Σάββατο 22 Αυγούστου 2020

Πόρτες σφαλιστές



Πόρτες σφαλιστές που κρύβετε πλακόστρωτες αυλές
με ασβεστωμένους τοίχους κι απλωμένες μπουγάδες. 
Πόρτες που κάποτε ευωδιάζατε από μυρωδιές βασιλικού 
αρώματα αρμπαρόριζας και φρεσκοψημένου καφέ.

Πόρτες σφαλιστές που κρύβετε κεντημένα σεμεδάκια
και φωτογραφίες προγόνων στο σερβάν. 
Πόρτες που κάποτε διαβάζατε κρυμμένα μυστικά
σε ντελβέδες αναποδογυρισμένων φλιτζανιών.

Πόρτες φτιαγμένες από σιδεράδες μερακλήδες,
πόρτες σκαλισμένες από κιμπάρηδες ξυλοτέχνες.
Πόρτες αμπαρωμένες με βουλοκέρι κι αλυσίδες
"εις εφαρμογήν της υπ' αριθ. ΧΨΖ΄ αποφάσεως".

Πόρτες χαμένες σε ερμάρια δικηγόρων και συμβολαιογράφων
μην ελπίζετε σε ανάσταση νεκρών.
Στην καλύτερη περίπτωση ταριχευμένες θα στολίσετε 
το αίθριο κάποιου νεόπλουτου συλλέκτη.

Θ. Μύθος, 22/8/2020







Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Απανθρωπιάς φούντωμα






Με το ξαναφούντωμα του κορονοϊού έχουν πληθύνει οι μισάνθρωποι. Σπάνια βλέπεις πια λόγια συμπάθειας για τα θύματα της αρρώστιας. Μόλις ακουστεί κάποιο κρούσμα πέφτουν όλοι να φάνε τον άρρωστο, λες και ήθελε να κολλήσει το χτικιό. Έχουν έτοιμη την κατηγόρια κάτω από τη γλώσσα και την ξερνάνε σα δηλητήριο όχεντρας. 

Κυριακή 9 Αυγούστου 2020

Οι ελπίδες των άλλων



Αχάραγο, πριν καλά-καλά ανοίξουν της μέρας τα μάτια, ξεκινούσε. Με ένα σακίδιο στην πλάτη ή με ένα ταγάρι στον ώμο έπαιρνε τον ανήφορο για τις τίκλες. Εκεί, δίπλα στο ρυάκι, βάζανε τα μποστάνια τους οι χωριανοί. Κολοκυθιές, μελιτζανιές, αγγουριές, ντοματιές, αμπελοφάσουλα. Όχι τίποτα σπουδαίο, γιατί το νερό ήταν λίγο. Λίγα πράγματα, πεντέξι βραγιές ο καθένας, με την ελπίδα να γεμίζουν το καθημερινό τσουκάλι. Και βλήτα, αυτά δεν τα σπέρνανε, βγαίνανε μόνα τους. Παραδίπλα υπήρχαν και κάποιες συκιές, φαγουλάρες, απομεινάρια από την παλιά εποχή που το σύκο ήταν η βασική παραγωγή του τόπου. Τώρα τα κλαριά τους σκέπαζαν γκρέμια συκόσπιτα που χάσκανε έρημα δίπλα σε σάπια φρατζάτα στα κατάρμακα. Παρατημένες στην τύχη τους ήταν, αλλά επέμεναν να γεννούν ζουμερά σύκα για τον περαστικό και τον διαβάτη.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Θοδωρής Βουτσάς: "Αύγουστος"




Το γαλάζιο είναι πιο γαλάζιο
το πράσινο πιο πράσινο
σα πάνω τους να ξάπλωσε η ευτυχία.
Κ’ η πανσέληνος!
απλώνει ένα λεπτό υφάδι, 
απόμακρο και κοντινό μαζί, 
έτοιμο θαρρείς να κουρελιαστεί  
απ’ την παραμικρή ανάσα.
Σαν κυκλώπειο μάτι 
φρουρεί χαλάσματα ναών 
κι ερημικά ξωκλήσια,
συντροφεύει  νυχτωμένα  μπάρκα 
ακολουθώντας  από κύμα σε κύμα.
Κι αργά τη νύχτα σαν ματιά 
της Παναγιάς, αφήνει τον ουρανό, 
περνάει απ’ τις κουρτίνες
και χαϊδεύει τα κεφαλάκια των παιδιών 
που κοιμούνται μ’ ανοιχτά παράθυρα
γεμίζοντας την νύχτα με γλυκιά σιωπή.

(Θ|Β) 2020

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Άγια Σοφιά



Ισίδωρε απ' τη Μίλητο, Ανθέμιε απ' τις Τράλλεις
Έλληνες που με στήσατε, ύμνο προς τη σοφία
Όσο κι αν με βεβήλωσαν, Φράγκοι και Οσμανλήδες
Πάντα θα στέκομαι Καρφί στο μάτι του Σουλτάνου!


Θ. Μύθος,  11 Ιουλίου 2020

Τρίτη 7 Ιουλίου 2020

Σταύρος Τραγάρας: "ΤΟ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ του Θοδωρή Μπελίτσου"



"ΤΟ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ"
του Θοδωρή Μπελίτσου

Ή μπορείτε να το πείτε και «πατριδογνωσία μέσω λογοτεχνίας».

γράφει ο Σταύρος Τραγάρας*

Ο Θοδωρής Μπελίτσος είναι γνωστός, πολύ αξιόλογος συγγραφέας, κυρίως ιστορικός ερευνητής, με ποικίλο φάσμα ενδιαφερόντων, που περιλαμβάνει την τοπική λημνιακή ιστορία, τη γλώσσα της Λήμνου, τους ευεργέτες της Λήμνου, τους Αιγυπτιώτες, τη διασπορά σε Μικρασία αλλά και όλο τον κόσμο, το Παλλημνιακό Σχολικό Ταμείο, το ποδόσφαιρο, τα σχολεία, τις εκκλησίες, τα ιδρύματα. Βιβλία καμιά εικοσιπενταριά, χώρια τα άρθρα και οι λοιπές δημοσιεύσεις, αλλά και τα βιβλία του που δεν έχουν θέμα τους τη Λήμνο, αφού ο Θοδωρής δεν είναι μόνο Λημνιός, αλλά και Νεοσμυρνιώτης. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την ίδια και ίσως μεγαλύτερη επιτυχία με τη λογοτεχνία, γράφοντας κυρίως διηγήματα, εκπληκτικής ομορφιάς, ουσίας, και ποιότητας. Μπορούμε να πούμε ότι είναι ένας πνευματικός πρεσβευτής της Λήμνου, για όλο τον κόσμο, ρόλο που κρατά επαξίως και ευχαρίστως.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2020

Η ταχεία των 6 και 25΄



Μόλις έφτασε στην αποβάθρα, ακούμπησε τη βαλίτσα και κοίταξε το μεγάλο ρολόι του σταθμού. Ήταν έξι παρά είκοσι. Είχε τρία τέταρτα ακόμα ώσπου να περάσει η ταχεία. Θα σταματούσε, θα επιβιβαζόταν και θα έφευγε μακριά. Κάθισε στο γνώριμο παγκάκι, στην άκρη του υπόστεγου. Από εκεί μπορούσε να βλέπει τη γραμμή ως πέρα στη μεγάλη στροφή, εκεί όπου ξεκινούσε το δάσος με τις αγριοκαστανιές.