ήταν αργά, τον είχαν δει. Σταμάτησαν το πριόνισμα και άρχισαν να χοροπηδάνε γύρω του φωνάζοντας:
«Δώσ’ μας άνθρωπε κρασί».
«Δεν έχω», απάντησε ο Ανέστης που είχε χλομιάσει από φόβο.
«Δωσ’ μας άνθρωπε νερό».
«Δεν έχω, σας είπα».
«Τι έχει μέσα το σακί;»
«Μόνο τσιγάρα και ψωμί»
«Δωσ’ μας άνθρωπε ψωμί»
Έβγαλε και τους έδωσε το καρβέλι του.
Κάθισαν γύρω του, το κόψανε και τρώγανε ώσπου ακούστηκε ένα ρολόι να χτυπά έξι φορές.
«Μερώνει», φώναξε  ο αρχι-λυκοκάντζαρος κι έδωσε το σύνθημα:
«Φεύγετε, να φεύγουμε».
Τα παράτησαν όλα κι εξαφανίστηκαν πίσω από μια πόρτα τραντάζοντας το έδαφος με τα τρεχαλητά τους. Ο αρχι-λυκοκάντζαρος έριξε μια κλωτσιά στον Ανέστη, αμόλησε μια πορδή κι έτρεξε προς την πόρτα. Την έκλεισε με βρόντο κι εξαφανίστηκε κι αυτός.
Ένας ποιητής φάνηκε από το πουθενά και του ψιθύρισε στ’ αυτί:

Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο.
Μην ξυπνάς: θα μετανιώσεις.(2)

Ξύπνησε τρομαγμένος από τρεχαλητά παιδιών που περνούσαν από το πεζοδρόμιο. Σκεπάστηκε να μην τον ιδούν, καθώς ανάμεσά τους γνώρισε μερικά που στήνονταν ν’ ακούσουν τις ιστορίες του. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Αλλά το όνειρο του έδωσε ιδέες για τις σημερινές του ιστορίες. Πήρε το σακί και ξεκίνησε για το «μεροκάματο». Ήταν άδειο! Το μισοκάρβελο που είχε απομείνει αποβραδίς, έλειπε.  Θυμήθηκε το όνειρο. Μια υποψία τυλίχτηκε σφιχτά γύρω από το κεφάλι του και δεν έλεγε να φύγει.  Λες;  Όσο περνούσε η μέρα, η υποψία γινόταν βεβαιότητα.

-ο-ο-ο-

Λέγαμε, λοιπόν, πως από τη δουλειά που έκαναν κάθε νύχτα οι  λυκοκάτζαροι, η μισή πήγαινε στράφι, αφού τη μέρα δεν μπορούσαν να δουλέψουν και το δέντρο ξαναγεννιόταν. Ο Θεός, ως πανταχού παρών, έβλεπε ότι η δουλειά δεν θα τελειώσει αλλά δεν μπορούσε να επέμβει. Καθότι ως ζωής χορηγός, δεν μπορούσε να επιτρέψει σε μια ζωντανή ύπαρξη, όπως το δέντρο, να χαθεί.
Μην μπορώντας να βρει άλλη λύση, αναγκάστηκε να καταφύγει στους ανθρώπους. Αν βρισκόταν, σκέφτηκε, ένας άνθρωπος να συνεχίζει το πριόνισμα την ημέρα που δεν μπορούσαν να δουλέψουν οι λυκοκάντζαροι, η δουλειά θα τέλειωνε στο άψε-σβήσε.
Έψαξε από εδώ, έψαξε από εκεί, αλλά άνθρωπο εμπιστοσύνης δεν έβρισκε. Από τον καιρό του Νώε είχε να εμφανιστεί κάποιος έμπιστος. Με το Νώε τα είχε πάει καλά αλλά δεν είχε υπολογίσει την οικογένειά του. Τα παιδιά του αποδείχτηκαν κάλπικα. Είχαν κληρονομήσει όλα τα ανθρώπινα ελαττώματα και γενιά με γενιά ο ντουνιάς έγινε ίδιος και χειρότερος από εκείνον πριν από τον κατακλυσμό.
Είχε απελπιστεί ο Θεός, ώσπου είδε τον άστεγο να βρίσκει κατάλυμα στην εξώπορτα του παλιού εργοστάσιου, στα έγκατα του οποίου είχε στήσει τη μεγάλη επιχείρηση της ανατροπής του πλανήτη. Στην αρχή φοβήθηκε -Πού είχε καταντήσει κοτζάμ Θεός; Να φοβάται τα δημιουργήματά του!- Φοβήθηκε μη τυχόν ο άστεγος ακούγοντας τους θορύβους καταλάβει τι γινόταν και αποκαλυφθούν όλα. Έδωσε εντολή στους λυκοκάντζαρους να δουλεύουν λιγότερο αλλά το δέντρο άρχισε να δυναμώνει. Δουλειά αιώνων χάθηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ώσπου ένα απομεσήμερο άκουσε τον άστεγο να τραγουδάει:

Και στον πόλεμο όλα για όλα κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ.(1)

Αυτός είναι ο άνθρωπός μου, είπε ο Θεός. Τέτοιους ανθρώπους είχε ονειρευτεί όταν έφτιαχνε τον κόσμο. Δουλευτάδες και κιμπάρηδες. Πώς και του ξέφυγε το πράγμα, ούτε που το κατάλαβε. Θα τον παρακαλέσω να βοηθήσει κι ο Θεός βοηθός!
Η επιλογή του ήταν άριστη. Με τη βοήθεια του Ανέστη η δουλειά θα προχωρούσε πιο γρήγορα. Σε λίγες εβδομάδες το δέντρο που στήριζε τον κόσμο θα έσκαγε με πάταγο. Ο ντουνιάς θα αναποδογύριζε. Μια νέα εποχή θα ξεκινούσε. Ο Θεός ήταν ολόχαρος. Είχε ήδη αρχίσει να τροποποιεί το αρχικό σχέδιο.

-ο-ο-ο-

Το απομεσήμερο, γύρισε αποκαμωμένος από το μπλα-μπλα, κάθισε στο γιατάκι του και έβγαλε να καπνίσει ένα ακριβό τσιγάρο που του είχαν χαρίσει. Το μύρισε πρώτα, τέτοιο μυρωδάτο τσιγάρο δεν είχε ξαναπέσει άλλοτε στα χέρια του, όχι τώρα που ήταν άστεγος αλλά και παλιά που δούλευε. Ήταν τέτοια η μοσχοβολιά του, που λυπόταν να το κάψει. Αλλά η μοίρα των τσιγάρων, όσο καλοφτιαγμένα κι αν είναι, είναι να καπνίζονται. Με αυτή τη σκέψη έβγαλε τα σπίρτα και το άναψε. Το ρούφηξε απολαυστικά, με αργές εισπνοές απολαμβάνοντας μια πρωτόγνωρη νιρβάνα. Και καθώς τα τελευταία δακτυλίδια καπνού διαλύονταν στον αέρα, έγειρε να κοιμηθεί. Δεν είχε γλαρώσει καλά-καλά και ο λόγος του ποιητή «Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο» άρχισε να κλωθογυρίζει στο όνειρό του. Έφευγε για λίγο, μα μόλις γλάρωνε, ξαναρχόταν και τον ξυπνούσε.
Είχε βραδιάσει για τα καλά, όταν σηκώθηκε. Οι υπόκωφοι κρότοι είχαν αρχίσει πάλι και του φάνηκε πως είχαν μεγαλύτερη ένταση από άλλες βραδιές. Γεμάτος περιέργεια να δει τι γίνεται, κατέβηκε στα τρίσβαθα κάτω από το παλιό κτίριο. Οι λυκοκάντζαροι συνέχιζαν ακούραστοι τη δουλειά τους.
«Ούα-για, ούα-για, ούα-για»!
Αυτή τη φορά δεν του έδωσαν σημασία. Κάθισε και τους κοιτούσε. Λαχάνιαζαν, ίδρωναν, πονούσαν, αλλά φαίνονταν αφοσιωμένοι στο έργο τους. Όταν κουράζονταν έρχονταν άλλοι και παίρνανε τη θέση τους. Χωρίς παράπονα, χωρίς γκρίνια, χωρίς καυγάδες. Η προσήλωση στο στόχο τους είχε απορροφήσει. Ώρες συνεχιζόταν αυτό ώσπου τον πλησίασε ο αρχι-λυκοκάντζαρος.
«Δεν βάζεις ένα χεράκι, αντί να κοιτάς σα χάνος», του είπε, «μήπως τελειώσουμε κάποια στιγμή».
Τον κοίταξε με απορία. Δεν το είχε σκεφτεί καν. Σηκώθηκε και πήρε θέση στην επόμενη ομάδα πριονίσματος. Από κοντά δεν ήταν και τόσο αποκρουστικοί, όσο είχε νομίσει στην αρχή. Λίγο άξεστοι στους τρόπους ήταν, τι λίγο δηλαδή, πολύ άξεστοι: ρεύονταν, έκλαναν, μιλούσαν απότομα, βρίζανε αλλά δεν προξενούσαν φόβο. Συντονίστηκε κι άρχισε τη δουλειά σκούζοντας κι αυτός με ρυθμό:
«Ούα-για, ούα-για, ούα-για»!
Για πότε πέρασε η ώρα, ούτε που το κατάλαβε. «Μην ξυπνάς: θα μετανιώσεις», του ψιθύρισε ο ποιητής.
Εκείνη την ημέρα δεν πήγε στην πλατεία να πει τις ιστορίες του. Ούτε την επόμενη. Χάθηκε από τα στέκια. Μάζεψε κι άλλους και τις ημέρες κατέβαιναν και δούλευαν το πριόνι που άφηναν τα λυκοκάντζαρα σαν χάραζε. Σε λίγο καιρό θα γύριζε ανάποδα ο ντουνιάς, όπως το είχε προβλέψει ο ποιητής.
Μια μέρα καθώς ανέβηκε να ρίξει έναν υπνάκο, είδε το σουλούπι του σε μια σπασμένη τζαμαρία. Είχε μαυρίσει, τα μπράτσα του είχαν δυναμώσει, τα χέρια του είχαν πλατύνει και μια ουρίτσα είχε φανεί χαμηλά πίσω του.
Μα πιο πολύ εντυπωσιάστηκε από τη λάμψη που είχαν αποκτήσει τα μάτια του.

Θοδωρής Μπελίτσος
Ν. Σμύρνη, Γενάρης 2018

Σημειώσεις
(1) Κώστας Βάρναλης, Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου, από τα «Ποιητικά», Κέδρος 1956. Μελοποίηση Λουκάς Θάνος, τραγούδι Νίκος Ξυλούρης 1980 (πρώτη εκτέλεση).

(2) Τάσος Λειβαδίτης, Βιολέτες για μία εποχή, από το «Πείρα αιώνων», Κέδρος 1985

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Το ά-λογο σκίρτημα του μακρινού Νοέμβρη

«Άραγε να ’μαι κάποιος άλλος
που προσπαθεί να ονειρευτεί»
Δημ. Ζερβουδάκης


Θυμήσου! Ήμασταν άοπλοι και δεν φορούσαμε κουκούλα.




Ίσως ανηφορίσω και φέτος προς το Πολυτεχνείο, εκεί που κάποτε ονειρευτήκαμε το αδύνατο. Με βαριά καρδιά, δεν τα μπορώ τα μνημόσυνα. Ξέρω, δεν θα βρω το Διομήδη, ούτε το Σωκράτη, ούτε το Βασίλη, ούτε τη Σταματίνα, ούτε τον Ιάκωβο. Αυτοί ξέμειναν εκεί, ίσως γελάνε κρυμμένοι πίσω από το ματωμένο κεφάλι. Δεν θα βρω ούτε τη Μαρία, ούτε το Στέφανο, ούτε τον Χρύσανθο. Θα λείπουν, έγινε δύσκολη γι’ αυτούς η ανηφόρα προς το Πολυτεχνείο. Άραγε θα θυμηθούν, τουλάχιστον, το ά-λογο σκίρτημα της καρδιάς που νιώσαμε όλοι εκείνο τον μακρινό Νοέμβρη;

-ο-ο-ο-

Ομόνοια 2017. Ανέβηκα τις κυλιόμενες και βρέθηκα στο πολυεθνικό βασίλειο της πλατείας. Γελαστοί Αφρικανοί, με ντιβιντί αραδιασμένα σε σεντόνια πάνω στο πεζοδρόμιο, έτοιμοι να τα μαζέψουν μόλις πέσει σύρμα. Απελπισμένοι Ασιάτες, με απορημένο βλέμμα: «πώς βρέθηκα εγώ εδώ;». Αλβανοί, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, με όρθιες ταβανόβουρτσες, ατρόμητοι φύλακες, περιμένουν το σύνθημα.
Καφενείον «εν Ομονοία», κυρίες με μαλλί κομμωτηρίου περιφέρουν την ανία τους. Κατράντζος σπορ, τι θυμάσαι τώρα; Λουμίδης, αγαπημένες μυρωδιές. Το βλέμμα πέφτει απέναντι, στου Μπακάκου, και η σπαραχτική φωνή του Δημήτρη μού τρυπάει το αυτί: «Έχουμε ανάγκη από φάρμακα, από ιατρικό υλικό, από επιδέσμους…».
«Η πλατεία ήταν γεμάτη…», αχ βρε Διονύση.
Σινέ Αλάσκα, σεξ και καράτε, με ένα εισιτήριο δύο ταινίες. Πλατεία Λαυρίου, κλαρίνα ο Έλατος, «επαρχιώτης στην Ομόνοια», πάλι ο Διονύσης. Ξενοδοχείο Ελικών στη Δώρου, έρωτες της μιας βραδιάς, ίσως και της πρώτης φοράς.
Η στοά με τα σουβλατζίδικα με βγάζει στην Πατησίων. Αριστερά το ερείπιο του Μινιόν, «Επαναστατική Οργάνωση Οκτώβρης 80», διάχυτη μυρωδιά κατρουλιού. Σιγά την επανάσταση!
Ανηφορίζω προς το Πολυτεχνείο. Με βαριά καρδιά. Δύσκολη η ανηφόρα προς το αδύνατο. Δεν φτάνει μια ζωή για να την ανέβεις... αν την ανέβεις. Ίσως και να μη θέλεις.
«Ελευθερία, Ψωμί, Παιδεία».
Μοιάζει παραμύθι αλλά δεν είναι. Συνέβη!
Στουρνάρη. Κόσμος στο Μετσόβιο, κάθε ηλικίας, ο καθένας με τη δική του καραμέλα. Στα μεγάφωνα τα γνωστά θούρια: Παπακωνσταντίνου, Θεοδωράκης, Σαββόπουλος. Από ένα ταξί, στο φανάρι, Ζερβουδάκης. Ψαγμένος ο ταξιτζής. Σκύβω ν’ ακούσω καλύτερα:

Μέσα μου υπάρχει το ταξίδι,
βαθιά φωλιάζει στην καρδιά.

Το ταξίδι που ξεκίνησε ένα μακρινό Νοέμβρη. Το ταξίδι που δεν έχει τέλος.
Νεολαίοι μέσα κι έξω από τα κάγκελα. Προς τα Εξάρχεια μαυροκόκκινες σημαίες. Απέναντι το λεωφορείο των ΜΑΤ, δια παν ενδεχόμενον.
«Αδέλφια μας στρατιώτες, είμαστε άοπλοι…», πάλι η φωνή του Δημήτρη.
Μέσα από την είσοδο η σπασμένη καγκελόπορτα που τσάκισε τα πόδια της Πέπης. «Ήμασταν άοπλοι!», δάκρυσα. Μόνο εκεί δακρύζω. [1]
Έξω από την είσοδο οι lictores της ΚΝΕ, αναμένουν το γενικό γραμματέα να καταθέσει στεφάνι. Αχ βρε Δημήτρη [2], στο Μούδρο το ’85 κατέβασες το μισό στρατόπεδο στη γιορτή και στην πορεία και απάγγελνες Μαγιακόφσκι. Τώρα καταθέτεις στεφάνι με συνοδεία των ΚΝΑΤ. Πού χάθηκε το όνειρο άραγε;

Θυμήσου! Ήμασταν πολλοί.


Το ματωμένο κεφάλι του Μέμου Μακρή, σκεπασμένο με γαρίφαλα. Τα υπόλοιπα ματωμένα κεφάλια; Τα αληθινά. Τι απέγιναν;
Να σου πω εγώ, πετάγεται ο άκαπνος ξερόλας, ο κακός εαυτός μου: ο Μίμης γυρολόγος περιφέρει τη σκέψη του ένθεν κακείθεν, η Μαρία επίτροπος της Ευρώπης των μονοπωλίων, ο Κώστας θείο βρέφος της εξουσίας, η Τόνια αντιπρύτανης, ο Στέφανος υπουργός της Αλλαγής, ο Νίκος γεν. γραμματέας, ο Χρύσανθος εξ απορρήτων του Αντώνη Σαμαρά, ο Στέλιος δήμαρχος, ο Δημήτρης πολιτευτής, η Νάντια υπουργός έστω για λίγο, ο Νίκος ένθερμος εκσυγχρονιστής, η τάδε εδώ, ο δείνα αλλού... και πάει λέγοντας. [3]
Μα εγώ δεν μιλώ γι’ αυτά τα κεφάλια. Αλλά και αυτά ακόμα, δεν μπορεί, κάτι ένιωσαν τότε. Αυτό το κάτι που δεν φεύγει ποτέ, όσο και να θέλεις να το αποδιώξεις. Γι’ αυτό το ά-λογο κάτι, το πέραν της λογικής σκίρτημα, συνεχίζουμε να ζούμε. Αν δεν υπήρχε, δεν θα είχε νόημα η ανηφόρα.
Αλλά, όπως είπα, δεν μιλώ γι’ αυτά τα κεφάλια. Ούτε για τον Αλέξανδρο, το Μήτσο, το Χριστόδουλο, το Σάββα [4] και τους άλλους, που νόμισαν πως το λάβαρο του αγώνα ήταν ιδιοκτησία τους και το έκαναν σημαία εξ ονόματός μας, χωρίς να μας ρωτήσουν. Ξέχασαν πως οι αποφάσεις, τότε, ήταν συλλογικές, πως παλεύαμε για δημοκρατία όχι για εκδίκηση. Αυτούς δεν μπορώ να τους συγχωρήσω. Όχι μόνο γιατί πήραν ανθρώπινες ζωές αλλά, κυρίως, γιατί σκότωσαν το σύμβολο. Ούτε μπορώ να καταλάβω όσους τους θαυμάζουν. Δεν γίνεται τη μια μέρα να παλεύεις για να καταργηθεί η θανατική ποινή και την επόμενη να υπερασπίζεσαι αυτόν που σκότωσε στο όνομα κάποιας ιδεολογίας. Απλά δεν γίνεται! Ναι, η γενιά του Πολυτεχνείου είμαστε, αλλά όχι της 17 Νοέμβρη. Θυμήσου: «Ήμασταν άοπλοι και δεν φορούσαμε κουκούλα»!
Δεν μιλώ, λοιπόν, γι’ αυτά τα κεφάλια. Ή, τέλος πάντων, όχι μόνο γι’ αυτά. Μιλώ για τα φαντάσματα που είναι κρυμμένα κάτω από την ποδοπατημένη σημαία-βρικόλακα, αυτήν που κάθε χρόνο την ανασταίνουν και την περιφέρουν ως λάφυρο ανάξιοι επίγονοι, κομματικοί αυλοκόλακες, νεολαίοι δυστυχώς.
Μιλώ για τα φαντάσματα που χάθηκαν στη σκόνη του χρόνου. Για τα ξεχασμένα θύματα, το Διομήδη, το Σπύρο, το Σωκράτη, την Toril, το Βασίλη [5] και τόσους άλλους που μόνο κάποια μάνα τους θυμάται ακόμα, αν ζει κι αυτή. Και έχεις και τους νοσταλγούς να διαλαλούν από τα μπαλκόνια «Κανείς δεν σκοτώθηκε στο Πολυτεχνείο», χωρίς να βρίσκεται κάποιος να τους ρίξει μια πατσαβούρα. Κι ακόμα τον Ιάκωβο και τη Σταματίνα που έφυγαν γιατί θέλησαν να κρατήσουν τη φλόγα ζωντανή.[6]
Μιλώ για το Νίκο που ζει σακάτης με ηρεμιστικά. Μιλώ για το Γιώργο που μετά τη «συνέντευξη» στο Μαστοράκη χάθηκε κι έφυγε μικρός από τη ζωή. Για την Ιωάννα που μοιράζει απλόχερα όνειρα μέσα από τα βιβλία της. Για το Γιώργο, το γιατρό, που συνεχίζει να παλεύει με τους ιούς.[7]
Μιλώ για τον άγνωστο υπάλληλο, το δάσκαλο, το μηχανικό, το βιοτέχνη, την άγνωστη δικηγόρο, γιατρό, αρχιτέκτονα, εργάτρια, μάνα και ίσως γιαγιά σήμερα. Για όσους δεν εξαργύρωσαν το σκίρτημα του μακρινού Νοέμβρη. Γι’ αυτούς που κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, θυμούνται, κι ας μην τους θυμάται κανείς. Κι ας μην τους ξέρει κανείς. Που δεν θέλησαν να τους ξέρει κανείς. Τους αρκεί που γνωρίζουν οι ίδιοι ότι βρέθηκαν εκεί. Τους αρκεί που κράτησαν αναμμένη τη φλόγα που τους φώτισε τότε. Τους αρκεί που συνεχίζουν το ατελεύτητο ταξίδι.
Ξέρουν καλά πως αυτοί ήταν το «Πολυτεχνείο». Ξέρουν καλά πως χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε ούτε η τσακισμένη καγκελόπορτα ούτε η ποδοπατημένη σημαία. Και σαρκάζουν, όταν αγορεύουν οι ρήτορες του εφήμερου, οι θεατρίνοι της εξουσίας.
Χωρίς τη φοιτητριούλα δεν θα είχες εξαργυρώσει τίποτε, φιλόδοξε πολιτευτάκια! 
Νάτος πάλι ο παλιός Διονύσης.

-ο-ο-ο-

Ίσως ανηφορίσω και φέτος προς το Πολυτεχνείο, εκεί που κάποτε ονειρευτήκαμε το αδύνατο. Εκεί που νιώσαμε για πρώτη φορά το ά-λογο σκίρτημα που μας σφράγισε. Με βαριά καρδιά, δεν τα μπορώ τα μνημόσυνα. Τώρα ξέρω, είναι δύσκολη η ανηφόρα. Δεν φτάνει μια ζωή για να την ανέβεις... αν την ανέβεις. Κι ας πούμε ότι φτάνεις στην κορυφή, μετά; Ίσως και να μην θέλεις να φτάσεις.
Άλλωστε η διαδρομή είναι που αξίζει, όπως έγραψε με δικά του λόγια, πριν από δεκαετίες, ο σπουδαίος Αλεξανδρινός.

Θοδωρής Μπελίτσος
Νοέμβρης 2017

-ο-ο-ο-

ΥΓ. Τα ονόματα δεν είναι φανταστικών προσώπων. Ίσως κάποια τα έχεις ήδη αναγνωρίσει.
[1] Δημήτρης Παπαχρήστος (ο εκφωνητής), Πέπη Ρηγοπούλου.
[2] Δημήτρης Κουτσούμπας, γεν. γραμματέας του ΚΚΕ.
[3] Μίμης Ανδρουλάκης, Μαρία Δαμανάκη, Κώστας Λαλιώτης, Τόνια Μοροπούλου, Στέφανος Τζουμάκας, Νίκος Αντώνογλου, Χρύσανθος Λαζαρίδης, Στέλιος Λογοθέτης, Δημήτρης Χατζησωκράτης, Νάντια Βαλαβάνη, Νίκος Χριστοδουλάκης.
[4] Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, Μήτσος Κουφοντίνας, Χριστόδουλος Ξηρός, Σάββας Ξηρός.
[5] Διομήδης Κομνηνός, Σπύρος Κοντομάρης, Σωκράτης Μιχαήλ, Toril Engeland, Βασίλης Φάμελλος.
[6] Ιάκωβος Κουμής, Σταματίνα Κανελλοπούλου.
[7] Νίκος Ρεβελάκης, Γιώργος Δρογγάρης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Γιώργος Παυλάκης (ο γιατρός).