Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Θεοφάνης Δημητρίου (1870-1941), «εκλεκτός της τέχνης μυσταγωγός»

 

"Η υποδοχή της Πρωτοχρονιάς" [Πινακοθήκη 24 (1903), σ. 248]

Ο Θεοφάνης Δημητρίου, ζωγράφος και γλύπτης γεννήθηκε το 1870 στην Ατσική της Λήμνου αλλά έζησε και δούλεψε στην Αθήνα. Υπήρξε: «…εκ των εκλεκτών της Τέχνης μυσταγωγών. Αριστούχος απόφοιτος του Πολυτεχνείου, ενωρίς κατέδειξεν εξαίρετα προσόντα καλλιτέχνου με δύναμιν, με αίσθημα και με ψυχήν αληθώς εθνικήν…» [Σκόκος, σ. 351]. Το έργο του «Για τη Μάννα» βραβεύτηκε ανάμεσα σε εκατό έργα που είχαν εκτεθεί στην «Αίθουσα των Φιλοτέχνων». Αγοράστηκε από τον εθνικό ευεργέτη Γρηγόριο Μαρασλή (1831-1907). Λίγοι πίνακές του είναι γνωστοί: «Το εσπερινόν προσκύνημα», «Το Πεντάρφανο», «Το Μάθημα Μουσικής», «Βιβλίον Θεόπνευστον», «Η Υποδοχή της Πρωτοχρονιάς», «Ο Χριστός» και τα γλυπτά: «Ο Χρόνος», «Φιλοκτήτης» και «Ποδηλάτις».

Είχε πολιτογραφηθεί Αθηναίος αλλά διατηρούσε επαφές με τη Λήμνο, από όπου είχε παραγγελίες για πορτραίτα. Π.χ. το 1904 η «Κεντρική Επιτροπή Εκπαιδευτηρίων Λήμνου» παράγγειλε στον Θεοφάνη Δημητρίου να φιλοτεχνήσει την εικόνα του ευεργέτη Ιωάννη Παντελίδη (1825-1900), έναντι τιμήματος 10 λιρών Αγγλίας ή 1.986,25 γροσίων [Μπελίτσος: σ. 137]. Η προσωπογραφία του Ιωάννη Παντελίδη βρίσκεται σήμερα στο μέγαρο Αντωνιάδη, στη Μύρινα. Ίσως και άλλα πορτραίτα της ίδιας εποχής που βρίσκονται στο κτίριο της Ι.Μ. Λήμνου, είναι έργα του Θ. Δημητρίου. Επίσης, στα πρώτα έργα του περιλαμβάνεται το γλυπτό «Φιλοκτήτης» που σχετίζεται άμεσα με τη Λήμνο.

 

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

Οι παλιές αγάπες


Για τις παλιές αγάπες μη μιλάς... 

κρύφτηκαν στις σπηλιές χαμένων παραδείσων.

Μάρω Βαμβουνάκη (1996)

 

Έβαλε στο πλυντήριο το πιάτο με τα υπολείμματα του ξαναζεσταμένου μπριάμ που μόλις είχε φάει και άναψε το γκαζάκι να φτιάξει έναν καφέ. «Μπριάμ», λέξη κι αυτή, πώς να προέκυψε άραγε; Ζάλισε για λίγο το μυαλό του, αν έχει ευρωπαϊκή ή ανατολίτικη προέλευση κι αποφάσισε να το ψάξει όταν θα έπινε τον καφέ του. Από το παράθυρο της κουζίνας ο ουρανός φαινόταν γκρίζος, ολίγον νεφελώδης αλλά αρκετά φωτεινός ακόμα για απομεσήμερο στα τέλη Δεκέμβρη. Το σούρουπο αναμενόταν γλυκερό, ούτε ζεστό ούτε κρύο ούτε βροχερό, προφανώς παντελώς αδιάφορο για τα κανάλια που αναζητούσαν μια καταστροφική είδηση για να γεμίσουν τα δελτία τους, ανάμεσα στα κάλαντα που έδειχναν από το πρωί να τραγουδούν διάφοροι σύλλογοι στους πολιτικούς της αρεσκείας τους εν όψει της Πρωτοχρονιάς.

Λίγο η σκέψη για το μπριάμ, λίγο τα φωτάκια που αναβόσβηναν στα γειτονικά μπαλκόνια, αφαιρέθηκε. Μόλις που πρόλαβε να σηκώσει το μπρίκι από τη φωτιά πριν ξεχειλίσει ο φουσκωμένος καφές. Κατέβασε από το ράφι το αγαπημένο του φλιτζάνι με τις καρδούλες που του είχε δωρίσει σε μια προηγούμενη ζωή μια λησμονημένη ερωμένη. Πού να βρίσκεται άραγε; αναρωτήθηκε και πριν το καλοσκεφτεί, σκηνές από παλιά φιλμ αναδύθηκαν από την άβυσσο: το κορμί της ξαπλωμένο σε μια ηλιόλουστη αμμουδιά, σε κάποιο νησί, κάποιο καλοκαίρι και τον εαυτό του αγνώριστο, με μακρύ μαλλί και δυνατά μπράτσα, να την χαϊδεύει και να απλώνει απαλά το αντηλιακό σε κάθε καμπύλη της.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

Christmas... but?


(σενάριο χωρίς τίτλο)

 Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα κι όπως κάθε γραφιάς που σέβεται τον εαυτό του, είπα να σχεδιάσω ένα σενάριο πιστό στο πνεύμα της γιορτής, μπας και βρεθεί κάποιος ευγενής παραγωγός ή φιλόδοξος σκηνοθέτης να το αναλάβει και καταφέρω να βρεθώ κάποτε στο Χόλυγουντ. Εδώ πήγαν εκεί καν και καν ατάλαντοι, γιατί να μη δοκιμάσω κι εγώ που έχω και κάποιο ταλέντο στο γράψιμο, όπως μου λένε φίλοι και συγγενείς. Για το story δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα, μάλλον ευκολάκι ήταν για την πλούσια φαντασία μου. Το περιγράφω, πολύ συνοπτικά όμως για να μην κλέψουν την ιδέα μου, διότι με το διαδίκτυο και την Α.Ι. (άϊ στο δαίμονα κι ακόμα παρά πέρα), όποιος φυλάει τα ρούχα του μπορεί να γλιτώσει μερικά. Έχουμε και λέμε, λοιπόν.

Μια νόστιμη επαρχιωτοπούλα, ας την πούμε Τζούλι, ζει σε κάποια ξεχασμένη κωμόπολη, κατά προτίμηση στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ, στο Αϊντάχο, τη Σάουθ ή τη Νορθ Ντακότα, το Γουαϊόμινγκ, το Μιζούρι, έστω στο Γουισκόνσιν βρε αδερφέ, δεν θα τα χαλάσουμε για τον τόπο· όπου αγαπάει ο παραγωγός. Η κοπέλα μας, λοιπόν, έχει μια μικρή επιχείρηση, μια πανσιόν, ένα ντελικατέσεν, μια σοκολατερί, μια πατισερί, μια κρεπερί, κάτι τέτοιο τέλος πάντων κι ετοιμάζεται για τα Χριστούγεννα τηρώντας πιστά κι απαράλλακτα όλα τα πατροπαράδοτα της πόλης, όποια και αν είναι αυτά. Ώσπου εμφανίζεται ο γόης των ονείρων της, ας τον πούμε Ρόμαν, ο τέλειος άνδρας, ο πρίγκιπας του παραμυθιού που φανταζόταν από κοπελούδα, νέος μεν αλλά σοβαρός και φτιαγμένος οικονομικά, με θεληματικό πηγούνι οπωσδήποτε και με αστραφτερή οδοντοστοιχία, λευκός (εννοείται αυτό, αλλά το γράφω μη τυχόν πέσω σε κανέναν προχώ σκηνοθέτη), ψηφίζει Τραμπ (αλλά δεν το λέμε, για να μη χάσουμε τους αριστερούς θεατές).