Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Άννη: "Η Δροσοστάλακτη"


Μια φορά και έναν καιρό, πριν από πολλά χρόνια, ζούσε πάνω σε ένα βουνό ένα όμορφο παλικάρι. Ζούσε μόνο του, γιατί όλοι είχαν χαθεί. Του άρεσε τα βράδια να βγαίνει και να περπατάει. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ πέρασε στην απέναντι πλευρά του βουνού και βρέθηκε κοντά σε μια λίμνη. Είχε ξαστεριά εκείνο το βράδυ και το ολόγιομο φεγγάρι καθρεφτιζόταν στα νερά της λίμνης. Άκουσε κάτι περίεργους θορύβους. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν το παιχνίδισμα του φεγγαριού με το νερό. Πλησιάζοντας, όμως, είδε σκιές ανάμεσα στα δέντρα που ήταν δίπλα στην λίμνη. Τότε τις είδε. Νεαρές νεράιδες, πιασμένες χέρι-χέρι, με ξέμπλεκα μακριά μαλλιά να κάνουν κύκλο χορεύοντας και τραγουδώντας. Τα φορέματά τους ήταν από πέταλα λουλουδιών και έμοιαζαν σαν πολύχρωμα μπουκέτα.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Απόλυτο σκοτάδι


Τελευταία δεν τα πήγαινε καλά με το φως. Προτιμούσε τις σκοτεινές ημέρες, τις σκοτεινές ώρες της ημέρας, τις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού. Ξεκίνησε ως παραξενιά, την οποία ούτε ο ίδιος μπορούσε να ερμηνεύσει λογικά. Ή μάλλον μπορούσε να εξηγήσει το πώς ξεκίνησε αυτή η δυσφορία αλλά όχι το πώς εξελίχθηκε σε εμμονή.

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2017

«ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ...»

Το ιστορικό μυθιστόρημα της Μ. Λαμπαδαρίδου-Πόθου



Ομιλία κατά την παρουσίαση της α΄ έκδοσης του βιβλίου 
σε εκδήλωση του Λυκείου Ελληνίδων Λήμνου 
στο Γυμνάσιο Μύρινας (10 Αυγούστου 1997).

 Κυρίες και Κύριοι
 εκλεκτοί ακροατές της σημερινής εκδήλωσης,

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2016

Καλήν ημέραν άρχοντες…


Ήταν ένα περίεργο σούρουπο. Δεκέμβρης. Χαμηλά στον ορίζοντα ένα χρυσοπόρφυρο μήλο έβαφε τα ήρεμα νερά του Μεσσηνιακού. Ο ήλιος που ολημερίς ήταν κρυμμένος πίσω από βαριά σύννεφα, είχε βρει ένα άνοιγμα και καληνύχτιζε τους υπηκόους του. Ήταν η ώρα που μπορούσες να τον αντικρίσεις κατάματα. Να νιώσεις τη δύναμή του, χωρίς να σε τρομάζει η λάμψη του. Να ρουφήξεις τη ζωντάνια και τη θέρμη του, χωρίς να τσουρουφλιστείς. Να μαγευτείς από την ισχύ του. Να νιώσεις αδύναμος και μόνο στη σκέψη πως μπορεί αυτή να είναι η τελευταία φορά που δύει. Στη σκέψη πως αποχωρίζεται για πάντα αυτόν τον πλανήτη που είναι δικό του δημιούργημα, πως αποφάσισε να φτιάξει έναν καινούργιο, απαλλαγμένο από το εγωιστικό ανθρώπινο γονίδιο. 
Ήταν η ώρα που όλα τα ζωντανά πλάσματα σιωπούν και λουφάζουν τρομαγμένα. Συγκεντρώνουν τη σκέψη τους σε μια προσευχή προς το ζωοδότη πατέρα τους να τα σπλαχνιστεί και να επιστρέψει το επόμενο πρωί, λαμπερός και ξεκούραστος, ώστε να συνεχίσουν κι αυτά να υπάρχουν.

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

«Εν Αβία» - Η παρουσίαση του βιβλίου

 
[φωτ.: Ηλίας Γεωργουλέας]


Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016
Βιβλιοπωλείο Ad Libitum, Νικομηδείας 18, Ν. ΣΜΥΡΝΗ

Αγαπητοί συμπατριώτες και συγγενείς από την πατρίδα μας, την Αβία της Μάνης
Αγαπητοί συντοπίτες από τη Νέα Σμύρνη
Παλιοί και καλοί μου συνάδελφοι
Φίλες και φίλοι που με τιμάτε απόψε με την παρουσία σας
Καλησπέρα σας
Η παρουσία σας εδώ με συγκινεί ιδιαίτερα. Σας ευχαριστώ όλους, έναν-έναν προσωπικά, που διαθέσατε λίγο από το χρόνο σας για να βρεθείτε εδώ και εύχομαι να συναντιόμαστε συχνά σε τέτοιες δημιουργικές διαδρομές.
Με το βιβλίο αυτό ξεπληρώνω ένα χρέος προς τον τόπο της καταγωγής μου. Ήταν όμορφο και δημιουργικό το ταξίδι που κατέληξε σε αυτή την έκδοση. Στο ταξίδι αυτό δεν ήμουν μόνος. Με συντρόφευσαν και άλλοι άνθρωποι, συμπατριώτες μου οι περισσότεροι αλλά και κάποιοι που δεν είναι από τα μέρη μας, τους οποίους ευχαριστώ για την τιμή που μου έκαναν. Θα αναφερθώ σε αυτούς αργότερα. Προηγουμένως όμως θα ζητήσω από την καλή συνάδελφο, τη φιλόλογο κ. Μαρία Πέττα, να σας μιλήσει για το βιβλίο.
Θ. Μπελίτσος

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Μπορεί ο κόρακας ν’ ασπρίσει…


Μπορεί ο κόρακας ν’ ασπρίσει!
Μπορεί ο σπανός γένια ν’ αφήσει!
Μα δεν μπορεί ο Γκλύξμπουργκ
στην Ελλάδα να γυρίσει.

- Μα τι λέει πάλι; Πάει, το ’χασε για τα καλά. Ε, Σταύρο σύνελθε, πού ταξιδεύεις; Τι στιχάκια είναι αυτά;
- Δεν θυμάσαι, Αργυρώ; Δεν θυμάσαι που το έλεγα στο σχολειό, στο δημοψήφισμα για το Βασιλέα Γεώργιο;
- Μα πώς να το θυμάμαι, εγώ δεν είμαι από το χωριό σου. Δεν πήγαμε μαζί σχολείο. Και δεν με λένε Αργυρώ!!! Η Ματίνα είμαι, του φώναξε.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Το πεθαμένο σπίτι


Μεγάλη στεναχώρια ένοιωσα σήμερα. Πέρασα έξω από ένα σπίτι πεθαμένο.
«Μα, πεθαίνουν τα σπίτια;», θα μου πεις.
Ναι, πεθαίνουν. Άμα τα έχεις γνωρίσει τον καιρό που είχαν ζωή, που μπαινόβγαιναν άνθρωποι, που ακούγονταν γέλια, φωνές, καυγάδες, κλάματα, θρήνοι, και περνάς μετά από χρόνια και τα αντικρίζεις βουβά, έρημα, με χορταριασμένες τις αυλές τους, τότε συνειδητοποιείς πως πεθαίνουν και τα σπίτια.