Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2023

6.10.1912: «Η ώρα της απελευθερώσεως εσήμανε!»*

 


Δυο Μανιάτες αξιωματικοί, ο Καραμούζης κι ο Μαυρομιχάλης, ευαγγελίζονται τη λευτεριά στους κατοίκους της Λήμνου

 

Όταν, το απομεσήμερο της 5ης Οκτωβρίου του 1912 [παλιό ημερολόγιο], ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης απέπλεε από τον όρμο του Φαλήρου με κατεύθυνση προς το Θρακικό πέλαγος, γνώριζε ότι αν ο Ελληνικός Στόλος δεν κατάφερνε να κυριαρχήσει στο Αιγαίο, η έκβαση του πολέμου που ξεκινούσε ήταν πολύ δύσκολο να είναι ευτυχής για τις ελληνικές προσδοκίες. Η επιβλητική νηοπομπή των 23 πλοίων, με επικεφαλής το εντυπωσιακό θωρηκτό Αβέρωφ, είχε συγκεκριμένο στόχο, όταν ξεκινούσε υπό τις επευφημίες του πλήθους που είχε συρρεύσει στη φαληρική ακτή.

5.10.1912. Ο απόπλους της Μοίρας του Αιγαίου από το Φάληρο
 

Όφειλε να αποκλείσει τον τουρκικό στόλο στα Στενά των Δαρδανελίων, ώστε αφενός να εμποδίσει τον από θαλάσσης ανεφοδιασμό των τουρκικών στρατευμάτων στη Μακεδονία και τη Θράκη, αφετέρου να εξασφαλίσει τον ελεύθερο διάπλου των ελληνικών εμπορικών και πολεμικών πλοίων στο Αιγαίο. Οι επιχειρήσεις του στρατού στην χερσαία Ελλάδα εξαρτιόνταν σε μεγάλο βαθμό από την επιτυχία του ναυτικού αποκλεισμού. Για να τον πετύχει ο Κουντουριώτης χρειαζόταν έναν ασφαλή ναύσταθμο, ένα Ορμητήριο, κοντά στην έξοδο του Ελλησπόντου, από το οποίο αφενός να επιβλέπει τα Στενά αφετέρου να ενεργεί άμεσα σε κάθε απόπειρα εξόδου ή εισόδου πολεμικού ή εμπορικού πλοίου σε αυτά. Για το σκοπό αυτό επέλεξε τον βαθύ και ασφαλή κόλπο του Μούδρου, στο νησί της Λήμνου.

 

Ο Κουντουριώτης και το Αβέρωφ [αρχείο ΕΛΙΑ]

Το απομεσήμερο του Σαββάτου 6 Οκτωβρίου 1912 ο ελληνικός στόλος φθάνει στο Κάστρο, την πρωτεύουσα της Λήμνου, και αγκυροβολεί στα ανοιχτά. Ο Κουντουριώτης αποβιβάζει στον Ρωμαίικο Γιαλό, στην αποβάθρα Βόντηλα, μια ατμάκατο με τον υποπλοίαρχο Στέλιο Μαυρομιχάλη ως εκπρόσωπό του και τον επίκουρο (έφεδρο) σημαιοφόρο Βασίλειο Καραμούζη. Πλήθος κόσμου μαζεύεται κι ακούει τους δυο αξιωματικούς να διαλαλούν: «Η ώρα της απελευθερώσεως εσήμανε!» Αναζητούν τον Έλληνα μητροπολίτη Στέφανο, ο οποίος απουσίαζε στο Μούδρο, και τον Οθωμανό μουτεσαρίφη (πολιτικό διοικητή) Οχανές Φερίτ Τεκέρ, ο οποίος ήταν αρμενικής καταγωγής και είχε σύζυγο Ρωμιά. Τον οδηγούν στη ναυαρχίδα, στο θωρηκτό «Αβέρωφ», μαζί με τους εκπροσώπους της ελληνικής κοινότητας, τον δημογέροντα Θεόδωρο Λασκαρίδη και τον παπά-Γαρόφαλο αντί του απουσιάζοντα δεσπότη. Ο Κουντουριώτης απαιτεί την ειρηνική παράδοση του νησιού. Ο μουτεσαρίφης αρνείται και ζητά προθεσμία 24 ωρών για να λάβει εντολές. Στο μεταξύ άρχισε να οργανώνει μια υποτυπώδη άμυνα από χωροφύλακες και Τούρκους κατοίκους της Λήμνου, ενώ παράλληλα έστειλε τηλεγραφικό σήμα για βοήθεια.


 Ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο 12χρονος μαθητής Κωνσταντίνος Θ. Λασκαρίδης, περιγράφει ως εξής το ιστορικό γεγονός (εφ. Λήμνος, 14.10.1962):

«Πενήντα χρόνια πριν, 6 Οκτωβρίου 1912, Σάββατο μεσημέρι. Μόλις επέστρεψα από την Αστικήν Σχολήν ως μαθητής. Ανέβηκα στο μπαλκόνι για να δω το Ρωμέικο γιαλό, ανύποπτος, ούτε ιδέα για πόλεμο. Έξαφνα βλέπω να παρακάμπτη το Κάστρο ένα παράξενο μεγάλο καράβι, έπειτα άλλο και άλλο.

Αρχίζω ταις φωναίς, «βαπόρια, βαπόρια πολλά». Ο πατέρας στην τραπεζαρία φώναξε «κατέβα να φας». Εγώ «βαπόρια, βαπόρια», ανεβαίνει ο πατέρας. Ολοταχώς στην παραλία. Αρχίζει να μαζεύεται κόσμος. Ρωμηοί και Τούρκοι. Κανείς δεν γνώριζε τι καράβια ήταν και τι εζητούσαν. Τα πήραμε για Ιταλικά [σ.σ. η Ιταλία ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Οθωμανική αυτοκρατορία στη Λιβύη και είχε καταλάβει τα Δωδεκάνησα], κάποιος εψιθύρισε για Ελληνικά, «Αβέρωφ» το πρώτο. Ξαφνικά η γαλανόλευκος στον πρυμναίο ιστό.

Μία βάρκα ξεκινά συνοδευόμενη από ένα τορπιλοβόλο, «Βέλος» εδιάβασα. Πλευρίζει στη σκάλα του Ρωμέικου γιαλού, ναύτες με πιστόλια μέσα και ένας αξιωματικός. Καραμούζης μας συστήθηκε. Πρώτος λόγος του «Έχομε πόλεμο». Εις αναζήτησι του Τούρκου Διοικητού, του Μουτεσαρίφη, ήταν τότε Αρμενικής καταγωγής. Επίσκεψη στο Διοικητήριο, στο δρόμο ο Καραμούζης φώναζε:

«Έχουμε πέντε αιώνων εκδικήσεις, η ώρα της απελευθερώσεως εσήμανε. Ο Μουτεσαρίφης με το Δεσπότη να πάνε στη ναυαρχίδα Αβέρωφ. Τους θέλει ο Ναύαρχος, ο Παύλος Κουντουριώτης».

Ο Δεσπότης Στέφανος απουσίαζε εις Μούδρον. Τον Αρμένιο Μουτεσαρίφη τον συνοδεύουν ο παπά-Γαρόφαλος και ο Θεόδωρος Λασκαρίδης, στη βάρκα, στον «Αβέρωφ». Στην παραλία γεμάτη κόσμο η αναμονή, η αγωνία. Σε λίγη ώρα η βάρκα επιστρέφει. Ο Ναύαρχος ζητεί άμεσον παράδοσιν. Συμβούλιον των Τούρκων υπαλλήλων στο Διοικητήριο. Απάντησις, όχι παράδοσις ελλείψει διαταγών της Κυβερνήσεως. Ο Τούρκος Στρατιωτικός Διοικητής παίρνει τους 50 Τούρκους ζαφτιέδες με τα όπλα τους και αναχωρεί από το Κάστρο...».

Στα πλοία ήταν έτοιμο να αποβιβαστεί ένα μικρό άγημα ναυτών, σε περίπτωση αναίμακτης παράδοσης του νησιού. Όμως, μαθαίνοντας ότι οργανώνεται άμυνα, ο Κουντουριώτης, αφού πήρε τις πληροφορίες που ήθελε από επιφανείς Έλληνες του Κάστρου, αποφάσισε να περιμένει την άφιξη μιας διλοχίας πεζικού από τον Πειραιά που ερχόταν με το πλοίο Πηνειός. Άλλωστε, το Αβέρωφ μπορεί να εκφόβιζε με το μέγεθός του αλλά είχε ελάχιστα πυρομαχικά, καθώς ο εφοδιασμός του δεν είχε φτάσει ακόμα από την Αγγλία. Την Κυριακή το πρωί το πλοίο με τη διλοχία έφτασε. Επικρατούσε σφοδρή θαλασσοταραχή και τα πληρώματα ήταν κουρασμένα και βρεγμένα ως το κόκαλο. Ο ναύαρχος οδήγησε το στόλο στον κόλπο του Μούδρου και ανέβαλε την απόβαση.

 

Το άγημα των ελευθερωτών της Λήμνου

Την επομένη μέρα, Δευτέρα 8 Οκτωβρίου, από τις οκτώ το πρωί και για τρεις ώρες οι λέμβοι και οι ατμάκατοι άρχισαν να αποβιβάζουν τους άνδρες του αποβατικού σώματος στη ΒΔ ακτή του κόλπου του Μούδρου. Καμιά αντίσταση από τον εχθρό δεν εκδηλώθηκε. Είχε προηγηθεί μια ανιχνευτική απόβαση ενός λόχου στην παραλία Βουρλίδια, που βρίσκεται ανάμεσα στα Τσιμάνδρια και στο Διαπόρι, υπό τον ταγματάρχη Ιουλιανό Κονταράτο, ο οποίος δημιούργησε μια γραμμή ασφαλείας. Αργότερα αποβιβάστηκε και ο δεύτερος λόχος με δυο αποβατικά πυροβόλα του ναυτικού. Το δεύτερο λόχο διοικούσε ο λοχαγός Παναγιώτης Γαρδίκας. Πριν τερματιστεί η απόβαση πλήθος Λημνιών από τα κοντινά χωριά, με επικεφαλής τον παπά-Κώστα Αρετό από τον Κοντιά έσπευσαν να υποδεχτούν τους Έλληνες στρατιώτες. Στη συνέχεια η διλοχία κατευθύνθηκε προς την πρωτεύουσα Κάστρο, με τη συνοδεία ντόπιων οδηγών. Στη θέση Μεγάλα Βράχια, κοντά στο τουρκοχώρι Λέρα, είχαν συγκεντρωθεί μερικές δεκάδες Οθωμανοί ζαπτιέδες (χωροφύλακες) και 280 πρόχειρα εξοπλισμένοι μουσουλμάνοι χωρικοί. Μετά από μια μικρή αψιμαχία, οι μεν χωρικοί διαλύθηκαν οι δε χωροφύλακες παραδόθηκαν.

 


Στη συνέχεια η διλοχία προωθήθηκε ακώλυτα ως το Κάστρο, το οποίο κατέλαβε αμαχητί. Συνέλαβε τον μουτεσαρίφη, τον φρούραρχο και τους διοικητικούς υπαλλήλους, ύψωσε την ελληνική σημαία στο φρούριο και εγκατέστησε ελληνική διοίκηση. Τα γεγονότα αυτά έχουν καταγραφεί με πολλές λεπτομέρειες από πολλούς, μεταξύ αυτών και από τον γράφοντα, οπότε δεν θα επεκταθώ. Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να αναζητήσει τα σχετικά άρθρα και ομιλίες (βλ. στο τέλος του κειμένου).

 

"ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΛΗΜΝΟΥ". Η πρώτη επίσημη ελληνική σφραγίδα

Στο παρόν δημοσίευμα θέλησα να επικεντρωθώ στους δύο συμπατριώτες μου αξιωματικούς από τη Μάνη, στους οποίους έλαχε ο κλήρος να ανακοινώσουν πρώτοι το μαντάτο της λευτεριάς στους κατοίκους της Λήμνου, όταν αποβιβάστηκαν στις 6 Οκτωβρίου 1912 στην ακτή του Ρωμαίικου Γιαλού του Κάστρου, όπως λεγόταν τότε η πρωτεύουσα του νησιού Μύρινα. Στον υποπλοίαρχο Στέλιο Μαυρομιχάλη και τον επίκουρο (έφεδρο) σημαιοφόρο Βασίλειο Καραμούζη.

Η επιλογή των συγκεκριμένων αξιωματικών, για τις επαφές με τους Τούρκους αξιωματούχους, δεν έγινε τυχαία από τον ναύαρχο Κουντουριώτη. Τους επέλεξε, διότι γνώριζαν την τουρκική γλώσσα, αφού παλιότερα είχαν ζήσει στην οθωμανική επικράτεια εξυπηρετώντας εθνικούς σκοπούς. Ως επίσημος διερμηνέας αναφέρεται ο Καραμούζης αλλά κι ο Μαυρομιχάλης ήταν καλός γνώστης της τουρκικής. Ας δούμε πώς και πότε οι δυο άνδρες είχαν βρεθεί στην Οθωμανική Τουρκία, τι υπηρεσίες είχαν προσφέρει, καθώς και την μετέπειτα πορεία τους, αντλώντας πληροφορίες από όσα στοιχεία κατάφερα να εντοπίσω.

 

Βασίλειος Χ. Καραμούζης

 

Ο Βασ. Καραμούζης επί του Αβέρωφ (Ιανουάριος 1913)

Ο επίκουρος σημαιοφόρος Βασίλειος Καραμούζης ήταν έφεδρος. Όταν επιστρατεύτηκε, έλαβε το βαθμό του αξιωματικού, διότι ως πολίτης είχε δίπλωμα πλοιάρχου και ήταν καπετάνιος σε εμπορικό πλοίο. Στο πολεμικό ναυτικό ο θεσμός των εφέδρων αξιωματικών καθιερώθηκε για πρώτη φορά την περίοδο των βαλκανικών πολέμων, προκειμένου να καλυφθούν οι επιπλέον ανάγκες. Ο τίτλος «επίκουρος», αντί για το «δόκιμος έφεδρος αξιωματικός (ΔΕΑ)» που υπήρχε στον στρατό ξηράς, προήλθε από μετάφραση του αντίστοιχου αγγλικού όρου “Reserve Ensign”.

Ο Καραμούζης καταγόταν από το χωριό Κούνος του πρώην δήμου Μέσσης της επαρχίας Οιτύλου (νυν δήμος Ανατολικής Μάνης). Το επώνυμο εντοπίζεται στο χωριό αυτό σε ονόματα αγωνιστών του Εικοσιένα και μετέπειτα συνεχώς σε όλο τον 19ο αιώνα. Μεταξύ αυτών αναφέρεται ο Νικήτας Γ. Καραμούζης, ο οποίος έλαβε αριστείο ανδρείας για τη συμμετοχή του στον Αγώνα. Στα 1850-1860 ήταν ναυτικός στο επάγγελμα και είχε μετοικήσει στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας, όπου είχαν δοθεί αγροτικοί κλήροι από τις εθνικές γαίες σε πολλές μανιάτικες οικογένειες αγωνιστών. Πιθανότατα πρόκειται για πρόγονο του προκείμενου σημαιοφόρου Βασιλείου Καραμούζη, ο οποίος είχε και έναν αδερφό ναυτικό, ονόματι Νικόλαο. Όπως φαίνεται, η ενασχόληση με το ναυτικό επάγγελμα αποτελούσε οικογενειακή παράδοση.

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Β. Καραμούζης εργαζόταν ως καπετάνιος σε πλοία της «Ατμοπλοΐας Αρχιπελάγους», μιας εταιρίας με έδρα τη Σμύρνη η οποία ανήκε στον μεγαλοτραπεζίτη Χατζή Δαούτ Φαρκούχ (1847-1925). Αυτός ήταν Οθωμανός υπήκοος, χριστιανός ορθόδοξος από την Αντιόχεια της Συρίας, με ελληνική παιδεία και αργότερα πολιτογραφήθηκε Έλληνας με το επώνυμο Φαρκούς. Με τα ατμόπλοιά της η εταιρία εξυπηρετούσε μεταξύ άλλων το δρομολόγιο: «Σμύρνη-Μυτιλήνη-Δεδέαγατς-Θεσσαλονίκη». Την περίοδο αυτή ήταν σε εξέλιξη ο μακεδονικός αγώνας. Το εθνικό κέντρο, σε συνεργασία με μυημένους καπετάνιους, έστελνε με τα εμπορικά πλοία πολεμικό εξοπλισμό και αλληλογραφία στα ένοπλα σώματα της Μακεδονίας.

Ο Καραμούζης, ως πλοίαρχος σε πλοίο υπό τουρκική σημαία που ταξίδευε στο βόρειο Αιγαίο, συμμετείχε εθελοντικά σε αυτές τις ριψοκίνδυνες μυστικές μεταφορές και πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στον μακεδονικό αγώνα. Τα «ειδικά» φορτία συνήθως ξεφορτώνονταν στο Δεδέαγατς (τη σημερινή Αλεξανδρούπολη), όπου δεν ήταν έντονο το βουλγαρικό στοιχείο. Από εκεί προωθούνταν στην Καβάλα ή στη Χαλκιδική με μικρά ντόπια καΐκια. Τα χρόνια αυτά ο Καραμούζης ίσως είχε γνωριστεί και συνεργαστεί με τον άλλο Μανιάτη αξιωματικό του Αβέρωφ, τον Στέλιο Μαυρομιχάλη, ο οποίος το 1906 υπηρετούσε στο ελληνικό προξενείο Καβάλας.

Το 1912 ο Βασ. Καραμούζης επιστρατεύτηκε και αφού εκπαιδεύτηκε, τοποθετήθηκε ως επίκουρος σημαιοφόρος στη ναυαρχίδα «Γ. Αβέρωφ». Όπως προανέφερα, ήταν ο πρώτος Έλληνας αξιωματικός που αποβιβάστηκε στη Λήμνο στις 6 Οκτωβρίου. Εκτός των άλλων καθηκόντων του εκτελούσε και χρέη διερμηνέα στις επαφές με τους Τούρκους ιθύνοντες όλων των νησιών που καταλάμβανε ο στόλος. Επίσης, χρησιμοποιήθηκε σε ειδικές επικίνδυνες αποστολές, ως γνώστης της θαλάσσιας περιοχής αλλά και της τουρκικής γλώσσας και πήρε μέρος στις ναυμαχίες της Έλλης (3.12.1912) και της Λήμνου (5.1.1913). Με τη λήξη του α΄ βαλκανικού πολέμου απολύθηκε αλλά ανακλήθηκε δυο τουλάχιστον φορές στην ενεργή υπηρεσία, τον Ιούνιο και τον Οκτώβριο του 1913 για υπηρεσιακές ανάγκες. Απολύθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1913 έχοντας το βαθμό του επίκουρου υποπλοίαρχου (εφ. Εμπρός 29.6.1913, 19.10.1913, Σκριπ 29.11.1913). Για την προσφορά του, το 1914 τιμήθηκε με τον Χρυσό Σταυρό των Ιπποτών του Β. Τάγματος του Σωτήρος (εφ. Εμπρός 26.9.1914).

Ο αδερφός του, ο Νικόλαος X. Καραμούζης, ο οποίος έλαβε δίπλωμα πλοιαρχίας το 1902 (εφ. Σκριπ 9.1.1902), δεν είναι γνωστό αν μετείχε σε ειδικές αποστολές κατά τον μακεδονικό αγώνα. Τον Απρίλιο του 1912, λίγους μήνες πριν από την έναρξη του πολέμου, τα δυο αδέρφια εργάζονταν στη ναυτιλιακή εταιρία του Φαρκούς, η οποία είχε πάντα έδρα τη Σμύρνη. Όμως, είχε νέα επωνυμία: “Archipelago-American Steamship Co” και τα πλοία της έφεραν αμερικανική σημαία, ώστε υπό την κάλυψη του προξενείου των ΗΠΑ να αποφεύγει το μποϊκοτάζ που προωθούσαν οι Τούρκοι κατά των πλοίων ελληνικής ιδιοκτησίας. Ο Βασίλειος ήταν πλοίαρχος στο ατμόπλοιο “New York” και ο Νικόλαος β΄ πλοίαρχος στο πλοίο “Texas”. Στις 16 (29) Απριλίου 1912 το Texas προσέκρουσε σε τουρκική θαλάσσια νάρκη έξω από το λιμάνι της Σμύρνης, κοντά στο οχυρό Yenikale, και βυθίστηκε με εκατοντάδες επιβάτες, από τους οποίους σώθηκαν μόνο 70. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο Νικ. Καραμούζης (εφ. Μακεδονία 20.4.1912). Στο δημοσίευμα αναφέρεται ηλικίας 26 ή 27 ετών αλλά πρέπει να ήταν λίγο μεγαλύτερος. Δέκα χρόνια αργότερα ο Ν. Καραμούζης αναγνωρίστηκε ως θύμα πολέμου και χορηγήθηκε στην οικογένειά του πάγια σύνταξη 100 δρχ. και εφάπαξ ποσό 300 δρχ. (εφ. Σκριπ 9.2.1922).

Όσον αφορά την δράση του Βασίλειου Καραμούζη τα επόμενα χρόνια, στις διάφορες εμπόλεμες περιόδους είναι πιθανόν να κλήθηκε ξανά στο πολεμικό ναυτικό, διότι το 1920 τιμήθηκε με στρατιωτικό μετάλλιο. Τελευταία είδηση που βρήκα γι’ αυτόν είναι πως το 1928 ήταν πλοίαρχος στο ατμόπλοιο «Βικτώρια» της «Πατριωτικής Ατμοπλοΐας» του Λεόντιου Τεργιάζου, όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει ναυτεργατική απεργία στο λιμάνι της Καβάλας (εφ. Σκριπ 4.7.1928).

 

Στέλιος Δ. Μαυρομιχάλης (1881-1955)**

 

Ήταν γόνος της μανιάτικης οικογένειας των Μαυρομιχάληδων, μακρινός απόγονος του Ιωάννη Γ. Μαυρομιχάλη (Σκυλογιάννη), θείου του Πετρόμπεη, ο οποίος πολέμησε και σκοτώθηκε στα Ορλοφικά το 1769. Ο πατέρας του Στέλιου, ο Δημήτριος Παν. Μαυρομιχάλης (1841-1901) ήταν ιατρός, αρχαιόφιλος συλλέκτης (δώρισε αρχαία νομίσματα στο Νομισματικό Μουσείο) και υπηρέτησε ως πρόξενος. Παππούς του τελευταίου υπήρξε ο αγωνιστής του Εικοσιένα Δημήτριος Μιχ. Μαυρομιχάλης, ο οποίος με τη σειρά του ήταν εγγονός του προαναφερθέντος Ιωάννη Μαυρομιχάλη ή Σκυλογιάννη (1726-1769). Ο Στέλιος Δ. Μαυρομιχάλης, που γεννήθηκε το 1881, ακολούθησε την οικογενειακή στρατιωτική παράδοση και φοίτησε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Το 1901 ορκίστηκε ως νέος σημαιοφόρος και τοποθετήθηκε στο πολεμικό πλοίο «Ευρώτας» (εφ. Εμπρός 13.7.1901, 19.11.1901) που ήταν ένας τρικάταρτος «ατμομυοδρόμων»: ιστιοφόρο με ατμομηχανή και έλικα.

 

Στέλιος Μαυρομιχάλης: "Τη αγαπητή μου αδελφή Ευγενία, εις ανάμνησιν του βίου της Σχολής. 1901" [φωτ. Αθαν. Σμυρναίου, αρχείο ΕΛΙΑ]

Το 1903 δημιουργείται στην Αθήνα το Μακεδονικό Κομιτάτο, με πρωτεργάτη τον Μανιάτη δημοσιογράφο Δημήτριο Καλαποθάκη (1865-1921) και την ανεπίσημη υποστήριξη του ελληνικού κράτους, με σκοπό την ανακοπή της βουλγαρικής διείσδυσης στη Μακεδονία. Μυούνται πολλοί νέοι αξιωματικοί, οι οποίοι στέλνονται στη Μακεδονία με ψευδώνυμα είτε επικεφαλής αντάρτικων ομάδων είτε ως κατάσκοποι στα κατά τόπους ελληνικά προξενεία. Ανάμεσά τους και ο Στέλιος Μαυρομιχάλης, ο οποίος το 1906 αποσπάται στο υποπροξενείο Καβάλας ως γραμματέας με το ψευδώνυμο «Στέφανος Μαυρομμάτης». Θα παραμείνει εκεί ως το 1909. Σε συνεργασία με τον μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο Καλαφάτη (1867-1922), τον μετέπειτα εθνομάρτυρα ιεράρχη της Σμύρνης, ίδρυσε και οργάνωσε το Εθνικό Κέντρο Καβάλας-Δράμας, το οποίο επέκτεινε στη Θράκη, στην Ξάνθη και το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη). Εκεί υπηρετούσε ως πρόξενος ο Ίων Δραγούμης (1878-1920), ο οποίος μέσω μυστικού δικτύου διευκόλυνε τη θαλάσσια επικοινωνία και μεταφορά όπλων και πολεμοφοδίων προς την Καβάλα, με μυημένους καπετάνιους εμπορικών πλοίων, όπως ο Βασίλειος Καραμούζης.

Ο Μαυρομιχάλης οργάνωσε ένοπλους πυρήνες, με τους οποίους κατάφερε να εξουδετερώσει την βουλγαρική προπαγάνδα και να εξωθήσει τους βουλγαρίζοντες βόρεια του Νευροκοπίου. Για να μην εκτίθεται το προξενείο, στις μυστικές αποστολές υποκρινόταν τον Οθωμανό με το ψευδώνυμο "Σουλεϊμάν", κάτι που σημαίνει πως γνώριζε την τουρκική γλώσσα. Το 1908 αποκαλύφθηκε η πραγματική του ταυτότητα από έναν Άγγλο στρατιωτικό, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε στο Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης. Στο μεταξύ είχε επικρατήσει το κίνημα των Νεοτούρκων που υποσχόταν ισονομία στους πληθυσμούς της αυτοκρατορίας, ανεξάρτητα από την εθνική ή θρησκευτική τους ταυτότητα. Οπότε το 1909 ανακλήθηκε στην Αθήνα, όπως κι άλλοι αξιωματικοί που υπηρετούσαν σε προξενεία και επιστρέφει στη ναυτική υπηρεσία.

Στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων 1912-1913 υπηρετεί στο θωρηκτό Αβέρωφ ως υποπλοίαρχος-πυροβολητής, συμβάλλοντας στην απελευθέρωση της Λήμνου και των άλλων νησιών του Β.Α. Αιγαίου. Μετέχει στις ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου, στην κατάληψη του Άθω και διάφορων παράκτιων πόλεων. Λόγω της πρότερης δράσης του στην ανατολική Μακεδονία, ο Κουντουριώτης τον τοποθετεί τιμητικά επικεφαλής του ναυτικού αγήματος του πλοίου «Δόξα» που κατέλαβε την Καβάλα στις 27.6.1913. Παρομοίως, στις 12.7.1913, ως επικεφαλής αγήματος ελευθερώνει το Δεδέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη) και στη συνέχεια υπηρετεί ως προσωρινός διοικητής της πόλης, μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου στις 28.7.1913, οπότε παρέδωσε την διοίκηση στον Έλληνα υποπρόξενο.

 

Στυλιανός Δ. Μαυρομιχάλης (δεκαετία '30)

Τα επόμενα χρόνια προάγεται σε πλωτάρχη αλλά εμπλέκεται στα γεγονότα του εθνικού διχασμού και η καριέρα του δεν είχε ουσιαστική συνέχεια. Τον Ιούνιο 1917, μετά την επικράτηση του Βενιζέλου, τέθηκε σε διαθεσιμότητα ως κωνσταντινικός. Επανήλθε στο πολεμικό ναυτικό το 1920, μετά την επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου και προάγεται σε αντιπλοίαρχο. Υπηρέτησε ως κυβερνήτης διαφόρων πολεμικών σκαφών και τον Οκτώβριο του 1921 ως διοικητής Αμύνης Σαρωνικού. Τον ίδιο μήνα προάγεται σε πλοίαρχο και προτείνεται για το χρυσό αριστείο ανδρείας «δια την δράσιν του ως κυβερνήτης πολεμικού πλοίου κατά τις τελευταίες πολεμικές επιχειρήσεις», χωρίς να διευκρινίζεται πού και πώς έδρασε (εφ. Εμπρός, 22.6.1917, 19.10.1921, 30.10.1921). Το 1923 αποστρατεύεται από την κυβέρνηση Πλαστήρα ως ακραιφνής φιλομοναρχικός, με το βαθμό του υποναυάρχου.

Στυλ. Δ. Μαυρομιχάλης: η προτομή στην Καβάλα

Το 1935, με τα μέτρα "συμφιλίωσης" της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη, αποκαταστάθηκε και προήχθη αναδρομικά σε ναύαρχο. Το 1938 μετείχε σε τιμητικές εκδηλώσεις στη Δράμα και την Καβάλα. Παρουσία του, η κεντρική πλατεία της Καβάλας μετονομάστηκε σε πλατεία Στυλιανού Μαυρομιχάλη αλλά η ονομασία δεν επικράτησε. Πρόκειται για την σημερινή πλατεία Ελευθερίας, όπως λέγεται από το 1967. Όμως στήθηκε η προτομή του, σε κεντρικό σημείο της πόλης. Οδός με το όνομά του υπάρχει και στην Αλεξανδρούπολη. Το 1938 δημοσίευσε στην εφ. «Ελεύθερη Θράκη» άρθρο με τίτλο: "Η απελευθέρωσις της Αλεξανδρουπόλεως", το οποίο το 1941 αναδημοσιεύτηκε στην επετηρίδα «Θρακικά». Σε αυτό περιγράφει τις αναμνήσεις του από τα γεγονότα του 1906-1908 και του 1913, στα οποία διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο. Το υπογράφει και με το ψευδώνυμό του: «Σ.Δ. Μαυρομμάτης Μαυρομιχάλης». Απεβίωσε το 1955.

Άρθρο του Σ.Δ. Μαυρομμάτη Μαυρομιχάλη στα ΘΡΑΚΙΚΑ 16 (1941)

 

Σημειώσεις:

* Με τη μελέτη αυτή κατάφερα να πετύχω κάτι που επιδίωκα εδώ και καιρό, να συνδυάσω στο ίδιο άρθρο δυο αγαπημένους τόπους, τη Λήμνο και τη Μάνη. Το θέμα το γνώριζα και με «βασάνιζε» για χρόνια, ώσπου σκαλίζοντας εντόπισα σχετικό υλικό. Σε μια πρώτη μορφή, πιο σύντομη για τεχνικούς λόγους, δημοσιεύτηκε στην εφ. Μανιάτικη Αλληλεγγύη, φ. 285 (Δεκέμβριος 2022), σελ. 2, με τίτλο: «Δυο Μανιάτες αξιωματικοί (Βασίλειος Χ. Καραμούζης και Στέλιος Δ. Μαυρομιχάλης) ευαγγελίζονται τη λευτεριά στους κατοίκους της Λήμνου». Εδώ δημοσιεύεται στην τελική μορφή του.

** Ο υποναύαρχος Στέλιος Δ. Μαυρομιχάλης δεν πρέπει να συγχέεται με τον συνονόματο δικαστικό και αρεοπαγίτη Στυλιανό Μαυρομιχάλη (1899-1981), ο οποίος διετέλεσε υπηρεσιακός πρωθυπουργός στις εκλογές του 1963.

Θοδωρής Μπελίτσος, 18.1.2023

 

 Πηγές

Κ.Θ.Λ. [Κωνσταντίνος Θεοδώρου Λασκαρίδης], «Παιδικαί αναμνήσεις της απελευθερώσεως», εφ. Λήμνος 14/10/1962.

Σ.Δ. Μαυρομμάτης Μαυρομιχάλης, «Η απελευθέρωσις της Αλεξανδρουπόλεως», ΘΡΑΚΙΚΑ 16 (1941), σελ. 365-371.

Γ.Α. Γιαννακάκου-Ραζέλου, «Οι εθελοντικοί αγώνες της Μάνης δια την ελευθερίαν...», 1950, σελ. 146-148 (για τον Καραμούζη), 153 (για τον Στέλιο Δ. Μαυρομιχάλη).

Δικαίου Β. Βαγιακάκου, «Η Συμβολή της Μάνης εις τον Μακεδονικόν Αγώνα 1904-1908», Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1994, σελ. 10 και 151-152 (για τον Στέλ. Μαυρομιχάλη).

Δ. Βρατσάνος, «Οι Μαυρομιχάλαι», Η Εικονογραφημένη, τ. 197 (Μάρτιος 1929), σελ. 6-16.

Θεόδωρος Γρ. Μπελίτσος, «Η απελευθέρωση της Λήμνου και οι δυο ιστορικές ναυμαχίες», 1997.

Σταύρου Καπετανάκη, «Μανιάτες Αγωνιστές του 1821», 2005.

Σταύρου Καπετανάκη, «Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες αγωνιστές», 2008.

Σταύρου Καπετανάκη, «Τετράδια Ιστορίας της Μάνης: 7 και 8», Εταιρεία Λακωνικών Σπουδών, 2014.

«Βασίλειος Καραμούζης», ιστοσελίδα Mani.

«Το Πεταλίδι αποικία των Μανιατών», ιστοσελίδα Mani (απόδημοι)

Ιωάννης Τιφκιτσής [επιμέλεια], «Πλατεία Ελευθερίας. Μια βόλτα στο ...χθες και στο σήμερα», 4ο Δημοτικό Σχολείο Καβάλας, 2014.

Γιώργος Μαραγκουδάκης, «Σχετικά με τον Στυλιανό Μαυρομιχάλη» (άρθρο και βίντεο), Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, 7.5.2020.

Ουρανία Πανταζίδου, «Μακεδονομάχοι αξιωματικοί στην πρώτη απελευθέρωση του Δεδέαγατς τον Ιούλιο του 1913», Alexandroupoli Online, 11.7.2022.

 -ο-ο-ο-

 

Άλλα σχετικά άρθρα και ομιλίες του Θ. Μπελίτσου

"Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΘΡΥΛΙΚΟ ΘΩΡΗΚΤΟ «ΑΒΕΡΩΦ»", 2000.

"Η ΛΗΜΝΟΣ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ", 2012.

"Ήρνταν γοι Έλληνοι! Ξινιφάναν γοι Έλληνοι!", 2012.

"Νικόλαος Απ. Κατιτζάρης. Ο πρώτος νεκρός του Αβέρωφ στη ναυμαχία της Έλλης το 1912 και το κενοτάφιό του στο Μούδρο", 2014.

"Γκούρας Π. Μαμούρης (1884-1912). Ο άτυχος ανθυποπλοίαρχος του Αβέρωφ θύμα της ναυμαχίας της Έλλης", 2015.

"Η καθιέρωση της 8ης Οκτωβρίου ως τοπικής εθνικής εορτής της Λήμνου", 2017.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου